Μαν. Κολεζάκης: Μιχαήλ Ψελλός: Μία κριτική ματιά στον «κοιμώμενο έρωτα» της Ρόδου
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1182 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Μανώλης Κολεζάκης
emmanuelnkolezakis@gmail.com
Ο Μιχαήλ Ψελλός (Κωνσταντινούπολη, 1018 - Κωνσταντινούπολη, Μάιος 1078) ήταν Βυζαντινός λόγιος, φιλόσοφος, ιστορικός, ποιητής, ιατρός, αστρονόμος, διπλωμάτης, πολιτικός και συγγραφέας με επιβλητικό διδακτικό και συγγραφικό έργο σε όλους τους κλάδους των γραμμάτων και των επιστημών.
Είχε σημαντική προσφορά στον χώρο της γενικής και ανώτερης παιδείας, στην οργάνωση και ανάπτυξη της οποίας, στον 11ο αιώνα, η συμβολή του υπήρξε καίρια. Δίδαξε στο Πανδιδακτήριο, δηλαδή το πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, στο οποίο είχε αποκτήσει τη θέση του ύπατου των φιλοσόφων (δηλαδή πρύτανη, με τους σημερινούς όρους).
Γνωστότερο έργο του είναι η Χρονογραφία, εξιστόρηση των γεγονότων της περιόδου 976-1078. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Ψελλός, ενώ το Μιχαήλ ήταν το μοναστικό του όνομα, μια και έζησε για λίγο καιρό σε ένα μοναστήρι, το οποίο και εγκατέλειψε και γύρισε στην πρωτεύουσα, όπου επανακατέλαβε τη σημαντική θέση που κατείχε στην Αυλή.
Ο Μιχαήλ Ψελλός αναγνώρισε την αξία του νεοπλατωνισμού, ενώ η παιδεία του ήταν βασισμένη στην αρχαία ελληνική κλασική παράδοση, ένθερμοι υποστηρικτές της οποίας υπήρχαν ήδη στο Βυζάντιο από τον 9ο αιώνα.
Μέσα σε αυτό το αρχαιόφιλο πνευματικό κλίμα ο Ψελλός απέκτησε μια σφαιρική και άρτια γνώση της ελληνικής διανόησης, που επιχείρησε να μεταδώσει με τη διδασκαλία του τόσο στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, όσο και σε ευρύτερους κύκλους. Ο Μιχαήλ Ψελλός θεωρεί αξεπέραστη τη φιλοσοφία του Πλάτωνα, ενώ ασκεί κριτική στον Αριστοτέλη, και δίνει το προβάδισμα στη Χριστιανική σκέψη.
Έχει μια συμφιλιωτική στάση μεταξύ πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας και προτάσσει αναλόγως τον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη, επιβεβαιώνοντας την υπαγωγή της φιλοσοφίας στη θεολογία (philosophia ancilla theologiae).
Τα έργα του Ψελλού αποτελούσαν ως επί το πλείστον σύντομες πραγματείες σχετικές με ζητήματα που έθεταν οι μαθητές του, αλλά και σχολιασμούς και παραφράσεις έργων του αριστοτελικού Οργάνου (Κατηγορίες, Περί Ερμηνείας, Αναλυτικά πρότερα), επίσης του Περί Φυσικής Ακροάσεως, πλατωνικών διαλόγων κ.ά.
Οι ποικίλες αναφορές του Ψελλού στην τέχνη, που παρουσιάζουν ως επί το πλείστον ένα ιστορικό ή λαογραφικό ενδιαφέρον, κατατείνουν σε μία φιλοσοφική αισθητική - με αφορμή δύο κείμενά του που αναφέρονται στη σωματική ομορφιά, όταν περιγράφει και στοχάζεται πάνω στο άγαλμα του «κοιμώμενου έρωτα» και αναφερόμενος στο κάλλος και τη χάρη του μικρού εγγονού του («Έκφρασις εις Έρωτα εγγεγλυμμένον λίθω και Εις τον αυτού έκγονον έτι νήπιον όντα»).
Και τα δύο κείμενα αποπνέουν την ίδια ατμόσφαιρα ως προς τη στάση του συντάκτη τους σχετικά με την αξία του βλέμματος, τη σωματικότητα, την ιεραρχία των αισθήσεων και την πλήρη σύνδεση μεταξύ μορφής και περιεχομένου.
Όπως προείπαμε μεταξύ των έργων του Μιχαήλ Ψελλού διασώζονται 3 εκφράσεις που αφορούν 3 διαφορετικά έργα. Τα δύο είναι ανάγλυφα. Εδώ θα αναφερθούμε στην Τρίτη κατά σειρά έκφραση και θα δούμε τις αναλυτικές κατευθύνσεις που υποδεικνύει το κείμενο. Το περιγραφόμενο έργο είναι ένα μαρμάρινο γλυπτό που εικονίζει τον έρωτα να κοιμάται με διπλωμένες φτερούγες και λυμένη φαρέτρα.
Παραφράζοντας το κείμενο του Ψελλού λέει:
«Τα σγουρά του μαλλιά κυματίζουν σχεδόν και αφήνουν ξεσκέπαστο το πρόσωπο. Τα βαριά του φλέβαρα μοιάζουν να κινούνται σαν να βρίσκεται στο ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση (οϋπω δε ονδ' ούτος ακρατής εστίν ούδ' ακριβώς κατεχόμενος).
Αλλά και τα χέρια του δεν μένουν άπρακτα ενόσω κοιμάται (πράττουσι τι καθεύδοντι), το ένα στηρίζει το κεφάλι, το άλλο φαίνεται να κρατά κάτι και συνεχίζει περιγράφοντας το γλυπτό.
Ο «κοιμώμενος έρως» αποτελεί προσφιλές θέμα της αυτοκρατορικής τέχνης της ποίησης και της λογοτεχνίας.
Πρότυπο των παραστάσεων αποτελεί το χάλκινο ολόγλυφο, που σύμφωνα με όλα τα στοιχεία προέρχεται από τη Ρόδο και χρονολογείται μεταξύ του 250 π.Χ. και 150 π.Χ. Εικάζεται ότι ανακαλύφθηκε στην οδό Παπαλουκά και πουλήθηκε από κάποιο E. Geladakis (Ηλία Γελαδάκη) στα 1930 στον Ούγγρο συλλέκτη Joseph Brummer.
Στις 4/11/1943 το γλυπτό περνάει στην κατοχή του Μητροπολιτικού Μουσείου της Ν. Υόρκης. Στις παραλλαγές αυτού του γλυπτού, συγκαταλέγεται σημαντικός αριθμός γλυπτών, που χρονολογείται από την αυτοκρατορική εποχή. Παράσταση του «κοιμώμενου έρωτα» σώζεται ακόμα και σε νόμισμα του 3ου μ.Χ., αιώνα.
(Το υλικό αντλήθηκε από τις παρακάτω πηγές: Σύμμεικτα τόμος 12ος, Μιχαήλ Ψελλός: η ματιά του φιλότεχνου, Χρ. Αγγελίδη, Ο Μιχαήλ Ψελλός και οι επιστημονικές επαναστάσεις στην παράδοση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, Michael Psellos on Literature and A Byzantine Perspective on Aesthetics and Arts, edited by Charles Barber and Stratis Papaioannou και Wikipedia).

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News