Κ. Σκανδαλίδης: Δωδεκάνησα: 200 χρόνια από την παλιγγενεσία των Ελλήνων (Β' μέρος)
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1393 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Κώστας Σκανδαλίδης
B’ MΕΡΟΣ
Η Ρόδος, ούσα διοικητικό κέντρο της Δωδεκανήσου με ισχυρή τουρκική φρουρά 2.000 περίπου ανδρών, με οθωμανικό πληθυσμό μέσα στο φρούριο και 150 κανόνια, δεν ήταν διόλου εύκολο να σκεφτεί για ξεσηκωμούς και εξεγέρσεις. Και δεν θα λέγαμε το αντίθετο και για το νησί της Κω, που παρ’ όλ’ αυτά κατάφερε να υψώσει στην Κέφαλο την επαναστατική σημαία.
Ένα παράδειγμα του ασφυκτικού οθωμανικού περιβάλλοντος το οποίο βίωνε η Ρόδος εκείνη την εποχή, ήταν και η παρέμβαση του Τούρκου διοικητή Σιουκιούρμπεη, ο οποίος υποχρέωσε τον μητροπολίτη Αγάπιο να απαιτήσει από τους κατοίκους της Νισύρου και της Τήλου και αργότερα της Σύμης, της Χάλκης και της Καλύμνου, να μην λάβουν μέρος σε οποιεσδήποτε επαναστατικές κινήσεις.
Όπως και σε άλλα νησιά, έτσι και στη Ρόδο, την ίδια χρονική περίοδο διαδραματίζονται εκ μέρους των Τούρκων διωγμοί και βιαιότητες σε βάρος των Ελλήνων, με αποτέλεσμα 300 από αυτούς, να καταφύγουν στο γαλλικό προξενείο ζητώντας άσυλο, προκειμένου να σώσουν την ίδια τη ζωή τους.
Μερικά από τα «καθήκοντα» του Σουκιούρμπεη, σαν έφτασε στη Ρόδο, ήταν να εισπράξει τους φόρους από τα νησιά που είχαν επαναστατήσει και να μπορέσει να σταματήσει τις καταδρομικές ενέργειες των Κασιωτών, που συνεχώς αφαιρούσαν σιτηρά και βοσκήματα από το νησί, απαιτώντας συγχρόνως πλήρη υπακοή όλων προς τον Σουλτάνο29.
Στην Κω οι Τούρκοι τον Απρίλιο του 1821, επειδή φοβούνται ενδεχόμενη εξωτερική επιδρομή Ελλήνων, θα μεταφέρουν από τα απέναντι τουρκικά παράλια 600 οπλοφόρους, με αποκορύφωμα στις 11 Ιουλίου τη σφαγή 98 κατοίκων της πρωτεύουσας, τη λεηλασία των κατοικιών, τη βεβήλωση των ιερών ναών και τον απαγχονισμό αρκετών κληρικών στον ιστορικό πλάτανο του Ιπποκράτη. Αλλά δεν υπέστη μόνον αυτά τα δεινά η Κως.
Μόλις οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν την έναρξη της Επανάστασης, επισκεύασαν τα κάστρα του νησιού τοποθετώντας πρόσθετες φρουρές και με βία εκκένωσαν το Κάστρο της παλαιάς Αντιμάχειας από τον ελληνικό πληθυσμό του, που κατέφυγαν άλλοι από αυτούς βορειότερα σχηματίζοντας το χωριό Αντιμάχεια και άλλοι νοτιότερα σχηματίζοντας το χωριό της Παλαιάς Καρδάμαινας. Το ίδιο συνέβη και με τους κατοίκους στο Κάστρο του Παλαιού Πυλίου, οι οποίοι κατέφυγαν στα κοντινά χωριά Ασφενδιού και Πυλί. Ακόμα και οι κάτοικοι της Χώρας (της πρωτεύουσας) αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις εξοχές για λόγους ασφαλείας30.
Αλλά δεν ήταν μόνον ο φόβος που οδήγησε τους Τούρκους στον σφαγιασμό των Κώων. Ήταν και πράξη αντιποίνων στην ενέργεια των Κώων να πάρουν μερικά πλοία τους με τα πληρώματά τους και να συνενωθούν στις 24 Ιουνίου 1821 με τους Υδραίους στον αγώνα. Αλλά και τον Αύγουστο του 1824, μετά τη Ναυμαχία του Γέροντα, οι Κώοι θα υποστούν απηνείς διώξεις από τους Τούρκους31.
