Ηλίας Καραβόλιας: Οι θεσμοί και το επινόημα του «αφηρημένου ατόμου»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 463 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Ηλίας Καραβόλιας
«Αυτοί που πιστεύουν ότι η εξουσία είναι ευχάριστη μπερδεύουν την εξουσία με την κατάχρηση εξουσίας»
(Αντρέ Μαλρό)
Ο Σατομπριάν έλεγε στα μέσα του 18ου αιώνα ότι μέχρι να εκμαυλιστούν οι θεσμοί στη δημοκρατία, περνούν τρεις φάσεις: της κοινής ωφέλειας, των ελεγχόμενων προνομίων για λίγους και τη φάση της κατάχρησης.
Στην Ευρώπη μεταπολεμικά πολλοί πολιτικοί νόμιζαν ότι η απαλλαγή από τον ναζισμό και τον φασισμό θα σηματοδοτούσε και «αυτόματη πίστη» των κοινωνιών στους θεσμούς.
Αλλά οι περισσότεροι πολιτικοί εξακολουθούν να δικαιώνουν τον σπουδαίο μας στοχαστή Κορνήλιο Καστοριάδη, που μίλησε πρώτος για τη «φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας».
Αυτή την εξιδανίκευση των θεσμών, μέσω της ανόδου της ασημαντότητας, αλλά κυρίως της ψυχοπαθολογικής προσωπολατρείας, αυτής της έντεχνης αποικιοποίησης του συλλογικού ασυνείδητου (που τη φροντίζουν καλά οι επικοινωνιολόγοι των σύγχρονων ψευδοφιλελεύθερων και ακροκεντρώων πολιτικών ηγεσιών).
Ο Καστοριάδης μάς προσέφερε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε την απατηλή σαγήνη της διαρκώς μετατοπισμένης πραγματικότητας, σύμφωνα με την οποία πολλοί πολίτες αρκούνται να συμφωνούν με ό,τι επικρατεί, ό,τι κυριαρχεί (ανεξάρτητα από ιδεολογία και εποχή: αρκεί να είναι ασφαλείς ότι ταυτίζονται με την εξουσία που δήθεν νομιμοποίησε η πλειοψηφία).
Η δημοκρατία —μας θυμίζει πάλι ο Καστοριάδης στα όψιμα χρόνια της σκέψης του— αλλοιώθηκε από τον νεοφιλελευθερισμό της δεκαετίας του ’80: από το πλασματικό επινόημα ενός αφηρημένου, από το κοινωνικό του πλαίσιο, ατόμου.
Είναι ο διανοούμενος που είδε στην Ευρώπη αυτό που ζούμε σήμερα: φιλελεύθερες ολιγαρχίες με τεχνοκρατικό μανδύα ψευδοκανονικότητας.
Είχε προβλέψει ότι η άνοδος του πλούτου για τους μικρομεσαίους θα οδηγούσε —εντός δημοκρατίας— σε συγκροτημένα «καθεστώτα».
Δυστυχώς αυτό ζούμε σήμερα, και φυσικά θα το πολλαπλασιάσει έντονα ο τραμπισμός, που γοητεύει και βολεύει μακιαβελικές εξουσίες ώστε να συμβάλλουν ολοένα και περισσότερο στην απίσχναση των θεσμών.
Στο τρίτομο έργο του για την «Ελληνική ιδιαιτερότητα», ο Καστοριάδης τεκμηρίωνε το αδιέξοδο της δήθεν συμμόρφωσης με το δημοκρατικό καθήκον: ανέλυσε πως «η ολιγαρχική δομή εξασφαλίζεται από την αντιπροσώπευση, η οποία αποτελεί πολιτική αλλοτρίωση, δηλαδή εκχώρηση της εξουσίας στους ολίγους των κομματικών μηχανισμών».
Δεν προέτρεπε να μην ψηφίζει ο πολίτης, αλλά ανέφερε τον κίνδυνο από την άγνοια που κρύβει η δήθεν πολιτική συμμετοχή και τη νομιμοποίηση επικίνδυνων εξουσιών.
Το πώς δηλαδή «τυφλώνονται» οι πολίτες και δεν βλέπουν ότι η κρίση των θεσμών κάνει τους τελευταίους να μοιάζουν «κενοί περιεχομένου».
Η δημοκρατία, επειδή ακριβώς στηρίζεται στη φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, «πρέπει να επαναπροσδιορίζεται συνεχώς».
Και αυτό το κάνουν όχι οι επιλογές και οι θέσεις υπέρ ή κατά των κομμάτων και των προσώπων (η νεοελληνική ψύχωση της «λιγότερο κακής επιλογής»).
Το κάνουν οι μη στρατευμένοι πολίτες όταν ξαναγίνουν ενεργά υποκείμενα της πολιτικής και όχι παθητικά αντικείμενα των κομμάτων, της εξουσίας και των θεοποιημένων δήθεν λιγότερων κακών «αντιπροσώπων».
Με απλά λόγια: βάλαμε την εξουσία πάνω από την κοινωνία, και αυτό βολεύει φυσικά τη νοοτροπία της νεοελληνικής μας μετάλλαξης (από πολίτες γίναμε πελάτες, επειδή κατά βάθος παραμένουμε ανατολίτες έμποροι).
Σε κάποιο σημείο της σκέψης του ο Καστοριάδης λέει ότι «η κοινωνία δεν γνωρίζει συνήθως τον εαυτό της ως αυτοθέσμιση, και τούτο αποτελεί την ξένωσή της».
Αυτή η ψυχωτική, επί χρόνια τώρα, «πίστη» σε μια εξωκοινωνική προέλευση ηγεσίας, δηλαδή μέσω των κληρονομικών δικαιωμάτων (οικογενειοκρατία και νεποτισμός) στα κόμματα και στους μηχανισμούς τους, οδηγεί την κοινωνία σε αυτό που αποκαλείται «κληρονομημένη σκέψη» (η άλλη ονομασία του βαθέος συντηρητισμού που κυριαρχεί στο εκλογικό σώμα).
Και φυσικά αυτός ο συντηρητισμός κρυβόταν κάτω από «σοσιαλιστικές» επιλογές ή «προοδευτικές» ιδέες παλαιότερων εποχών, του τύπου «κι εγώ ψήφιζα Ανδρέα τότε» (θαρρείς π.χ. και η δεξιά άλλαξε σήμερα).

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News