Ψάχνοντας τη «Λούπα», βρήκαμε την...;

Ψάχνοντας τη «Λούπα», βρήκαμε την...;

Ψάχνοντας τη «Λούπα», βρήκαμε την...;

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 814 ΦΟΡΕΣ

«Η θλίψη σπάνια τραγουδά».

«Η θλίψη σπάνια τραγουδά». Στον Ρίλκε το διάβασε, τώρα τελευταία, η κυρία Ανδρονίκη που πέρασε τα καλοκαίρια της ζωής της σουλατσάροντας άσκοπα σε ρηχές παραλίες και τώρα που διανύει τους χειμώνες της σύνταξης δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει παρά να μονάζει διαβάζοντας ή και τ’ ανάποδο. Ζει μια περίοδο χωρισμού. Της λείπει πολύ η τρελή. Πάνε οκτώ μέρες που το ‘σκασε. Όχι πως θα κάτσει να σκάσει, κι όλας, η κυρία Ανδρονίκη. Τόσα δεινά πέρασε στη ζωή της και δεν έπαθε κατάθλιψη. Έχει τον τρόπο της, δεν είναι απ’ τις γυναίκες που επιτρέπουν στο σκόρο να θρυμματίζει την ψυχούλα της και να την κάνει βουναλάκια σκόνη στο πλακάκι, κάτω απ’ τα σκαλιστά ποδάρια της καρέκλας της γιαγιάς. Ευτυχώς που απέκτησε κλασσική παιδεία κι έχει σωστά πρότυπα η κυρία Ανδρονίκη. Δέκα χρονών ήταν που διάβασε το «Όσα παίρνει ο άνεμος» κι από τότε είχε βάλει σκοπό να μοιάσει της Σκάρλετ ‘Ο Χάρα. Να’ ξερε κανείς πόσες φορές, στη δύσκολη ζωή της, ξεκρέμασε τις παλιές κουρτίνες του σαλονιού, από πράσινο βελούδο, για να φτιάξει βραδινό φόρεμα. Αλλά τώρα πάνε αυτά. Οι κοσμικότητες τέρμα, ο δίσκος στη ζυγαριά της ζωής της, ισορρόπησε ανιαρά κι η ίδια απεσύρθη χωρίς κίνητρα, ένα μοσχοσάπουνο που λιώνει καθημερινά μέσα στην πολυτέλεια της απραξίας της. Της λείπει πολύ η συντροφιά της μικρής. Αλλά τι μπορεί να κάνει ? Τίποτα. Το καθήκον της πάντως το έκανε. Τι ’ναι τα γεγονότα, πέτρα που κυλά στον κατήφορο να βάλει το πόδι της να τη σταματήσει; Έτσι, μ’ αυτούς τους μηχανισμούς αυτοάμυνας, κατάφερνε πάντα να ηρεμεί η κυρία Ανδρονίκη. Το σκατουλίνι! Το θυμάται στη θέση του συνοδηγού με το κεφάλι έξω απ’ το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου που έτρεχε στην παραλιακή, να φυσά αέρας απ’ τη θάλασσα, ν’ ανακατεύει τα πλατινένια της μαλλιά κι εκείνη, η γόησσα του σινεμά, να κοντράρει στο φύσημα με το κεφάλι στητό και τις τρίχες της ν’ ανεμίζουν. Τι σταριλίκι ήταν αυτό; Ίδια η Τζιν Χάρλοου καθισμένη σε σκούρο μπλε Ford Convertible του 40. Πού το βρήκε το μεγαλείο η ψευτογόησσα που κανείς δεν ξέρει πόθε κρατά η σκούφια της; Έκθετο ήταν δυο μηνών, παραπεταμένο, μέσα σ’ ένα κουτί δίπλα στον κάδο των σκουπιδιών. Μπανάλ σκηνή από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία του 50’ με υψηλή τηλεθέαση το 2000, Κι αν