- Η Λέρος είναι το δεύτερο νησί, μετά την Πάτμο, που θα σηκώσει τη σημαία της Επανάστασης, κατά τον Θεόδωρο Μοσχονά, το δε λιμάνι της υπήρξε καθ’ όλη την επαναστατική περίοδο βάση ανεφοδιασμού του Ελληνικού Στόλου.
Η μύηση των Λερίων στην Επανάσταση θα γίνει από τον Φιλικό Αντώνιο Πελοπίδα. Στην ιδέα, όμως του αγώνα, μυήθηκαν και Λέριοι της Διασποράς, όπως ο Διαμαντής Αντωνίου και ο Ζαχαρίας Ραζανώφ, οι οποίοι συμμετείχαν στα γεγονότα της Μολδοβλαχίας υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.
Τη βούλησή τους να συμμετάσχουν στον αγώνα, οι Λέριοι θα την δηλώσουν από τον Μάιο του 1821, στέλνοντας στην Ύδρα τους Μανώλη Ρεπαπή και Μανώλη Χρήστου, κομίζοντες προς τους άρχοντες του Έθνους επιστολή στην οποίαν αναφέρουν πως και ημείς ἅπαντες εἴμεθα πρόθυμοι διά τήν τοῦ γένους ἐλευθερίαν καί ἀπαλλαγήν νά ἀποθάνωμεν…
Έτσι, τον πρώτο καιρό, η Λέρος θα συμμετάσχει με δύο μικρά σκάφη («λεύκες») των καπεταναίων Χ. Μποναπάρτη και Γεωργίου Παπαμανώλη. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1822 οι Λέριοι θα καταθέσουν τους φόβους τους προς τον Δημήτριο Υψηλάντη για την απουσία του Ελληνικού Στόλου από τα νησιά και θα του υπενθυμίσουν την γειτνίασή τους με την Ανατολή32.
- Η Σύμη, με το ξεκίνημα της Επανάστασης και την παρότρυνση του Δ. Υψηλάντη, ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης στο Κάστρο, δια χειρός του Θεμιστοκλή Γεωργιάδη, και οι κάτοικοί της αγόρασαν ένα πλοίο από τους Κασιώτες και με ένα ακόμη δικό τους άρχισαν τις περιπολίες στις γύρω περιοχές.
Αξιοσημείωτο είναι ότι στις εξορμήσεις αυτές τα συμιακά πλοία ήταν εφοδιασμένα με ένα πιστοποιητικό σφραγισμένο από την Κοινότητα Σύμης, το οποίο περιληπτικά ανέφερε ότι το πλοίο με γραικική σημαία θάλασσας διοικείται από τον (όνομα καπετάνιου) και πάει για διαφέντευση και ελευθερία της πατρίδας από τον οθωμανικό ζυγό. Παρακαλούνται λοιπόν όλες οι εξουσίες των ελευθέρων Βασιλείων να το συνδράμουν και να το υπερασπίζονται όπως πράττουν και οι Συμιακοί για τα δικά τους.
Η ένταξη της Σύμης στην Επανάσταση, επισήμως, έγινε στις 16.8.182133 σε γενική συνέλευση με εκπροσώπους από τη Νίσυρο, την Τήλο, το Καστελλόριζο και την Χάλκη, στην οποία και αποφασίστηκε ο διορισμός δεκαμελούς επιτροπής.
Μέλη της διοίκησης αυτής στην οποία δόθηκε η απόλυτη δικαιοδοσία για τις περαιτέρω ενέργειές της ήταν οι Ιωάννης ρεΐτζης34 Κοντογιάννης, Ιωάννης ρεΐτζης Κοντούδης, Χατζηδιάκος Καμμάς, Γεώργιος ρεΐτζης Πολαίας, Μιχάλης Ντρης, Διάκος Χατζηδιακιού, Νικόλας ρεΐτζης Μανιάς, Μιχάλης Κατζουρακιού, Γεώργιος ρεΐτζης Πατρού, Χατζηβασίλης Ριζόπουλος.
