Κωνσταντίνος Σάρλης: Τι τις ήθελε η κυβέρνηση τις αυξήσεις σε υψηλόβαθμους ιεράρχες;

Κωνσταντίνος Σάρλης: Τι τις ήθελε η κυβέρνηση τις αυξήσεις σε υψηλόβαθμους ιεράρχες;

Κωνσταντίνος Σάρλης: Τι τις ήθελε η κυβέρνηση τις αυξήσεις σε υψηλόβαθμους ιεράρχες;

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 197 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο Σάρλης Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος – Πολιτικός Επιστήμονας
Δάσκαλος – Καθηγητής
τ. Προϊστάμενος Τεχνικής – Επαγγελματικής Εκπαίδευσης Ν. Δωδεκανήσου

Για να μην παρεξηγηθώ, ευθύς εξ’ αρχής το ξεκαθαρίζω. Είμαι Χριστιανός εκ βάθους. Όμως θα ήθελα με το άρθρο μου αυτό να βάλω κάποια πράγματα στη θέση τους. Επικαλούμαι, μάλιστα, σχετικά άρθρα πολλών εφημερίδων για το εν λόγω θέμα.

Συμφωνώ πως η δύναμη της Εκκλησίας δεν θα πρέπει να θεμελιώνεται στην οικονομική ισχύ ή στα προνόμια, αλλά στην ταύτισή της με τους πιο αδύναμους. Για κανένα λόγο δεν θα πρέπει να στηρίζεται σε δεκανίκια. Να μην ξεχνάμε, πάντως, πως σε μια εποχή αυξανόμενων ανισοτήτων, εργασιακής ανασφάλειας και κρίσης εμπιστοσύνης στους θεσμούς, οι συμβολικές επιλογές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Οι δημοκρατίες είναι πιο ισχυρές όταν οι θεσμοί τους γίνονται αντιληπτοί ως φορείς αλληλεγγύης, μέτρου και κοινωνικής ευθύνης. Η κοινωνική συνοχή οικοδομείται με την ενίσχυση της αίσθησης δικαιοσύνης και με την πεποίθηση ότι όσοι υπηρετούν σημαντικούς θεσμούς συμμερίζονται τις αγωνίες της κοινωνίας.

Οι προτεινόμενες αυξήσεις έρχονται σε ένα πακέτο διατάξεων που αφορούν τα ειδικά μισθολόγια στο Δημόσιο. Έχουμε δει επτά περίπου χρόνια τη συγκεκριμένη κυβέρνηση να στηρίζει με πληθώρα διατάξεων όχι τους πολλούς που εργάζονται και δυσκολεύονται να βγάλουν τον μήνα, αλλά τους λίγους εκλεκτούς της. Όταν μια κυβέρνηση επιλέγει η ίδια τα πρόσωπα που στελεχώνουν ορισμένες θέσεις, είτε απευθείας είτε κρυβόμενη πίσω από επιτροπές δήθεν αξιοκρατικής επιλογής, στις οποίες η πλειοψηφία των μελών είναι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, οι αυξήσεις στις αποδοχές αυτών των θέσεων έχουν και μια συμβολική διάσταση, διότι αποκαλύπτουν ποιες κοινωνικές και θεσμικές προτεραιότητες αναγνωρίζει ως σημαντικότερες.

