Τα φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Δωδεκανήσου.
To Παγκράτιον το παράλιον (Pancratium maritimum) ανήκει στην οικογένεια των αγγειοσπέρμων, μονοκοτυληδόνων φυτών, στην οποίαν ανήκουν και οι νάρκισσοι, οι αμαρυλλίδες, οι γάλανθοι, το διατσίντο, η αγαύη κ.ά.
Η οικογένεια Αμαρυλλίδες (Amaryllidaceae) υπάγεται στην τάξη Λιλιανθή (Lilifforae) και περιλαμβάνει περίπου εξήντα πέντε (65) γένη, με περισσότερα από οκτακόσια (800) είδη, τα οποία φύονται σε ζεστές και σε εύκρατες χώρες.
Οι Αμαρυλλίδες είναι συνήθως πόες με βολβούς ή ριζώματα και έχουν βλαστό κοντό, χωρίς φύλλα. Τα φύλλα των είναι λεπτά και στενά ή σπανίως παχειά και σαρκώδη. Τα άνθη των αντί κάλυκα και στεφάνης έχουν λευκό ή έγχρωμο περιγόνιο, είναι διγενή, ακτινόμορφα, σπανίως ζυγόμορφα, αναπτύσσονται μόνα των ή πολλά μαζί, σχηματίζοντας σκιάδια, βότρυς ή άλλες ταξιανθίες.
Μερικά γένη έχουν κυπελλοειδή ή χοανοειδή παραστεφάνη στο άνοιγμα του περιγονίου. Έχουν συνήθως έξι (6) στήμονες σε θέσεις αντίθετες από τα τέπαλα, δηλαδή του φύλλα του περιγονίου. Η ωοθήκη είναι υποφυής, κύριο γνώρισμα, με το οποίον διακρίνεται η οικογένεια αυτή από τις Λιλίδες, τρίχωρη, με απλό ή τρίλοβο στίγμα. Ο καρπός είναι κάψα ή ράγα.
Στην Ελλάδα φύονται αρκετά είδη αυτοφυή της οικογένειας αυτής, καθώς και μερικά ξένα, τα οποία καλλιεργούνται ως διακοσμητικά. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και το Παγκράτιον το παράλιον (Pancratium maritimum), γνωστό σαν κρίνος ή κρινάκι της θάλασσας και αγριόσκυλο. Είναι πόα πολυετής (ύψους 0,20-0,40μ.), με βολβό σφαιροειδή ή ωοειδή.
Έχει φύλλα γραμμοειδή και αστραφτερά, μόνιμα και άνθη λευκά, με πολύ ευχάριστο άρωμα.
Φυτρώνει στις παραθαλάσσιες περιοχές σε όλα τα μέρη της Δωδεκανήσου και της Ελλάδος γενικότερα. Είναι ένα από τα ωραιότερα είδη της ελληνικής χλωρίδας. Αγαπά τις αμμώδεις παραλίες και ανθίζει κατά το τέλος του θέρους-αρχές φθινοπώρου (Αύγουστ0-Σεπτέμβριο). Κατά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ελάττωση του φυτού, εξαιτίας της αλματώδους τουριστικής ανάπτυξης.
Ειδικότερα το είδος Παγκράτιον (Pancratium) περιλαμβάνει περί τα δεκαέξι (16) είδη, φυτά με βολβό στη ρίζα (κρόμμυον), τα οποία είναι αυτοφυή από τις Κανάριες νήσους, στην Βόρεια Αφρική, στις τροπικές περιοχές της Ασίας και στις παραλίες των παραμεσογείων χωρών. Τα άνθη φύονται από την βάση του φυτού και είναι πάντα χρώματος λευκού (ποτέ σκούρου ή κρεμοειδή). Σχηματίζονται μικρές δέσμες ανθέων, οι οποίες βρίσκονται στην κορυφή γυμνών στελεχών, εκφυομένων από την βολβοειδή ρίζα.
Τα φυτά αυτά ζουν και αναπτύσσονται σε μέρη αμμώδη, όπου το έδαφος είναι διαπερατόν (στραγγίζει εύκολα) και αγαπούν τον άφθονο ήλιο. Το καλοκαίρι αρέσκονται στην ξηρασία. Πολλαπλασιάζονται με σπέρματα ή με την μεταφύτευση των βολβών της ρίζας.