Την απόφαση αυτή υπόγραψαν 77 εξουσιοδοτημένοι κάτοικοι. Μεταξύ αυτών ο Αγαπητός Χατζηϊωάννου, ο Σίμωνας Χατζηκώνστας, o Γεώργιος Χατζηκώνστας, ο Νικόλαος Βενιαμίν - Διακίδης, ο παπάς της Αγ. Τριάδας Μιχαήλ Τσαλίχης, όλοι μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία35.
Επίσης με τους Κασιώτες Νικόλα Γιούλιο και τον Γιάννη Μανωλάκη οι Συμιακοί θα αναλάβουν να επιτηρούν με τα πλοία τους το μπουγάζι36 της Ρόδου για την προστασία των νησιών της Σύμης, της Χάλκης, της Τήλου και της Νισύρου.
Στο μεταξύ αρκετοί κάτοικοι του Καστελλορίζου, για πολλά χρόνια, φιλοξενούνται στη Σύμη. Ίσως μέχρι το 1830. Ο Σίμωνας Χατζηκώνστας, μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση, αρμάτωσε τρία πλοία με δικές του δαπάνες και έβαλε φωτιά στις πόλεις των απέναντι τουρκικών παραλίων, ενώ στη συνέχεια θα ενωθεί με άλλα ελληνικά πλοία που θα καταπλεύσουν στο λιμάνι της Ρόδου, όπου θα κάψουν τρία τουρκικά πλοία.
Η χάρη του φτάνει μέχρι τα παράλια της Κύπρου και της Συρίας, τιθέμενος υπό τη διοίκηση του ναυάρχου Ιάκωβου Τομπάζη, προκαλώντας σημαντικές απώλειες στους Τούρκους. Η Σύμη το 1823, θα αναγκασθεί να υποστείλει τη σημαία της Επανάστασης και να πάψει να συμμετέχει ενεργά σ’ αυτήν, ενώ η οικονομική κατάσταση στο νησί γίνεται δύσκολη37.
Η Νίσυρος, κατά τον αγώνα του 1821, διέθετε ένα υπήνεμο αραξοβόλι, τη νησίδα Γυαλί, η οποία φαίνεται να προστάτευε τα σκάφη από την απέναντι Αλικαρνασσό, όπου συνήθως ναυλοχούσε ο τουρκικός στόλος. Άλλωστε ένα πηγάδι με νερό ήταν ακόμα ένας πρόσθετος λόγος για τα πληρώματα των σκαφών, ώστε να χρησιμοποιείται ο όρμος του Γυαλιού.
Έτσι, και πάλι χρησιμοποιήθηκε το νησί τον Ιούλιο του 1821, μετά από μια αποτυχημένη επιχείρηση των ελληνικών σκαφών εναντίον των τουρκικών στο στενό μεταξύ Κω και Αλικαρνασσού, με τα πληρώματα να δυσανασχετούν και να θέλουν να επιστρέψουν στα νησιά τους. Το ίδιο συνέβη και με τον στολίσκο των Ψαρών που κατέφυγε στους Λειψούς.
Τότε, ως από μηχανής θεός, θα βρεθεί πρώτα στους Λειψούς ο Φιλικός Πάτμιος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Β΄ Παγκώστας και κατόπιν στο Γυαλί στις 22 Ιουλίου, όπου θα πείσει τα δυσανασχετούντα πληρώματα να συμφιλιωθούν και να συνεχίσουν τον αγώνα. Στο Γυαλί, μάλιστα ο Πατριάρχης τέλεσε θεία λειτουργία με ιερά σκεύη που έφερε μαζί του από την Ιερά Μονή της Πάτμου38.
Στο Καστελλόριζο μόλις ξέσπασε η Επανάσταση, οι ναυτικοί μετατρέψανε τα σκάφη τους σε πολεμικά, τοποθετώντας σ’ αυτά κανόνια, ενώ ο φόβος των κατοίκων για αντίποινα από τα απέναντι τουρκικά παράλια όλο και φούντωνε περισσότερο. Εν τέλει, εκείνη την εποχή, στη ναυμαχία που έλαβε χώρα στον κόλπο της Αττάλειας, οι Καστελλοριζιοί με σημαντικό αριθμό εμπορικών πλοίων αρματωμένων, κατάφεραν να βυθίσουν τουρκικά πολεμικά πλοία.
