Στ. Κυμπουρόπουλος: Όποιος μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία, αυτός αξίζει να είναι σημαιοφόρος
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 911 ΦΟΡΕΣ
Ο ευρωβουλευτής της Ν.Δ. μιλάει στη «Ροδιακή» με αφορμή τη συμμετοχή του στο συνέδριο για τα άτομα με αναπηρία
Μία συζήτηση με τον ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, Στέλιο Κυμπουρόπουλο είναι πραγματικό μάθημα, όχι μόνο για τα τεκταινόμενα στο κέντρο λήψης αποφάσεων των Βρυξελλών αλλά κυρίως όταν μιλάει για το ποιος αξίζει να είναι σημαιοφόρος, για τη νησιωτική πολιτική που, όπως λέει, «είναι η ναυαρχίδα της συνοχής» αλλά και για την ακατάπαυστη επιθυμία του να συνεχίσει να προσφέρει όπου μπορεί να παρεμβαίνει, δηλώνοντας από τώρα την επιθυμία του να είναι εκ νέου υποψήφιος στις ευρωεκλογές του 2024.
Ήταν πολλά χρόνια πριν, πάνω από είκοσι, όταν έγινε γνωστός σε όλη την Ελλάδα, μαθητής του γυμνασίου ακόμα, διεκδικώντας το δικαίωμά του να κρατήσει την ελληνική σημαία αν και βρισκόταν σε αναπηρικό αμαξίδιο. Γιατί αυτό το κέρδισε, αυτό ήταν το δίκαιο: ο μαθητής με τον μεγαλύτερο βαθμό να σηκώνει την ελληνική σημαία.
Τι κι αν ο έλεγχός του ήταν παρά κάτι είκοσι στρογγυλό, του το απαγόρευε ο νόμος. Ένας νόμος του 1974 του έλεγε ότι δεν επιτρεπόταν να το κάνει. Φάνηκε, όμως, από αυτή την άγουρη ηλικία ότι ο σημερινός ευρωβουλευτής... δεν καταλάβαινε από «όχι» όταν είχε να κάνει με τα δικαιώματά του και στο πρόσωπό του όλων των συμπολιτών μας, που μια αναπηρία, μια βλάβη όπως λέει, τους καθιστά εμποδιζόμενα άτομα.
Η ιστορία γνωστή: ξεσηκώθηκαν οι συμμαθητές του, ξεσηκώθηκε ένα σχολείο, μια κοινωνία ολόκληρη, ο νόμος άλλαξε εν μία νυκτί και εκείνος περήφανα σήκωσε την ελληνική σημαία οδηγώντας την παρέλαση με το αναπηρικό του αμαξίδιο, καταχειροκροτούμενος.
Ήταν ο πρώτος που το έκανε στη χώρα μας. Έκτοτε πιστεύουμε είχε πολλές πρωτιές, κερδίζοντας μάχες, ανοίγοντας δρόμους για τα άτομα με αναπηρία στην Ελλάδα. Έτσι, τελείωσε την ιατρική, έγινε ψυχίατρος, επιμελητής Β’ στο Αττικό νοσοκομείο, έχει κάνει μεταπτυχιακά, είναι κοινωνικός ακτιβιστής και εξελέγη ευρωβουλευτής.
Τις προηγούμενες ημέρες, βρέθηκε στη Ρόδο για το μεγάλο συνέδριο που διοργάνωσε ο δήμος Ρόδου, με τη στήριξη και άλλων φορέων, με τίτλο «προς ένα δικαιωματικό μοντέλο αναπηρίας: η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση στην υπηρεσία του πολίτη με αναπηρία και της οικογένειάς του».
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στη «Ροδιακή», τον ρωτήσαμε αρχικά αν έχει ξανάρθει στη Ρόδο, και όπως είπε, μας είχε επισκεφτεί άλλη μία φορά, πριν δεκαπέντε-είκοσι χρόνια, ενώ φάνηκε εντυπωσιασμένος λέγοντας ότι είναι «υπέροχη» αλλά και ότι η αίσθηση που έχει κανείς είναι ότι βρίσκεται σε ένα κεντρικό μέρος και όχι σε νησί! Εκείνα που θυμάται πιο έντονα, βέβαια, είναι το Καστέλο και το μεγάλο σιντριβάνι στην πλατεία Ιπποκράτους. Αυτή τη φορά δεν πρόλαβε να κάνει βόλτα λόγω του συνεδρίου.