Το Παγκράτιον το παράλιον ήτο γνωστό στους αρχαίους Μινωίτες της Κρήτης, καθώς και στους Έλληνες των μυκηναϊκών χρόνων και το εχρησιμοποιούσαν συχνά ως διακοσμητικό μοτίβο, όπως το Κρίνον της Παναγίας (Lilium candifum).
α) Ειδικότερα σε ορειχάλκινο εγχειρίδιο, το οποίο απεκαλύφθη σε τάφο, κατά τις ανασκαφές των Μυκηνών και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών (Εθνικό Μουσείο) και που φέρει ένθετη διακόσμηση (περί το 1560 π.Χ.), παρίσταται το Παγκράτιον το παράλιον.
β) Σε τοιχογραφία, που απεκαλύφθη στο Ακρωτήρι της Θήρας (Σαντορίνη) απεικονίζεται επίσης το Παγκράτιον το παράλιον (μέσα 2ης χιλιετηρίδας π.Χ.).
γ) Σε πήλινη σαρκοφάγο, που απεκαλύφθη εντός τάφου στο Παλαίκαστρο (Ανατολική Κρήτη), εικονίζεται μεταξύ άλλων και το Παγκράτιον το παράλιον (Υστερομινωική εποχή, περί το 1400 π.Χ.).
Η ιδιαίτερη προτίμηση, που έδειχναν στο θέμα αυτό οι Μινωίτες της Κρήτης και οι Μυκηναίοι τεχνίτες της κυρίως Ελλάδος, εξηγείται από το γεγονός, ότι το θέμα αυτό-παράλληλα προς το Κρίνον της Παναγίας (Lilium candifum)-ικανοποιούσε την νοσταλγία των ανθρώπων της εποχής εκείνης για επίτευξη ισορροπίας και αρμονίας.
Η πληρότητα, κομψότητα και τελειότητα της μορφής των ανθέων αυτών ενσάρκωναν την θέληση για δημιουργία και απετέλουν έκφραση της καθαρότητας και της αγνότητας, γι αυτό και οι απεικονίσεις των θεμάτων αυτών σχετίζονται άμεσα με τόπους θρησκευτικού χαρακτήρα (ιερά, τάφους, κλπ.).
Ως προς τις χρήσεις του φυτού κατά την αρχαιότητα αξίζει να αναφερθούν τα εξής:
Ο Θεόφραστος αναφέρει, ότι η εριώδους υφής και συστάσεως κόμη των σπερμάτων του φυτού αυτού, εχρησιμοποιείτο για την ύφανση υποδημάτων, χρησιμευόντων στην εργασία των αγρών. Επίσης τα σπέρματα εθεωρούντο εδώδιμα. (Ο. Polunin-A. Xuxlef, Blumen am Mittelmeer, Mnenchen 1974, σ. 217).
Ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος Αναζαρβεύς αναφέρεται στη χρήση του φυτού στην θεραπευτική, σημειώνοντας τα εξής:
«Παγκράτιον, οι δε και τούτο σκίλλαν ονομάζουσι. Ρίζα εστί βολβώ μεγάλω ομοία, υπόπυρρος, πικρά και πυρώδης την γεύσιν, φύλλα κρίνω όμοια, μακρότερα δε.
Έχει δε δύναμιν την αυτήν τη σκίλλη και σκευασίαν και δόσιν, ποιούσαν επί των αυτών παθών. Επιεικεστέρα μέντοι της σκίλλης η ταύτης δύναμις. Όθεν και χυλιζομένη μειγνυμένη τε οροβίνω αλεύρω και αναπλασσομένη εις αρτίσκους δίδοται συν υδρομέλητι σπληνικοίς και υδρωπικού ωφελίμως. (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής, ΙΙ, 172).
Στις παραλίες της νήσου Ρόδου, της Κω και άλλων νήσων της Δωδεκανήσου, κατά τους θερινούς μήνες και ιδιαίτερα κατά τον Αύγουστο και αρχές Σεπτεμβρίου, μπορεί να θαυμάσει κανείς τα φυτά του Παγκρατίου του παραλίου, τα οποία ανθίζουν και να απολαύσει το καταπληκτικό του άρωμα.
* Γράφει ο Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Έφορος Αρχαιοτήτων ε.τ.