Μ. Αντωνόγλου: «Το Συμιακό Θέατρο έχει μπει στις ψυχές των ανθρώπων»!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 7248 ΦΟΡΕΣ
Λέει για την επέτειο των σαράντα χρόνων του φέτος
Επετειακή χρονιά και επετειακή παράσταση φέτος για το Συμιακό Θέατρο, αφού κλείνει τα σαράντα χρόνια που ανεβάζει αδιαλείπτως παραστάσεις, κάτι που το καθιστά το μακροβιότερο ιδιωματικό θέατρο στην Ελλάδα!
Η «ψυχή» του Συμιακού Θεάτρου, ο εμπνευστής του-μαζί με άλλους, πολλούς, συνοδοιπόρους βέβαια-ο συγγραφέας και πρωταγωνιστής των έργων που «ανεβάζει» στη μοναδική Συμιακή διάλεκτο-τα οποία είναι περισσότερα από 42 θεατρικά, όλα γραμμένα από τον ίδιο-ο γνωστός σε όλους μας Μανώλης Αντωνόγλου, μέσα από τη συνέντευξη αυτή, ανατρέχει στο πώς ξεκίνησε αυτή η τεράστια πορεία και διερμηνεύει τη μεγάλη, διαχρονική, επιτυχία του θεάτρου.
Ο κ. Μανώλης Αντωνόγλου, ο οποίος φέτος συμπληρώνει και 41 χρόνια στο Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο Δωδεκανήσου και θεωρεί πως… «καλά του είναι πιο» οπότε θα αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Συμιακό Θέατρο, τη συνέχειά του που θεωρεί ότι είναι ελπιδοφόρα αφού υπάρχει καλή «μαγιά» από πολλούς νέους ανθρώπους.
Η επετειακή, λοιπόν, παράσταση του Συμιακού Θεάτρου, η οποία έχει τον… εύγλωττο τίτλο «Σαν τη γκάττα με το σκύλλο», θα παιχτεί στο θέατρο της Μεσαιωνικής Τάφρου στις 29 και 30 Ιουλίου. Και αυτή, όπως και άλλες όλα αυτά τα χρόνια αποτελεί μία ηθογραφία για τη Σύμη, με τη συγκεκριμένη να έχει στο επίκεντρό της τους καβγάδες που όταν γίνονται στη Συμιακή διάλεκτο αποτελούν από μόνοι τους… μοναδικό θέαμα!
Ας διατρέξουμε, λοιπόν, έστω και εν τάχει, την ιστορία του Συμιακού Θεάτρου μέσα από τη συνέντευξη του κ. Μανώλη Αντωνόγλου:
Η επέτειος
«Φέτος, το Συμιακό Θέατρο γιορτάζει τα σαράντα του χρόνια και εντελώς τυχαία, χωρίς να καταβάλω καμία ιδιαίτερη προσπάθεια, το θεατρικό έργο που θ’ ανέβει είναι από τα καλύτερα που έχω γράψει!...Πάντοτε με γοήτευαν οι καυγάδες όταν γίνονταν στη Σύμη: είτε αυτοί αφορούσαν γειτόνισσες μεταξύ τους να μαλώσουν, είτε να μαλώνουν δύο άνδρες για μια γυναίκα-σύνηθες φαινόμενο- είτε καβγάδες που γινόντουσαν κυρίως στα πανηγύρια της Σύμης και αυτοί μάλιστα είναι βαθιά ριζωμένοι μέσα μου, κυρίως στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, που ανθούσαν τότε τα πανηγύρια της Σύμης.
Και συνήθως οι παρεξηγήσεις που γινόντουσαν εκεί ήταν είτε γιατί η ορχήστρα έπαιξε λίγο παραπάνω στον καπετάνιο που τους έριξε περισσότερα χρήματα για να χορέψει την ντάμα του, είτε γιατί δεν τους έβαλαν σε καλό τραπέζι, είτε για κάποια ψιλοδιαφορά μεταξύ αυτών που συμμετείχαν στα πανηγύρια.