«Αναπηρία σημαίνει το εμπόδιο»
Να ξεκινήσουμε από το συνέδριο και τη θεματική του...
«Είναι για το πώς τα ανάπηρα άτομα μπορούν να ενταχθούν και τι διαδικασία πρέπει να ακολουθηθεί για να ενταχθούν μέσα στην κοινωνία».
Δεν θυμάμαι τα τελευταία χρόνια ένα τόσο μεγάλο συνέδριο να έχει διοργανωθεί εδώ μ’ αυτή τη θεματική από τοπικό φορέα. Πιστεύετε ότι κάτι αρχίζει και κινείται; Ακούμε για συμπεριλήψη, για την προσβασιμότητα παντού...
«Αυτό είναι ξεκάθαρο: ότι αλλάζουν τα δεδομένα. Φαίνεται και από την αλλαγή που γίνεται στο κομμάτι της νοοτροπίας ή οι πολίτες γενικότερα είναι πιο κινητοποιημένοι, πιο ενήμεροι για το θέμα-χρειάζονται κι άλλα πράγματα-αλλά θεωρώ και πολύ βασικό ότι γίνεται και από πολιτειακό επίπεδο. Από τη στιγμή που έχουμε μία εθνική στρατηγική για τα άτομα με αναπηρία, έχουμε την ανεξάρτητη αρχή προσβασιμότητας, έχουμε κάτι το οποίο είναι πολύ σημαντικό και προσωπικά ήταν κάτι για το οποίο μπήκα στην πολιτική: για να γίνει πραγματικότητα ο προσωπικός βοηθός. Άρα, λοιπόν, γίνονται πράγματα τα οποία, σιγά-σιγά, όταν εφαρμοστούν στην πληρότητά τους, πιστεύω και είμαι σίγουρος ότι θα αλλάξουν την καθημερινότητα των ανάπηρων συμπολιτών μας».
Κύριε ευρωβουλευτά, γιατί συνέχεια έχουμε την αίσθηση -και πιστεύω ανταποκρίνεται και στην πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό- ότι είμαστε «πίσω»; Είμαστε πίσω σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ας πούμε, η Αθήνα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες...
«Το θέτετε πολύ σωστά το ερώτημα ως προς το κομμάτι “έχουμε την εντύπωση”. Γιατί, αυτή η εντύπωση, πραγματικά, σε μεγάλο βαθμό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είπατε για πρωτεύουσες, πρόσφατα είχα ταξιδέψει στο Παρίσι, υπήρχε μεγάλη δυσκολία για μένα να κινηθώ. Οι Βρυξέλλες δεν είναι από τις πιο προσβάσιμες πόλεις και είναι πρωτεύουσα του Βελγίου...».
Και η καρδιά της Ευρώπης...
«Ακριβώς. Άρα, λοιπόν, μη θεωρούμε ότι στην Ελλάδα γίνονται όλα μαύρα και στο εξωτερικό όλα άσπρα. Κάθε πόλη έχει τα δικά της καλά και χειρότερα. Όπως στην Ελλάδα υπάρχουνε πόλεις οι οποίες θεωρούνται αρκετά προσβάσιμες...».