Την ώρα που εκατομμύρια πολίτες παλεύουν καθημερινά με την ακρίβεια, τους λογαριασμούς, τα ενοίκια και το διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής, η κυβέρνηση επιλέγει να προωθήσει σημαντικές αυξήσεις στις αποδοχές της ανώτερης και ανώτατης ηγεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πρόκειται για μία πολιτική επιλογή, σίγουρα όχι λογιστική ή δημοσιονομική, αλλά που πρέπει να κριθεί με όρους πρωτίστως κοινωνικής δικαιοσύνης και προτεραιοτήτων.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, οι αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών αυξάνονται θεαματικά, σε ορισμένες περιπτώσεις φθάνοντας ή και προσεγγίζοντας ποσοστά της τάξης του 60% έως 95%. Την ίδια στιγμή, η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μία παρατεταμένη κρίση αγοραστικής δύναμης, με τις τιμές σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα και τον πληθωρισμό να παραμένει από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η καθημερινότητα των πολιτών αποτυπώνεται όλο και πιο έντονα σε απλές, αλλά αποκαλυπτικές εικόνες ως εξής: οι καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές τους στα απολύτως απαραίτητα, συγκρίνουν συνεχώς τιμές και αναζητούν προσφορές στα ράφια των σούπερ μάρκετ για να καταφέρουν να ανταποκριθούν στις βασικές ανάγκες του νοικοκυριού τους, καθώς ο μισθός ή η σύνταξή τους επαρκεί μέχρι τα μέσα κάθε μήνα.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Πώς είναι δυνατόν να εξασφαλίζεται δημοσιονομικός χώρος για τόσο μεγάλες αυξήσεις στην κορυφή της Εκκλησίας, την ώρα που για τη μεγάλη πλειονότητα εργαζομένων και συνταξιούχων οι αυξήσεις παραμένουν οριακές και ανεπαρκείς απέναντι στο κύμα ακρίβειας;

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν συγκρίνει κανείς τις κυβερνητικές επιλογές με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Ο γιατρός του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) που εργάζεται σε υποστελεχωμένα νοσοκομεία εξακολουθεί να αμείβεται με αποδοχές που δεν ανταποκρίνονται ούτε στην επιστημονική του κατάρτιση ούτε στο βάρος της ευθύνης του. Ο νοσηλευτής που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης εργάζεται συχνά υπό εξαντλητικές συνθήκες, κυριολεκτικά σε εμπόλεμη ζώνη για όποιον έχει βρεθεί σε εφημερία δημόσιου νοσοκομείου, με μισθούς που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες διαβίωσης. Ο δάσκαλος και ο καθηγητής που στηρίζουν το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα μισθολογικό πλαίσιο που δεν αντανακλά τον κοινωνικό τους ρόλο. Ειδικά σε νησιωτικές περιοχές καταγράφονται περιπτώσεις που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε καν αξιοπρεπή στέγη. Όσο για τον ωρομίσθιο εκπαιδευτικό (δάσκαλο ή καθηγητή), με τα 800-900 περίπου ευρώ τον μήνα δεν φθάνουν ούτε για το ενοίκιο, πόσο μάλλον να καλύψει βασικές του ανάγκες, διοριζόμενος στα νησιά. Το πιθανότερο είναι να συνδράμουν οι γονείς του, ενισχύοντάς τον οικονομικά.

Και θα ήθελα επ’ ευκαιρία να τονίσω εδώ τον προτεινόμενο μισθό για τους Μητροπολίτες (5.000 ευρώ περίπου) και τους Βοηθούς Επισκόπους (3.000 ευρώ). Άραγε έχουν παιδιά και εγγόνια να θρέψουν ή να βοηθήσουν; ΕΛΕΟΣ! Ας είμαστε σοβαροί και δίκαιοι, λέω εγώ.

Φυσικά για όλες αυτές τις κατηγορίες η απάντηση της κυβέρνησης παραμένει διαχρονικά η ίδια. Δημοσιονομικά όρια, περιορισμένες αντοχές της οικονομίας και ανάγκη συγκράτησης των δαπανών. Οι αυξήσεις δίνονται με φειδώ, ενώ συχνά υποκαθίστανται από επιδόματα-ψίχουλα που δεν ανακόπτουν, για την κυβέρνηση, τη διαρκή απώλεια αγοραστικής δύναμης των πολιτών.

Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ουσία της υπόθεσης. Το πρόβλημα, πέρα από τεχνοκρατικό, είναι βαθιά ηθικό και κοινωνικό. Η ίδια κυβέρνηση που για τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους, τους εκπαιδευτικούς και τους υγειονομικούς επικαλείται διαρκώς τα δημοσιονομικά όρια και την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας, φαίνεται να βρίσκει τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο όταν πρόκειται για την ανώτατη και ανώτερη εκκλησιαστική ιεραρχία.