Οι καπετάνιοι που πήραν μέρος με τα πλοία τους στη ναυμαχία αυτή ήταν ο Γιάννης Μουλδουβάνος, ο Διαμαντάρης και ο Χατζηστάθης Ζεμπιλάς39. Ανάμεσα σ’ εκείνους που θυσιάστηκαν κατά την επαναστατική περίοδο, ήταν και ο κληρικός Μιχαήλ Παπαποστόλης, τον οποίο οι Τούρκοι κρέμασαν σε δέντρο σε πλατεία της Αττάλειας40.
Και βεβαίως τα αντίποινα των Τούρκων για την αντίσταση των Καστελλοριζιών έφτασαν ακόμα και σε σφαγές και λεηλασίες οικιών, γι’ αυτό και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οι περισσότεροι προσωρινά το νησί τους. Με διαταγή δε από τη Ρόδο, αφαιρέθηκαν τα κανόνια από το Κάστρο του νησιού και το ίδιο έγινε και στη Σύμη41. Τέλος, από την έναρξη του αγώνα μέχρι και το 1830, τα σκάφη των Καστελλοριζιών εκτελούσαν τα δρομολόγιά τους με υψωμένη την ελληνική σημαία ή με το λάβαρο του νησιού που το κοσμούσαν ο σταυρός και η άγκυρα42.
Το δωδεκανησιακό επιχειρείν κατά την Τουρκοκρατία μέχρι την απελευθέρωση και το θαύμα της ανάπτυξης
Κατά τους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας οι Δωδεκανήσιοι ναυτικοί και έμποροι αντικατέστησαν τους Φράγκους, δημιουργώντας έτσι ένα ισχυρό κέντρο διακομετακομιστικού εμπορίου. Επόμενο ήταν η Ρόδος να διαδραματίσει, λόγω της γεωγραφικής της γειτνίασης με τα Μικρασιατικά παράλια, έναν σημαίνοντα εμπορικό ρόλο μαζί με τις επίσης γειτονικές Κύπρο και Κρήτη.
Η ευμάρεια αυτή, βεβαίως, δεν στάθηκε δυνατόν να διαρκέσει για πολύ, αφού όλα όσα θα ακολουθήσουν από την πλευρά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα με τη βαριά φορολογία και τις δημεύσεις των περιουσιών, είχαν ως αποτέλεσμα, περί τα τέλη του 18ου αι., να υπάρξει ένα κύμα μετανάστευσης κυρίως προς την Αίγυπτο, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Οδησσό.
Μια καλυτέρευση των οικονομικών πραγμάτων θα υπάρξει και πάλι κατά τη διάρκεια του 19ου αι., γεγονός που, κατά το μάλλον ή ήττον, οφείλεται στις απόρροιες της Επανάστασης και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, καθώς επίσης και στις νεοσύστατες ελληνικές παροικίες στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και στη βελτίωση της κατάστασης στη μεσογειακή λεκάνη.
Φυσικό επακόλουθο αυτού του κλίματος, υπήρξε η προσέλευση στα νησιά της Δωδεκανήσου επιχειρηματιών από άλλες νησιωτικές περιοχές, οι οποίοι και θα ευδοκιμήσουν επαγγελματικά στο εμπόριο και στη βιοτεχνία, κυρίως στη Ρόδο, τη Σύμη, την Κάλυμνο και το Καστελλόριζο, νησιά τα οποία φρόντισαν να αναπτύξουν εμπορικές σχέσεις με ευρωπαϊκές χώρες μέσω των εκεί ελληνικών παροικιών.
Έτσι, η ναυτιλία ανθεί στη Ρόδο, την Κάσο και το Καστελλόριζο, ενώ η Κάλυμνος και η Σύμη πρωτοστατούν στο σπογγεμπόριο. Διόλου τυχαίο δεν είναι το ότι η Κάσος κατόρθωσε, από τότε και μέχρι σήμερα, να διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο στην παγκόσμια ναυτιλία43.
Ήδη κατά την ιταλική κατοχή, αλλά και τη συνέχειά της ως την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση στη Μητέρα Πατρίδα, τα Δωδεκάνησα βίωσαν την κατάργηση των όποιων «προνομίων» είχαν παραχωρήσει οι Οθωμανοί, την απειλή της εθνικής τους υπόστασης, αλλά και της θρησκευτικής, καθώς και την εγκατάλειψή τους από τους Δωδεκανήσιους προς εξεύρεση ενός άλλου ελεύθερου τόπου, που θα τους εξασφάλιζε, τουλάχιστον, τα του βίου τους. Οι αδιάψευστοι αριθμοί λένε πως ανάμεσα στο 1912 και το 1917 ο δωδεκανησιακός πληθυσμός μειώθηκε κατά 40%44.