δεν ήταν η Σαββίνα και η Χριστίνα, δυο έξυπνα κοριτσάκια, γειτονάκια του γιου της του Αντώνη, δεν θα την γλίτωνε, με τίποτα, την ανακύκλωση ζώντων ζώων. Ήταν αυτές οι μικρές που συγκάλεσαν συνοικιακό συμβούλιο περί της «τύχης της Μαρούλας». Ας ήταν να’ δειχναν οι γείτονες την ίδια ομοψυχία και για το πάρκιν και την αποχέτευση. Τέλος πάντων. Αυτό το τυχερό λαχείο, ποιος θα το πάρει? Τη λύση την έδωσε ο σοφός Σολομών, ο γιος της ο Αντώνης. "Θα το πάω στην μητέρα μου, να’ χει κάτι να διασκεδάζει την πλήξη της", είπε και το ‘κανε. Κι αντί να πάρει στην μητέρα του ένα εγγόνι να το ταχταρίζει στα γόνατα της εκείνη και να το κοιμίζει τραγουδώντας του – καλλίφωνος ούσα – όλον εκείνο τον μελίρρυτο ποταμό των δημοτικών τραγουδιών – της πήρε το σκυλί. Φυσικά, η κυρία Ανδρονίκη, φάνηκε ενθουσιασμένη, όχι γιατί είχε προηγούμενες εμπειρίες με τα ζώα αλλά γιατί την εξέπληξε ευχάριστα εκείνο το αρχαιοπρεπές «να διασκεδάζει την πλήξη της», που πέταξε ο γιος της. Λες τα greeklish να μην εξαέρωσαν εντελώς τα ελάχιστα σταγονίδια της αρχαιογνωσίας του?. Το ξερε το ρήμα διασκεδάννυμι, ότι σημαίνει διασκορπίζω? Πάντα αλλού πατά και αλλού βρίσκεται η κυρία Ανδρονίκη. Την άλλη μέρα ήρθαν στο σπίτι της η Σαββίνα και η Χριστίνα με το σκυλί στην αγκαλιά. Ήρθαν να δουν το χώρο και να της δώσουν τις τελευταίες διατροφικές οδηγίες. "Κοτόπουλο, να της δίνετε. Της κάνει καλό" είπαν οι μικρές. Η άσχετη κυρία Ανδρονίκη συγκατένευσε σεμνά σαν να ομολογούσε μπροστά στην αόρατη τηλεπαρουσιάστρια, την βλακεία της. Ναι δεν ήταν πιο έξυπνη από δυο δεκάχρονα, τουλάχιστον σ’ αυτό το θέμα.’ "Πώς θα την πείτε;", ρώτησε η Σαββίνα. Το μυαλό της κυρίας Ανδρονίκης έκανε ζάπινγκ στην αρχαία μυθολογία, "Ήρα, Ηλέκτρα, Δάφνη, Αφροδίτη, Μυρσίνη ?" Ρώτησε τις μικρές " Α, πα, πα, πα, κοινά ονόματα είναι", είπαν εκείνες." Να τη λέγαμε Σίσυ, Λίζα, Ρόζα, Μίνα, Μάρτζι, Μέριλιν ?" είπε η Κατερίνα, η φίλη του Αντώνη. " Εδώ είναι Ελλάδα, δεν είναι Χόλυγουντ", την έκοψε η κυρία Ανδρονίκη. "Λούπα" (λύκαινα) θα την πούμε", φώναξε. Δικό μου το πεπόνι, δικό μου και το μαχαίρι. Λούπα λέγανε το γκαζολίνι του παππού μου του καπεταν Σάββα που έκανε τα δρομολόγια Σύμη – Ρόδο το 1930", εξήγησε η κ. Ανδρονίκη. Η Λούπα μεγάλωνε με όλες τις αρχές της σύγχρονης «παιδαγωγικής». Ένα ελεύθερο σχολείο, ένα Σαμερχιλ είχε γίνει το σπίτι. Της έδιναν ό,τι ήθελε κι αυτή η μάγισσα τους το ανταπέδιδε με φιλιά, χάδια, νάζια και τσαχπινιά. Ατίθασα νιάτα, τόλμη και γοητεία, βίος και πολιτεία, ακυβέρνητη πολιτεία. Είναι