Η επιλογή αυτή εκπέμπει προς την κοινωνία ένα ιδιαίτερα βαρύ πολιτικό μήνυμα περιφρόνησης και ενισχύει την εικόνα μιας κυβέρνησης που εμφανίζεται να λειτουργεί με κοινωνική αναλγησία απέναντι στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών της.

Η αντίφαση αυτή δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Την ώρα που χιλιάδες νοικοκυριά περιορίζουν ακόμη και βασικές τους ανάγκες, η πολιτεία επιλέγει αυξήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν τον διπλασιασμό των αποδοχών των Μητροπολιτών. Το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία είναι σαφές: οι δημοσιονομικοί περιορισμοί ισχύουν επιλεκτικά και όχι για τα εκλογικά ακροατήρια που κυβέρνηση και Ν.Δ. θεωρούν δικά τους.

Η χρονική συγκυρία της απόφασης ενισχύει ακόμη περισσότερο τον προβληματισμό. Σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής πίεσης λόγω ακρίβειας και με το πολιτικό περιβάλλον να βρίσκεται σε προεκλογική ένταση, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία είναι αναμενόμενο να ερμηνευθεί από πολλούς ως μια κίνηση που ενισχύει τις σχέσεις της κυβέρνησης με την εκκλησιαστική ηγεσία και ιεραρχία και το παραδοσιακά επιδραστικό της ακροατήριο. Είτε αυτή η ανάγνωση ανταποκρίνεται πλήρως στην πρόθεση είτε όχι, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πολιτικά βαρύνουσα και προκλητική. Και το χειρότερο: για όλα αυτά η κυβέρνηση Μητσοτάκη ενεργεί ψηφοθηρικά. Ας μη γελιόμαστε…

Το ζήτημα δεν αφορά αν η εκκλησιαστική ηγεσία πρέπει ή όχι να αμείβεται αξιοπρεπώς. Η ουσία του ζητήματος έγκειται στις προτεραιότητες μιας χώρας όπου το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται και η αγοραστική δύναμη έχει κατρακυλήσει στις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Διότι, ας μην λησμονούμε ότι οι πολιτικές επιλογές δεν κρίνονται από τις προθέσεις τους, αλλά από το πού κατευθύνονται οι πόροι.

Και στη συγκεκριμένη περίπτωση το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: γιατί μια τέτοια μισθολογική αναβάθμιση να θεωρείται πιο επείγουσα από την ενίσχυση εκείνων που κρατούν όρθια την καθημερινή λειτουργία του κράτους, όπως των γιατρών, των νοσηλευτών, των εκπαιδευτικών ή των πιο ευάλωτων κοινωνικά στρωμάτων, όπως των χαμηλοσυνταξιούχων, των Α.Μ.Ε.Α. και των ατόμων που χρήζουν μακροχρόνιας φροντίδας υγείας;

Επιπλέον, σε έναν δημόσιο διάλογο που εξαντλείται σε παραπολιτική, κομματικά σενάρια και πολιτικό κουτσομπολιό και όχι σε ουσιαστική πολιτική, τέτοιες επιλογές κινδυνεύουν να υποβαθμιστούν και να χαθούν μέσα στον θόρυβο μιας επικαιρότητας που αποφεύγει να αγγίξει τα πραγματικά ζητήματα της κοινωνίας.

Κάθε φορά που αναμοχλεύω όλα αυτά, μου έρχονται στο μυαλό τα σοφά λόγια ενός ιερέα που είδα και άκουσα σε βίντεο. Αντηχούν στ’ αυτιά μου τα λόγια του:

«Αύξηση έως και 95% στις αποδοχές Μητροπολιτών και Αρχιεπισκόπου. Να φτάσουν σχεδόν 5.000 μηνιαίως και ταυτόχρονα βλέπω τον απλό οικογενειάρχη να κάνει δύο δουλειές, που παλεύει για τα παιδιά του και δεν τα βγάζει πέρα με 900-1.000 ευρώ μηνιαίως, που δεν έχει χρήματα να πληρώσει τους λογαριασμούς και αναρωτιέμαι. Πώς γίνεται αυτό;

Είμαι και εγώ ιερέας έγγαμος, πολύτεκνος και ξέρω τι σημαίνει να υπηρετείς, χωρίς να περιμένεις. Γιατί αυτό είναι η ιεροσύνη. ΟΧΙ μισθός, ΟΧΙ αυξήσεις, αλλά… θυσία. Ο Χριστός δεν είχε «πού την κεφαλήν κλίνη». Οι Απόστολοι δεν είχαν μαζί τους ούτε σακίδιο, ούτε υποδήματα, ούτε καν δεύτερο χιτώνα.