Όπως;
«Η Κομοτηνή, η Λάρισα. Είναι πόλεις οι οποίες, ναι, λες ότι μπορείς να κινηθείς καλύτερα. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι όταν μιλάμε για προσβασιμότητα στο φυσικό περιβάλλον, πρέπει να ενδιαφερόμαστε για όλους τους ανθρώπους με τις διαφορετικές βλάβες. Η αναπηρία είναι μία. Η αναπηρία σημαίνει το εμπόδιο και πως εμποδίζονται οι άνθρωποι, λόγω της βλάβης τους, να συμμετέχουν μέσα στις διαδικασίες της κοινωνίας. Άρα, λοιπόν, δεν μπορώ να είμαι εγώ καλά που είμαι χρήστης αναπηρικού αμαξιδίου, έχω κινητική βλάβη, αν δεν είναι και αυτός που έχει οπτική βλάβη, να μπορεί να κινηθεί με το λευκό του μπαστούνι. Ή ο κωφός να μπορεί να επικοινωνήσει στη νοηματική. Ή ακόμα και αυτός που έχει νοητική βλάβη να μπορεί να συμμετέχει στις λειτουργίες της κοινωνίας».
Για εμάς εδώ στην Ελλάδα, αν σας ρωτούσαμε ποιο είναι το πρώτο που θα έπρεπε να αλλάξει για να φθάσουμε σ’ αυτό το σημείο, ποιο θα ήταν;
«Η νοοτροπία. (Να υπάρχει) η νοοτροπία η οποία λέει ότι ο ανάπηρος, οι ανάπηροι, έχουν το δικαίωμα να λειτουργούν και να βρίσκονται μέσα στην κοινωνία. Γιατί αν αλλάξει η νοοτροπία θα μπορεί ο τυφλός, η τυφλή, να έχει σχέση με έναν μη τυφλό, θα μπορεί ο κινητικά ανάπηρος να μη θεωρείται ότι θα είναι το βάρος μιας οικογένειας και αυτό δημιουργεί άλλα συναισθήματα. Θα μπορεί ο έχων μία νοητική βλάβη να μπορεί να δουλέψει στην κοινωνία, με τον τρόπο του, σε ένα χώρο. Άρα, λοιπόν, αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει να αλλάξει. Για ν’ αλλάξει αυτό, πρέπει να γίνεται από μικρή ηλικία...».
Από το σχολείο…
«Και πιο πριν. Από το νηπιαγωγείο»
Και η οικογένεια φαντάζομαι…
«Η οικογένεια πρέπει κι αυτή να εκπαιδευτεί. Να εκπαιδευτεί και πρώτον να ξέρει ότι βρίσκεται σε ένα κράτος το οποίο τη στηρίζει και είναι κοντά της για να υποστηρίζει την όποια βλάβη. Και γι’ αυτό θεωρώ ότι το εθνικό σχέδιο δράσης είναι πυλώνας σε ελλείψεις που είχαν γίνει στο παρελθόν».
Πάνω σ’ αυτό που είπατε και από αυτά που διαβάζουμε και ακούμε, εγώ καταλαβαίνω ότι το κράτος πρέπει να είναι παρόν. Το κράτος δεν έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης σ’ αυτό; Από την παιδεία μέχρι τις δομές που θα στηρίξουν τους συμπολίτες μας αυτούς και τις οικογένειές τους;
«Έχετε δίκιο. Χρειάζονται περισσότερες υπηρεσίες οι οποίες να στηρίζουν τη λειτουργία και την καθημερινότητα των ανάπηρων πολιτών. Πλέον, επειδή είναι κάτι που έχει γίνει πολύ καλά και στην ελληνική πολιτική σκηνή, όταν λέμε κράτος δεν πρέπει να περιμένουμε τα πάντα να γίνονται από την κυβέρνηση.
Μεγάλο κομμάτι των υποχρεώσεων και των δυνατοτήτων έχουν δοθεί στις περιφέρειες, ένα μικρότερο αλλά πολλές φορές σημαντικό και στους δήμους. Άρα, μπορούμε και έχουμε τη δυνατότητα κάθε επίπεδο να δημιουργήσει πολιτική για να υποστηρίξει τους αναπήρους. Και ξαναλέω ότι, σε ελληνικό επίπεδο, μετά τη διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, έχουν γίνει αλλαγές. Αλλαγές οι οποίες είναι στη θετική κατεύθυνση και περιμένουμε να ενσωματωθούν και να αποτυπωθούν μέσα στον τρόπο λειτουργίας των πολιτών. Γιατί σκεφτείτε ότι πάμε να αναιρέσουμε και ν’ αλλάξουμε δεκάδων δεκαετιών αντιλήψεις.