απίστευτο το πόσο εύκολα προσαρμόζονται τα σκυλιά στον ανθρώπινο τρόπο ζωής. Μόνο κοτσιδάκια δεν χτένισε τα μαλλιά της Λούπας η κ. Ανδρονίκη, να της βάλει και κορδελάκια. Αυτό πια το θεωρούσε εκφυλισμό του σκυλίσιου είδους. Αλλοπρόσαλλο πλάσμα ο άνθρωπος, σκέπτεται. Δίνει στα σκυλιά τα χούγια του και παίρνει τα δικά τους. Θυμάται την πρώτη επίσκεψη της Λούπας στη γειτονιά των κοριτσιών. Ειδοποιημένο από πριν το παιδομάνι, το 'σκαγε απ' τα σπίτια για να υποδεχθεί τη σταρ. "Έρχεται η Λούπα, έρχεται η Λούπα", φώναζαν. Το ίδιο φώναζαν κάποια άλλα παιδάκια, 80 χρόνια πριν, όταν έβλεπαν απ' τα ψηλά μπαλκόνια στο Χωριό, στο Πιτίνι, στον Καταρράκτη, την άλλη Λούπα, το γκαζολίνι , να μπαίνει στο λιμάνι της Σύμης. Κατρακυλούσαν τότε στα στενά καλντερίμια του νησιού και φώναζαν " Να η Λούπα, να η Λούπα". Της το είχε διηγηθεί μια φίλη της μητέρας της, μικρό κορίτσι τότε και η ίδια στη Σύμη του 1935. Η ιστορία επαναλαμβάνεται με μικρά ονόματα έστω και με φυλετικές παραλλαγές. Συγγνώμη ποιητή. Έχασε τη Λούπα, αλλά βρήκε τον εαυτό της. Τόσες σκέψεις, χείμαρρος ολόκληρος, βρίσκονταν μέσα της κρυμμένες και πίεζαν τη μπουκαπόρτα του μυαλού της για να βγουν έξω. Δεν έχει σημασία που είναι η ίδια αφηγήτρια, η ίδια ακροάτρια. Στην εποχή που ζει δεν γράφονται πια θεατρικά έργα με διαλόγους. Μονόλογοι γράφονται από μοναχικά άτομα, μονόπρακτα παίζονται: πράξη μια, πρόσωπα..ένα. Γιατί να μην δοκίμαζε να γράψει κι εκείνη; Πριν οκτώ μέρες ακριβώς, κάθονταν με την Κατερίνα, τη φίλη του γιου της, στην κουζίνα και παίζανε με το σκυλί. Πέφτει το μάτι της σε κάτι κόκκινες στάμπες, ίδιες κι απαράλλαχτες πάνω στο πλακάκι."Χτύπησε το ποδαράκι της η Λούπα ", είπε η κ. Ανδρονίκη. "Μα τι λέτε, καλέ, το σκυλί έχει περίοδο, δεν το βλέπετε;". Αποσβολώθηκε η κ. Ανδρονίκη. "Τόσο μικρό, έξι μηνών, μα γίνεται ? Και τώρα τι κάνουμε;" ρώτησε την Κατερίνα που ήταν πεπειραμένη σκυλομάνα. "Τίποτα, απλώς να προσέχετε να μην την πλησιάσει αρσενικός". Της πέταξε ένα μακρόσυρτο "καλά", γύρισε το πρόσωπό της απ' την άλλη μεριά και ψιθύρισε μέσα απ' τα δόντια της "Ο θεός με φύλαξε και δεν μου 'δωσε κόρες. Θα γίνω τώρα μπάστακας της παρθενιάς της σκύλας;". Τόσα χρόνια δεν είχε αναρωτηθεί πώς λειτουργούσε το δικό της σώμα. Καλά το συντηρούσε βέβαια με περπάτημα, κολύμπι και χαμηλά λιπαρά. Για χάρη της Λούπας ρώτησε και έμαθε για κείνες τις δύσκολες μέρες του εξαμήνου. Κόλλησε σε μια φράση :" αυξημένος οίστρος" Προσοχή. Η φύση στέλλει προσκλητήριο. "Λούπα, αλυσοδεμένη θα κυκλοφορείς