Με την απελευθέρωση όλες οι παλιές επιχειρήσεις, εμπορικές και βιομηχανικές θα περάσουν στα χέρια των Δωδεκανησίων, οπότε και θα αρχίσει η ανοδική πορεία και η ακμή με την αρωγή του ελληνικού κράτους, το οποίο με μια σειρά από προστατευτικά μέτρα και αναπτυξιακά προγράμματα προσπαθεί να βγάλει από το τέλμα την οικονομία του τόπου και να την ανυψώσει.
Πέραν όλων αυτών, τα Δωδεκάνησα, γνωστά σε όλη την Ελλάδα για τη φυσική ομορφιά τους και την ιστορία τους, θα αρχίσουν να γίνονται πόλος έλξης για χιλιάδες επισκέπτες, οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν το ειδικό δασμολόγιο των νησιών και να προμηθευτούν πολλά είδη του εξωτερικού σε τιμές κατώτερες από εκείνες των υπόλοιπων ελληνικών περιοχών.
Έτσι ξεκίνησε το τουριστικό θαύμα και σιγά-σιγά άρχισαν να κτίζονται ξενοδοχεία, πανσιόν, πολυκατοικίες και οι πόλεις και τα χωριά να αλλάζουν όψη και να μεγεθύνονται. Έτσι βρήκαν τα βήματά τους προς την πρόοδο και την ανάπτυξη, το εμπόριο, η βιομηχανία, η γεωργία και η κτηνοτροφία, η βιοτεχνία με όλες τις τέχνες της, η ναυτιλία.
Το δωδεκανησιακό επιχειρείν στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 είχε ανακαλύψει πλέον τα βήματά του και ξεκίνησε να θαυματουργεί.
Αλλά επ’ ουδενί δεν μπορεί να παραλειφθεί η συμβολή του Ε.Β.Ε.Δ. στα οικονομικά δρώμενα της Δωδεκανήσου, το οποίο ιδρύθηκε το 1949 με την υπογραφή του Καστελλοριζιού υπουργού Εθνικής Οικονομίας, Γεωργίου Μαύρου, και κατάφερε εν τέλει να ανασυγκροτήσει την οικονομία του τόπου και να περάσει στην ανάπτυξη, ιδιαίτερα την τουριστική45.
Η εθνική αστική τάξη και η πράξη της ευεργεσίας
Τα δεινά τα οποία υπέστησαν οι Δωδεκανήσιοι κατά τους εξήμισι αιώνες σκλαβιάς, κάτω από καθεστώτα ανελευθερίας, βάρβαρης καταπίεσης καθώς και οικονομικής εξαθλίωσης, τους ανάγκασαν να αναδείξουν τις αρετές που κληρονόμησαν από τους αρχαίους προγόνους τους, -και ενυπήρχαν στο DNA τους- και που δεν ήταν άλλες από αυτές της εργατικότητας, της οξυδέρκειας, της αφοσίωσης στη γλώσσα και στη θρησκεία τους, της αλληλεγγύης προς τους συμπάσχοντες συμπατριώτες τους και της ευεργεσίας προς την ίδια την γενέτειρα, τη σκλαβωμένη και αιμάσσουσα πατρίδα.
Έτσι, λοιπόν, σ’ αυτή την ταλαίπωρη και κατεχόμενη πατρίδα, αναπτύχθηκε μια εθνική αστική τάξη, αφού προηγουμένως είχε την πρόνοια να πάρει τους δρόμους της ξενιτιάς, όπου ευδοκίμησε και μεγαλούργησε και ύστερα άρχισε να νοιάζεται τη δύσμοιρη γενέτειρα και να την τροφοδοτεί οικονομικά προκειμένου να έλθουν καλύτερες ημέρες, όπως εκείνες των ελληνιστικών χρόνων.
Και αυτή η εθνική αστική τάξη, ή καλύτερα αυτοί οι εθνικοί ευεργέτες, ξεκίνησαν να προσβλέπουν σε μια πατρίδα που πρέπει να πάρει τα πάνω της και να ορθοποδήσει και να κάνει τα πρώτα της βήματα προς την πρόοδο και την ανάπτυξη, ήδη, από το β΄ μισό του 19ου αι.