Βέβαια, εντελώς ιδιαίτεροι ήταν οι καβγάδες που αφορούσαν εκλογικές διαδικασίες. Εκεί άκουγες… του πάππου το κουτάλι, όπως λέμε εμείς στη Σύμη ή τα πανιά που σε τύλιγαν! Μιλούσες στον ένα, σου γυρνούσε την πλάτη του ο άλλος και το βράδυ βέβαια των αποτελεσμάτων, οι νικητές χτυπούσαν τους ντενεκέδες και τα γουδιά έξω από τα σπίτια των ηττημένων! Ή ακόμη, πιο πανηγυρικά, χτυπούσαν τις καμπάνες των εκκλησιών! Θυμάμαι τέτοιους καβγάδες, δυνατούς καβγάδες».
Πώς ξεκίνησαν όλα
«…Η κοινωνία της Σύμης είναι καθαρά μητριαρχική, είναι γνωστό άλλωστε ότι ήταν το μεγαλύτερο σπογγαλιευτικό κέντρο του κόσμου μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Από ένα σημείο και μετά, όταν κατέρρευσε πλέον η σπογγαλιεία, οι Συμιακοί άρχισαν να επιδίδονται, πάλι σαν ναυτικοί, στα ποντοπόρα πλοία, να ταξιδεύουν τους ωκεανούς και να επενδύουν στο νησί τους.
Εμείς, τα μικρά παιδιά μέναμε με τη μάνα. Η μάνα ήταν ο αφέντης του σπιτιού. Ήταν αυτή η οποία, αν το τιμόνι της ήταν καλό, το παιδί έπαιρνε μια παραπάνω μόρφωση. Διαφορετικά, γινόταν κι αυτός ναυτικός. Βέβαια, δεν μας έλειπαν τα πανηγύρια, οι διασκεδάσεις, οι χοροεσπερίδες που γινόντουσαν.
Να πω ότι από το 1883 υπάρχει (στη Σύμη) το θέατρο του Σοφοκλή. Το θέατρο του Σοφοκλή δημιουργήθηκε για να καλύψει τις ανάγκες της ψυχαγωγίας του νησιού, ανεβάζοντας μεγάλα θεατρικά έργα και το οποίο δυστυχώς βομβαρδίστηκε το 1944 από τους Γερμανούς και δεν ξαναφτιάχτηκε. Το 1912, με το που πάτησαν οι Ιταλοί το πόδι τους στη Σύμη, μετέτρεψαν το θέατρο του Σοφοκλή σε σκηνή όπερας.
...Όταν ο Σοφοκλής, και στερημένος πλέον από τις κτιριακές του εγκαταστάσεις, ανέβαζε μία θεατρική παράσταση, εγώ σαν παιδάκι πήγαινα και την παρακολουθούσα. Φυσικά, δεν μου έλειπε το σινεμά κάθε Κυριακή… Στερημένος από όλα αυτά στον βαθμό που θα ήθελα, όταν το 1975 πέρασα στο πανεπιστήμιο, και μου δινόταν η ευκαιρία να παρακολουθήσω μία θεατρική παράσταση-η πρώτη που είδα στη Σύμη ήταν ο Κατσαντώνης και το δεύτερο που είδα ήταν “το Μεγάλο μας Τσίρκο” σαν φοιτητής. Βέβαια, από εκεί και μετά παρακολουθούσα όλους τους κορυφαίους…
Μετά μου δόθηκε η ευκαιρία πλέον, μέσα από τον Σύλλογο των Συμιακών του Πειραιά, να ανεβάζουμε μικρά σκετσάκια στο δημοτικό θέατρο του Πειραιά. Μάλιστα, θυμάμαι ότι είχαμε γίνει… “τσιμπούρι” στον εκάστοτε δήμαρχο του Πειραιά, κυρίως ήταν ο Γιάννης ο Παπασπύρου τα πρώτα χρόνια, που πηγαίναμε και παρακαλούσαμε να μας δώσει την αίθουσα-μας την έδιναν γιατί οι Συμιακοί γεμίζαμε πάντοτε το δημοτικό θέατρο του Πειραιά»!
Το σκετσάκια στην ντοπιολαλιά τα έγραψε ο ίδιος και ήταν τότε η πρώτη φορά που ανέβηκε σε σκηνή. Αισθανόταν υπέροχα αφού το σανίδι τον γοήτευε, όπως λέει.