από δω κι εμπρός". Μα ποιος μπορεί να φυλακίσει τον άνεμο; Καιροφυλακτούσε το παλιοθήλυκο να βρει ανοικτή την πόρτα και το 'σκασε 9 η ώρα το βράδυ. LUPA ALERT, LUPA ALERT. Ακολούθησαν σκηνές αλλοφροσύνης, σκηνές από ταινία ιστορικού περιεχομένου, καραβιές οι πρόσφυγες να αποβιβάζονται στο λιμάνι υποδοχής, να χάνει η μάνα το παιδί και τ’ ανάποδο. Δυο μηχανάκια κι ένα αυτοκίνητο αλώνιζαν την περιοχή μέχρι τα μεσάνυκτα. Πεζή, δυο νυχτοπούλια, δυο γκιώνηδες, η κ. Ανδρονίκη ψύχραιμη κι η Κατερίνα να κλαίει και να οδύρεται, πέρασαν από δρόμους, χωράφια, περβόλια, στάθηκαν σε πόρτες κι αυλές και φώναζαν «Λούπα, Λούπα». Γύρισαν άπρακτες στο σπίτι που τους περίμενε βουβό. Βουβή και ξάγρυπνη πέρασε την πρώτη νύχτα του χωρισμού η κ. Ανδρονίκη καθισμένη σε μια καρέκλα στην αυλή με όλα τα φώτα αναμμένα. Όλα τα σκυλιά ξέρουν τη λέξη νόστος. Δεν θα τη θυμηθεί, πια, κι η Λούπα της; Την άλλη μέρα και την παράλλη, πήρε τους δρόμους μοναχή κι ξανάρθε μοναχή. Έτοιμη την είχε από τώρα τη χαρτογράφηση οικιών, αγροικιών και ζώων για την Εθνική Απογραφή του 2011. Τι βίλλες ήταν αυτές! Τι σχέδια, τι πλούτος! Τι πολυτέλεια!. Τι οικοδομικός οργασμός! Αν ήταν, λέει, σεξουαλικός ο οίστρος που τσίμπησε τους γαιοκτήμονες, εργολάβους, μηχανικούς κ.λ.π. θα 'χε τριπλασιαστεί ο πληθυσμός του νησιού τα τελευταία τέσσερα χρόνια Γιατί διαφωνούν οι αυτοδιοικητικοί για το όνομα του νέου Δήμου του Καλλικράτη? Βίλλα νόβα (Villa Nouva) να πουν την περιοχή. Ήρθε η μπουλντόζα κι έκοψε τετράγωνα τη γη, φέτες ψωμί για τοστ έγιναν τα περβόλια με τα βαζάνια, τους αροίνους, τις μπάμιες και τ' αρναούτια. Ένα χέρι ψυχρό, υπολογιστικό πήρε τη γομολάστιχα κι έσβησε, απ’ το παιδικό σχέδιο της μνήμης, τα φιδίσια μονοπάτια όπου στοίβαζαν, το καλοκαίρι τα παιδιά - υπό το άγρυπνο μάτι του capo di Lavoro, της μάμμης - τα σακιά με τα “κουνέλια” (τα ξερά σύκα), να ‘ρθει το κάρο κι αργότερα το φορτηγό της ποτοποιίας Τριανταφύλλου να τα πάρει για ούζο. Εκείνα τα παιδιά που μάζευαν τα κουνέλια, και τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους κι άλλα κολλητάρια, άσχετα, μεγάλωσαν κι έχουν αυξημένες ανάγκες σε τετραγωνικά μέτρα, έχουν όνειρα “Νεοελληνικά”. Ο “Πύργος” της μάμμης στα Τριάντα - ο κατ’ ευφημισμόν πύργος - δηλαδή το ανώι, το κατώι, η εκτός οικίας “χρεία”, ο κουναράς της υποδοχής, η χοχλακερή αυλή με το πηγάδι στη γωνιά, την κρεβατίνα άνωθεν και τους αρουραίους τη νύχτα επάνωθεν, όλος εκείνος ο χώρος των καλοκαιρινών διακοπών όπου “κιότσευε” η Μαρασιώτικη, μικροαστική