Άρα, λοιπόν, αυτό το ξερίζωμα μίας κατάστασης η οποία λέει ότι ο ανάπηρος δεν μπορεί, θέλει πολύ κόπο και πολλή προσπάθεια, και από εμάς και από την υπόλοιπη κοινωνία και από το κράτος, για ν’ ανατραπεί».
«Νησιωτική πολιτική: η ναυαρχίδα της συνοχής»
Εμείς εδώ είμαστε και ακριτική Ελλάδα με ό,τι αυτό συνεπάγεται και πολλές φορές αναδεικνύονται περιπτώσεις συμπολιτών μας που δεν μπορούν να κάνουν τα αυτονόητα. Εδώ στα νησιά, που είμαστε τόσο μακριά από το κέντρο, το πρόβλημα είναι εντονότερο.
«Κοιτάξτε, επειδή αναφέρετε κάτι πολύ ιδιαίτερο. Θεωρώ ότι η νησιωτική πολιτική και ειδικά για την Ελλάδα είναι η ναυαρχίδα της συνοχής. Το πιστεύω ακράδαντα και μάλιστα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είμαι ένας από τους συνεισηγητές στη διαδικασία κατά την οποία συνδιαμορφώσαμε την ευρωπαϊκή στρατηγική για τα νησιά.
Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτό το κείμενο ζητούσαμε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να φέρει ένα σύνολο νομοθετημάτων το οποίο θα αφορά αποκλειστικά και μόνο τα νησιά γιατί είναι αλήθεια ότι έχετε ιδιαιτερότητες. Και πρέπει να τις προσέξουμε και πρέπει να τις διαφυλάξουμε και πρέπει να τις ενισχύσουμε. Τι να μιλήσουμε; Για Παιδεία; Τι να μιλήσουμε; Για Υγεία; Εργασία; Τι να μιλήσουμε; Για Εκπαίδευση;
Όλα αυτά τα πράγματα πρέπει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο να τα δούμε σοβαρά και ν’ αναδείξουμε ότι κάθε νησί ξεχωριστά, πόσο μάλλον η Ρόδος, προσθέτει μεγάλη αξία στη χώρα και συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Άρα, λοιπόν, θεωρώ ότι είναι κάτι το οποίο πρέπει να το δούμε ακόμα με μεγάλη προσοχή και εμένα προσωπικά, ως πολιτευόμενος, με ενδιαφέρει ουσιαστικά να το πάμε σε ένα μεγαλύτερο βάθος».
Αν μπορούμε να πούμε ότι βγαίνει κάτι από το συνέδριο, ποιο είναι αυτό; Τι είδατε; Τι σας μετέφεραν;
«Είχαμε πάρα πολλές συναντήσεις γιατί στο πλαίσιο του συνεδρίου είχαν έρθει διάφοροι φορείς και μιλήσαμε μεταξύ μας. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι υπάρχει μεγαλύτερη και καθημερινή ανάγκη -δηλαδή το είδα και από τη μεριά αυτών που υποστηρίζουν τις δομές αυτές- υποστήριξης και ότι χρειάζονται όποιο επίπεδο κράτους να είναι κοντά τους.
Όποιο επίπεδο διακυβέρνησης, είτε αφορά την περιφέρεια είτε αφορά το κεντρικό κράτος είτε αφορά τον δήμο. Και χρειάζεται να υπάρχει μία μεγαλύτερη επικοινωνία και διάλογος θα έλεγα, μ’ αυτήν την έννοια, έτσι ώστε να μπορούν να φθάσουν οι ανάγκες αυτές στ’ αυτιά των ιθυνόντων. Εγώ αυτό που πιστεύω και είναι το κλειδί για ό,τι λέμε είναι η πληροφόρηση και η ενημέρωση. Όταν οι γονείς -αυτό που είπα και προηγουμένως- θεωρούν ότι η ζωή τους επιβαρύνεται πάρα πολύ, δηλαδή, πρέπει να το δουν αλλιώς. Και δεν μιλάω εκ του ασφαλούς.