»Το 1980 ανεβαίνει το πρώτο μου ολοκληρωμένο έργο. Ήταν μία ηθογραφία και ήταν η αναπαράσταση του Συμιακού γάμου, με τεράστια επιτυχία, που παίχτηκε στο δημοτικό θέατρο του Πειραιά. Ήμουν 23 χρονών. Και μετά κάποια στιγμή βρίσκομαι στη Σύμη και σαν φαντάρος εκεί κάνουμε μία επανάληψη του Συμιακού Θεάτρου και εκεί δημιουργήθηκε η πρώτη μαγιά των ανθρώπων που υπηρέτησαν το Συμιακό Θέατρο, με έδρα τη Ρόδο, τα επόμενα χρόνια. Ήταν το 1982. Το 1985 πια που ξεκινήσαμε τη δραστηριότητά μας σαν Συμιακό Θέατρο στη Ρόδο».
Δηλαδή, ανελλιπώς από το 1985 το Συμιακό Θέατρο ανεβάζει ένα ή και δύο θεατρικά έργα τον χρόνο. Γιατί, όπως λέει ο κ. Αντωνόγλου, υπήρξε και χρονιά που ανέβασαν τρία και αυτή ήταν η χρονικά που αγόρασαν το Συμιακό σπίτι και έπρεπε να το εξοφλήσουν. Όλα τα έσοδα από τότε και μετά πήγαν στη δημιουργία του Συμιακού σπιτιού, στις συντηρήσεις του κτηρίου και φιλανθρωπικές ενέργειες σε συμπολίτες μας που έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας, και δεν κοιτάνε αν είναι Συμιακοί ή όχι, όπως επισημαίνει.
Οι κυριότεροι «σταθμοί»
Είναι βέβαια Συμιακοί ερασιτέχνες ηθοποιοί που υπηρετούν όμως το Συμιακό Θέατρο σοβαρά. Τώρα, εδώ και δύο μήνες κάνουν καθημερινά πρόβες το βράδυ.
«Έχουμε ένα ακατάληπτο ρεκόρ για τη Ρόδο: τη Λυσιστράτη του Συμιακού Θεάτρου που το 1989 έδωσε πέντε παραστάσεις στο θέατρο της Μεσαιωνικής Τάφρου, στο παλιό θέατρο με τα ντέξιον, που ήτανε μεγαλύτερο σε χωρητικότητα, έπαιρνε δυόμιση χιλιάδες άτομα, πέντε παραστάσεις 12.500 εισιτήρια! Και μετά φεύγουμε και πάμε στον Λυκαβηττό».
»Θυμάμαι το 1989 ανεβάζαμε ένα έργο δικό μου, τη «Σασέρα» (σ.σ. ανακατώστρα). Πρωταγωνίστρια ήταν η Καθολική η Παντελίδου η οποία είχε παίξει και τον ρόλο της προξενήτρας στον Συμιακό γάμο στη Σύμη και μάλιστα θυμάμαι ότι το 1982 που ήρθαμε στη Ρόδο να δώσουμε την παράσταση επί δημαρχίας του Δημήτρη του Βενετοκλή, κάναμε εμείς εγκαίνια στο ανακαινισμένο Εθνικό Θέατρο.
Το 1989 που ανεβάζαμε τη «Σασέρα», έτυχε το τότε δημοτικό θέατρο-δεν είχε γίνει ακόμη ΔΗΠΕΘΕ-να ανεβάζει «τον άνθρωπο και τα όπλα» σε σκηνοθεσία του Γιώργου του Ρεμούνδου, τη μουσική του έργου την είχε κάνει ο Τάσος ο Καρακατσάνης-όλα εκείνα τα χρόνια γραφόταν μουσική για το θέατρο, απ’ όπου έβγαιναν τα ωραιότερα τραγούδια του ελληνικού ρεπερτορίου.
Ο Τάσος ο Καρακατσάνης, ο Μιχάλης ο Σδούγκος (σ.σ. εκείνα τα χρόνια είχε πάρει και το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, στον κινηματογράφο), ήρθαν να δουν την παράσταση γιατί βλέπουν τον κόσμο μία ουρά ατελείωτη έξω από το Εθνικό Θέατρο και τους προξενεί εντύπωση. Μπαίνουν μέσα, βλέπουν το έργο και μάλιστα μέχρι τότε κάναμε διάλλειμα στα θεατρικά μας για να δουλεύει το κυλικείο του Εθνικού Θεάτρου. Από εκεί και μετά το σταματήσαμε γιατί και εμείς αρχίσαμε να ανεβαίνουμε ποιοτικά.