Και τώρα με αυτά εδώ ξέρετε τι γίνεται; Σκανδαλίζεται ο κόσμος. Απομακρύνεται αυτός που παλεύει να πιστέψει. Και να πάει στην εκκλησία, αυτή τον διώχνει. Και βλέποντας και ακούγοντας όλα αυτά εδώ, φεύγει… και δεν γυρίζει.

Δεν τα λέω για να κατεδαφίσω την εκκλησία. Την αγαπώ, την ζω. Αλλά η αγάπη λέει και την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι αυτή. Όταν ο λαός πεινάει, η εκκλησία δεν παίρνει από τους πιστούς. Πρέπει να δίνει στους πιστούς. Γιατί υπάρχουν οικογένειες που δεν έχουν να πληρώσουν το ενοίκιο. Δεν έχουν να πληρώσουν το ρεύμα. Δεν έχουν θέρμανση για τον χειμώνα.

Οι Αρχιερείς όμως δεν έχουν παιδιά. Δεν έχουν οικογένεια. Δεν έχουν ενοίκια. Δεν έχουν να πληρώσουν λογαριασμούς. Μήπως τα χρήματα θα έπρεπε να δοθούν σε αυτούς που θα τα έδινε και ο Χριστός; Στον φτωχό, στον πεινασμένο, στον απελπισμένο;

Γιατί αυτή είναι η αποστολή της εκκλησίας. Πάντα αυτή ήταν… Και αν ξεχάσετε αυτό, δεν είστε πια «εκκλησία». Είστε απλώς ένας ακόμα κρατικός φορέας. Και αμέσως καταργείται ποιο;

Το «δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε».

Κλείνοντας, στο τέλος όλα μετριούνται στην τσέπη του πολίτη και η κοινωνία, όσο αδιάφορη, απαθής ή ράθυμη κι αν φαίνεται, παρατηρεί, συγκρίνει και καταλαβαίνει ποιοι θεωρούνται μονίμως προτεραιότητα για την κυβέρνηση και ποιοι καλούνται απλώς να αντέχουν, να υπομένουν και να επιβιώνουν.

Επ’ ευκαιρία δεν θα ήθελα να παραλείψω να συμπεριλάβω στο άρθρο μου αυτό μια «αφίσα» που έπεσε στην αντίληψή μου και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Σας την επισυνάπτω.

Ευχαριστώ την εφημερίδα σας για τη φιλοξενία της.

Διαβάστε ακόμη

Αργύρης Αργυριάδης: Η «επιτελικοποίηση» της διαφθοράς

Γεώργιος Σάββενας: Ο «χώρος» που μας ενώνει

Μανώλης Κολεζάκης: Μεταρρύθμιση στο Δημόσιο Σχολείο, βασικοί άξονες

Κοσμάς Σφυρίου: Ο πρωθυπουργός στη Ρόδο - Ούτε λέξη για την υποβάθμιση της αγοραστικής δύναμης των Ροδιτών

Αγαπητός Ξάνθης: Μια ενδιαφέρουσα ποιητική σειρά με τίτλο «Δεύτερο δέρμα» της Αντωνίας Ματσίγκου

Γιάννης Παρασκευάς: Όταν κλείνει ένα βιβλιοπωλείο-σχολείο, ανοίγει μια φυλακή

Το δημογραφικό δεν είναι πρόβλημα γεννήσεων. Είναι πρόβλημα εμπιστοσύνης

Μαρία Καρίκη: Άνθρωποι που απομονώνονται σιγά σιγά...