Η αρωγή του Ελληνικού Κράτους και η ιδιωτική πρωτοβουλία
Και βεβαίως, δεν πρέπει να παραλειφθεί το γεγονός ότι αμέσως μετά την απελευθέρωση, το Ελληνικό Κράτος -όπως ειπώθηκε πριν- ήταν εκείνο που έφτασε πρώτο στα Δωδεκάνησα για να ανασυγκροτήσει την καθημαγμένη οικονομία των νησιών με μέτρα, όπως με την παραχώρηση στους ακτήμονες όσων ιδιοκτησιών τους είχαν υφαρπάσει οι κατακτητές με το δίκαιο του ισχυρού, με τη δημιουργία του ειδικού μειωμένου δασμολογίου στις εισαγωγές, αλλά και μειωμένων συντελεστών φορολογίας.
Ο οικονομολόγος και συγγραφέας Μιλτιάδης Λογοθέτης υποστηρίζει ότι αυτή την συντελεσθείσα οικονομική ανάπτυξη της Δωδεκανήσου μπορούμε να την χωρίσουμε σε δύο περιόδους: α) στην δεκαετία 1947-1956, όπου συντελέστηκαν τα έργα υποδομής και β) στην δεκαετία 1957-1966, η οποία αποτέλεσε την περίοδο της εξόρμησης και της δημιουργίας (περίοδος τριτογενούς παραγωγής), όπως την ονομάζει χαρακτηριστικά.
Σ’ αυτήν ακριβώς την χρονική περίοδο άρχισαν να αναπτύσσονται ο τουρισμός, το εμπόριο και οι εξωτερικές συναλλαγές. Τόσο η συμμετοχή των ιδιωτικών επενδύσεων όσο και οι κρατικές ενισχύσεις, αποτέλεσαν τον αναπτυξιακό εκείνο μοχλό, ο οποίος όχι μόνον έκλεισε οριστικά τις σελίδες ένδειας της Δωδεκανήσου, αλλά και την κατέστησαν πρωτοπόρο και σημαιοφόρο στην πρόοδο και την ανάπτυξη του τόπου και τη στήριξη της εθνικής οικονομίας46.
Δωδεκανήσιοι αγωνιστές και ευεργέτες
Σαν έφτασε η πολυπόθητη ώρα της κήρυξης της Ελληνικής Επανάστασης, ώστε να μπορέσουν οι Έλληνες να αποδιώξουν από το σβέρκο τους τον Οθωμανό και να αισθανθούν ελεύθεροι για πρώτη φορά ύστερα από το 1453, ο κάθε Δωδεκανήσιος, ασφαλώς, και ένοιωθε όχι μόνον τα ίδια συναισθήματα και έκανε ταυτόσημες σκέψεις, αλλά κάτι τι παραπάνω, αφού εκείνος ήταν σκλάβος από τα τέλη του 13ου αι.
Έτσι, λοιπόν, με το που έφτασαν οι πρώτοι Φιλικοί στα νησιά κι άρχισαν να ενημερώνουν τους κατοίκους και να τους καθιστούν κοινωνούς της απόφασης και στη συνέχεια καθ’ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης, για τον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα, οι Δωδεκανήσιοι έστερξαν να συνεισφέρουν με όλους τους τρόπους ό,τι, όσα και όπως μπορούσαν.
Άλλος με τη συμμετοχή του στις μάχες, άλλος με τη ναυτοσύνη και τα πλοία του, άλλος με τις οικονομίες του, άλλος με το να γίνει πειστικός μεταφορέας του απελευθερωτικού μηνύματος σε όλους τους συμπατριώτες Δωδεκανήσιους όχι μόνο στα νησιά, αλλά και όπου γης.
Θα πρέπει, ιδιαιτέρως, να τονισθεί ότι τόσο στη Ρόδο όσο και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, η ανελευθερία και η ένδεια τόσων αιώνων, είχαν διδάξει στους Δωδεκανήσιους, όπως ειπώθηκε και πιο πριν, την αλληλεγγύη ανάμεσά τους, αλλά και προπάντων τις πράξεις της ευεργεσίας προς την ιδιαίτερη πατρίδα, που τώρα τους είχε όλους ανάγκη.