Έρχεται ο Ρεμούνδος με τους υπόλοιπους συντελεστές και ζητάνε να μιλήσουμε. Μου πρότεινε, λοιπόν, να ανεβάσουμε την Αντιγόνη στο γλωσσικό ιδίωμα της Σύμης, ότι θα κάνει εκείνος την πρόταση στον δήμαρχο της Ρόδου, που ήταν ο Σάββας ο Καραγιάννης, για να γίνει σαν συμπαραγωγή με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου.
Εγώ γέλασα και του λέω “δεν νομίζω ότι προσφέρεται η Αντιγόνη για το γλωσσικό ιδίωμα της Σύμης, θα πρότεινα κάποια κωμωδία, κάποιο έργο του Αριστοφάνη”. Και μου λέει τη “Λυσιστράτη”. Γίνονται όλες οι διαδικασίες, αποφασίζεται από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου το ανέβασμα του έργου και τον Απρίλη του 1989 γίνεται η πρώτη μας συνάντηση με τον Ρεμούνδο, τον Σδούγκο και τον Καρακατσάνη στην Αθήνα για να τους διαβάσω το πρώτο μέρος από τη “Λυσιστράτη” του Αριστοφάνη…στα Συμιακά!
»…Όταν διάβασα το πρώτο κομμάτι, που τυχαίνει να βρίσκεται και ο όρκος της Λυσιστράτης και ήταν και έμμετρος ο λόγος, άρχισαν να… χτυπιούνται στα γέλια και μάλιστα ο Ρεμούνδος είπε ότι έχει πάθει την πλάκα του και πίστευε ότι ήταν η καλύτερη διασκευή! Προτείνει στον Καρακατσάνη να κάνει την επαφή με την Αλεξίου και τον Μητσιά για να τραγουδήσουν τα χωρικά του έργου.
Ο Τάσος ο Καρακατσάνης του προτείνει να κατέβει στη Ρόδο, να δει τους ανθρώπους του Συμιακού Θεάτρου, να τους δοκιμάσει για να δει που βαδίζει. Θα χρησιμοποιήσει δύο επώνυμους καλλιτέχνες για το ανέβασμα του έργου ή θα πρέπει να πάρει και κάποια χορωδία; Και συναντιόμαστε στο σπίτι της Ρηνούλας της Σπανού, της μάνας του γνωστού Λεωνίδα Σακελλαρίδη η οποία ήταν το αηδόνι του Συλλόγου. Είχε πιάνο στο σπίτι της, γίνεται εκεί μια πρώτη οντισιόν, τους ακούει όλους, παίρνει τηλέφωνο τον Ρεμούνδο και του λέει «σταμάτα. Δεν θα γίνει καμία επικοινωνία με τους άλλους, έχω βρει εδώ καλλιτέχνες!»
Θυμάμαι ότι ο Τάσος ο Καρακάτσανης έφερε τη μουσική γραμμένη από την Αθήνα, χρησιμοποιούσε τότε επώνυμους καλλιτέχνες που έπαιζαν και από την κρατική ορχήστρα Αθηνών αλλά και από την ορχήστρα των χρωμάτων του Χατζηδάκη και πήγαμε στην ΕΡΤ Ρόδου και βάλαμε τις φωνές… Ήταν η πρώτη φορά που έπαιξα εγώ στη Ρόδο το 1989. Τη “Λυσιστράτη” την έπαιξε η Κική η Σικάλου-Αλαβέρα. Χορός τεράστιος και 45 άτομα ήταν όλος ο θίασος. Θα ήταν μία πανάκριβη παράσταση αν δεν ήταν ερασιτέχνες!
Ο Κώστας ο Γεωργουσόπουλος, στην κριτική του τότε, το 1989 τη χαρακτήρισε σαν την καλύτερη Λυσιστράτη που ανέβηκε ποτέ και μάλιστα εκθειάζει την ιδέα του Ρεμούνδου και τη στήριξη του δήμου Ρόδου να πατρονάρει την παράσταση αυτή.
Μετά πήγανε στον Λυκαβηττό και παρακολούθησαν την παράσταση πέντε χιλιάδες κόσμου. Το 2017 με την προσπάθεια που καταβλήθηκε από τον περιφερειάρχη και τον Δημήτρη Γάκη το Συμιακό Θέατρο έδωσε την επετειακή παράσταση για τα εβδομηντάχρονα της Ενσωμάτωσης στο ανακαινισμένο θέατρο του Πειραιά με την παρωδία της Γκόλφως και το θέατρο ήταν κατάμεστο.