Γιατί θα μου πει κάποιος ότι είναι πιο εύκολα για μένα. Γεννήθηκα το 1985 οπότε οι εποχές ήταν άλλες. Δεν υπήρχε υποστήριξη μεγάλη, όση χρειαζόταν. Κι όμως, οι γονείς μου μπόρεσαν και στάθηκαν δίπλα μου. Κι αυτό γιατί; Γιατί πίστεψαν ότι έχουν το παιδί τους. Εννοείται ότι είχα κάποιες παραπάνω ανάγκες. Ως το παιδί τους, όχι ως αυτός ή αυτή που έχει μία βλάβη και «πω-πω τις μας ήρθε». Μ’ αυτή την έννοια. Και έγινε πιο εύκολο και πιο ξεκούραστο για τους γονείς μου. Αυτή η θεώρηση».
Ο σημαιοφόρος
Θα ήθελα να σας κάνω μία πιο προσωπική ερώτηση πάνω σ’ αυτό: από τότε που κρατήσατε τη σημαία στην παρέλαση και άλλαξε ο νόμος, μέχρι τώρα, φαντάζομαι ότι πολύ συχνά έχετε κάνει «επαναστάσεις«, πολλές «επαναστάσεις». Δεν ξέρω, πώς βλέπετε αυτή την πορεία σας, τι έχετε κερδίσει για όλους τους συμπολίτες μας που βρίσκονται σε μία παρόμοια θέση;
«Είμαι της άποψης ότι, φυσικά, ένας κούκος δεν φέρνει ποτέ την άνοιξη και η πορεία η δικιά μου ήρθε για να συμπληρώσει την πορεία του άλλου και ο άλλος για να συμπληρώσει την πορεία του τρίτου. Είναι μία αλυσίδα. Αυτό που έκανα εγώ τότε που αναφέρετε με τη σημαία, είναι να πω στην κοινωνία «ρε παιδιά, δεν τα βλέπετε διαφορετικά τα πράγματα»; Ότι μήπως δεν είναι έτσι όπως τα θεωρούμε έως σήμερα. Ότι γίνονται και διαφορετικά και ότι η αλλαγή και το τι σημαίνει ανάστημα και το τι σημαίνει προσπάθεια εν έτει 1999 -γιατί τότε έγινε το γεγονός- δίνεται άλλη αξία και άλλη θεώρηση. Άρα, λοιπόν, μήπως αξίζει αυτός που δεν έχει το ανάστημα, που δεν έχει τη ρωμιοσύνη όπως τη φανταζόμαστε; Μπορεί να κάνει κάτι σημαντικό για την κοινωνία του και να προσφέρει; Έ, αυτός αξίζει να είναι σημαιοφόρος! Τώρα, λοιπόν, πιστεύω ότι με την πορεία μου είναι κι αυτό που θέλω να δείξω και στον κάθε πολίτη: ότι όταν θες και ας υπάρχει πόνος, δυσκολία, εμπόδια, κάνε την προσπάθειά σου και η αλλαγή μπορεί να έρθει. Και αν έρθει, το αποτέλεσμα θα είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο για σένα, αλλά για όλους μας».
Κλείνοντας, δεν θα μπορούσαμε να μη ρωτήσουμε αν θα είναι εκ νέου υποψήφιος για το ευρωκοινοβούλιο. Ο ίδιος δεν αφήνει πολλά περιθώρια, λέγοντας ότι το έργο που κάνει το κάνει «με πολλή πίστη και αγάπη γι’ αυτό που κάνει και για διαφορετικούς σκοπούς» Και λέει: «Οπότε ναι, είναι κάτι το οποίο μία πενταετία δεν φθάνει. Γιατί την πρώτη πενταετία χτίζεις για να δεις τους καρπούς σου την επόμενη θητεία. Οπότε για μένα είναι πολύ ουσιαστικά και θέλω να ξαναείμαι στα έδρανα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και το επόμενο διάστημα».

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News