Έτσι αναπτύχθηκε μια εθνική αστική τάξη, μια τάξη εύπορων Δωδεκανησίων, οι οποίοι με τη ναυτοσύνη τους και με το εμπόριο στα νησιά (διαδέχθηκαν στους τομείς αυτούς τους Βενετούς μετά την οθωμανική κατάκτηση), αλλά και σε ξένες χώρες, όπως κυρίως στην Αίγυπτο, κατάφεραν να αποκτήσουν περιουσίες, με τις οποίες όμως έδειξαν ότι τους ένοιαζε πρωτίστως η δεινοπαθούσα πατρίδα.
Τέτοιες οικογένειες π.χ. στη Ρόδο, οι οποίες πρωτοστάτησαν στις ευεργεσίες ήταν η οικογένεια Καζούλλη, η οικογένεια των Βενετοκλέων, η οικογένεια Δρακίδη, οι αδελφοί Γεώργιος και Δέσποινα Αμαράντου, οι οποίες, κυρίως έδωσαν βάρος τόσο στη μόρφωση των Ροδίων όσο και στα έργα υποδομής.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
29. Μακρής Μανόλης, ό.π., σσ. 107-108.
30. Μακρής Μανόλης, ό.π. σσ. 99-101.
31. Χατζηβασιλείου Βασίλης Σ., Ιστορία της νήσου Κω Αρχαία -Μεσαιωνική - Νεότερη, έκδ. Δήμου Κω, 1990, σ. 353.
32. Ασλανίδης Κώστας, Η Λέρος στην Επανάσταση του 1821, υπό έκδοση.
33.Γ.Α.Κ. Δωδεκανήσου, Δημογεροντία Σύμης, Ιστορικά έγγραφα, αρ. 7.
34. ρεΐτζης και ρεΐζης = καπετάνιος, από την τουρκική λέξη reis = καπετάνιος τουρκικού πλοίου, τίτλος Οθωμανού αξιωματούχου. [Παπακυριακού Ευαγγελία-Απέργη, Παπακυριακού Χάρης, Βασικό Λεξικό Ξένων Λέξεων της Νέας Ελληνικής, έκδ. GUTENBERG, Αθήνα, 1994, σ. 374].
35. Φαρμακίδης Νικολός, με βάση επίσημα έγγραφα, αντίγραφα των οποίων μας παραχώρησε.
36. Μπουγάζι = στενό θαλάσσιο πέρασμα.
37. Φαρμακίδης Νικολός Β., Κωνσταντίνος Σιμωνίδης Μια ασυμβίβαστη ιδιοφυΐα 1820-1867, Ρόδος, 2020, σσ. 44-52.
38. Πρίντζιπας Γεώργιος Θ., «Η συμμετοχή της Νισύρου στην Επανάσταση του 1821. Η νησίδα Γυαλί και το “πηγάδι του Μιαούλη”», στα ΝΙΣΥΡΙΑΚΑ, τόμος 18, Αθήνα, 2009, σσ. 187-200.
39. Χονδρός Κυριάκος, Η θάλασσα στη ζωή των Καστελλοριζιών, αδημοσίευτη εργασία.
40. Χατζηφώτης Ι. Μ., Καστελλόριζο, Αθήνα, 1996, σ. 17.
41. Χονδρός Μιχαήλ, Για να γνωρίσουμε το θρυλικό Καστελλόριζο, Καστελλόριζο, 1956, σ. 9.
42. Χονδρός Κυριάκος, ό.π.
43. Λογοθέτης Μιλτιάδης, Οι πρωτοπόροι του Δωδεκανησιακού εμπορίου, έκδ. Ε.Β.Ε. Δωδεκανήσου, (Οικονομική Βιβλιοθήκη), Αθήναι, 1968, σσ. 10-11.
44. Λογοθέτης Μιλτιάδης, ό.π., σ. 11.
45 Λογοθέτης Μιλτιάδης, Ρόδος Κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές μεταλλαγές από την ύστερη Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα, Αθήνα, 2019, σσ. 152-159.
46. Λογοθέτης Μιλτιάδης, Οι πρωτοπόροι του Δωδεκανησιακού εμπορίου, έκδ. Ε.Β.Ε. Δωδεκανήσου, Αθήναι, 1968, σσ. 12-13.
AYΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News