Ένα άλλο κορυφαίο γεγονός για τους ίδιους ήταν ότι η Ρόδος γιόρτασε τα 2400 χρόνια της με τις «Εκκλησιάζουσες» του Συμιακού Θεάτρου, με σκηνοθέτη τον Νίκο Χατζηπαπα, μουσικό τον Τάσο τον Καρακάτσανη, σκηνογράφο τον Μιχάλη τον Σδούγκο και στις χορογραφίες την Έλλη Παρασκευά, η οποία είναι και μόνιμη συνεργάτης του θεάτρου.
Σήμερα
«Δυστυχώς, φταίμε και εμείς, δεν είμαστε γραμμένοι στο πολιτιστικό μητρώο του υπουργείου Πολιτισμού και δυστυχώς δεν έχουμε χαρακτηριστεί ακόμα ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά-αυτό νομίζω ότι είναι θέμα που περνάει από την περιφέρεια. Είναι ένας στόχος αυτός γιατί το Συμιακό Θέατρο αυτή τη στιγμή είναι το μακροβιότερο ιδιωματικό θέατρο στον Ελλαδικό χώρο. Φτάσαμε μέχρι Κύπρο, είχαμε πάρει την παρωδία της «Γκόλφως» το 1996 και θυμάμαι ότι πήγαμε για δύο παραστάσεις και τελικά δώσαμε τέσσερις»!
Ο κ. Αντωνόγλου λέει, ακόμη, ότι δεν τις ονειρευόταν αυτές τις στιγμές, δεν είχε αυτούς τους στόχους αλλά ήταν μία εσωτερική του ανάγκη και βρήκε και συνοδοιπόρους όλα αυτά χρόνια, όπως Σωτήρης ο Ζουρούδης που παίζει από την πρώτη παράσταση, ο Μερκούρης Χαρίτος, η Κική Σικάλου, ο Αντώνης Φωτάρας κ.α. Μάλιστα, έχουν υπηρετήσει το Συμιακό θέατρο περισσότερο από διακόσια άτομα όλα αυτά τα χρονια!
Όσο για το προσωπικό του παράπονο είναι ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία το Συμιακό Θέατρο να κάνει την επίσημη έναρξη του Φεστιβάλ της Σύμης γιατί έχει μία μοναδικότητα για τη Σύμη. Απλά πηγαίνουν με την υποστήριξη της εκάστοτε δημοτικής αρχής-θα μπορούσαν να πηγαίνουν συχνά καθώς υπάρχουν πολλοί που συνδυάζουν τις διακοπές τους εκεί με τις παραστάσεις του Συμιακού Θεάτρου. Στα σχέδιά τους είναι να δημιουργήσουν σύντομα μία θεατρική ομάδα στη Σύμη και η ομάδα αύτη να συνεργάζεται με την ιστορική ομάδα της Ρόδου.
Και λέει κλείνοντας:
«Πιστεύω ότι το Συμιακό Θέατρο έχει μπει στις ψυχές των ανθρώπων. Κάποτε, όταν ξεκινούσαμε, άκουσα και τη λέξη αυτή: μόδα είναι θα περάσει και δεν ήταν τελικά μόδα. Ήταν κάτι που καθιερώθηκε. Θυμάμαι κακόβουλες κριτικές, ότι είναι βωμολοχίες. Δεν ήταν βωμολοχίες! Είναι η γλώσσα μας και μάλιστα το υπονοούμενο πάντοτε βγάζει περισσότερο γέλιο. Η γλώσσα βοηθάει, η γλώσσα της Σύμης είναι τολμηρή. Τη μιλούσαν άνδρες και γυναίκες και παιδιά».
Τέλος, δεν παραλείπει να ευχαριστήσει τον πρόεδρο, τον κ. Ζουρούδη, όπως και τις μεγάλες κυρίες-κάποιες έχουν φύγει- και τους καλεί «να μην στέκονται εκ του μακρόθεν γιατί όταν βγαίνεις στη σκηνή έχεις κάτι να δώσεις», να μη φοβούνται και είναι ευχής έργον το ότι έχει δημιουργηθεί μαγιά και για τα επόμενα χρόνια, καθώς έχουν αρκετούς νέους ανθρώπους.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News