οικογένεια, τώρα υπάρχει μόνο σαν φόντο στις οικογενειακές φωτογραφίες, αν υπάρχουν κι αυτές (βλέπε Αθηνάς Κωσταρίδη, Εργάνη Αθηνά, κεφ. 4, Τριάντα). Περπατά και σκέπτεται. Λοξοδρομεί. Το ίδιο και το μυαλό της. Να τα 'γραφε, άραγε, όσα σκέπτεται? Η Λούπα της βέβαια τής έδωκε τ' ωραίο ταξίδι. Και γιατί όχι? Τη γλώσσα την ξέρει, χρόνο έχει. Κι αν δεν πετύχει ? Ένα σκουπίδι παραπάνω, δεν θα φρακάρει δα και το απορριμματοφόρο του Δήμου. Κάθε φορά που πηγαίνει στη Δημόσια βιβλιοθήκη, στέκεται μπροστά στον πάγκο με τα επιστρεφόμενα, διαβάζει τους τίτλους και ελεεινολογεί τον εαυτό της για την άγνοια της. "Έν οίδα ότι ουδέν οίδα". Επίκαιρος ο Σωκράτης, μέχρι και θέατρο είδε την Απολογία του, πέρσι το καλοκαίρι στο αρχαίο Ωδείο. Όπως θέλει γράφει ο καθένας. Αλλά εκείνη είναι πρακτικός άνθρωπος. Το ξέρει το κόλπο των συγγραφέων. Το ζουμί είναι στην αρχή και στο τέλος του έργου. Στη μέση κάνει κοιλιά . Γι ' αυτό η κ. Ανδρονίκη πηδάει τις σελίδες. Τρεις σελίδες χρειάστηκε ο Ραπτόπουλος για να περιγράψει πώς αφοδεύει η Λούλα. Κύριε, ελέησον ! AMBER ALERT, LUPA ALERT. Η κ. Ανδρονίκη έτυχε κλασσικής παιδείας. Γι 'αυτό και η τεχνογνωσία την προσπέρασε ως μή δεκτική μαθήσεως αλλά και κείνη της γύρισε περιφρονητικά την πλάτη. Οι δικοί της τρόποι επικοινωνίας και αναζήτησης είναι κλασσικοί, επιστολές, τηλέφωνα, άντε και κανένα fax. Τη Νικολούλη δεν την χρειάστηκε μέχρι τώρα. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε ο γιος της με την Κατερίνα, ιστοσελίδες, blogs, φιλοζωικές οργανώσεις, φωτογραφίες, τοιχοκολλήματα σε καίρια σημεία. Ας είναι καλά ο κόσμος. Πόση ανταπόκριση, τηλεφωνήματα, υποδείξεις, ενθαρρύνσεις. Ζεστάθηκε η ψυχή της κ. Ανδρονίκης απ' την θαλπωρή που σπινθηροβολούσε το ενδιαφέρον τόσων ανθρώπων για τη Λούπα της. Μήπως αυτό είναι τελικά δείγμα του πολιτισμού κι όχι η Ακρόπολη; Το νόμισμα, βέβαια, είχε και την κάλπικη όψη του. Τής είπαν πως κάποιοι συντηρητές κάποιων ξενοδοχείων της τουριστικής ζώνης, έδεσαν με σύρματα και σχοινιά τ' αδέσποτα που ακολουθούσαν το τουριστικό τρενάκι, τα ΄βαλαν σε μια κλούβα και τα πήραν, ποιος ξέρει πού. Από τότε το τρενάκι έμεινε χωρίς ουρά με ένα γελοίο σηματάκι κολλημένο στο πίσω τζάμι "we love animals", να ξεφωνίζει την υποκρισία τους. Έμαθε για το lanade, το δηλητήριο για τις φόλες. Έγινε κόμπος η ψυχή της. Ποιός διεστραμμένος θα μπορούσε να κάνει κακό στο ζωάκι της; Πρέπει ν΄αντιδράσει, να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί. Γιατί την ενόχλησε ο συντηρητής που μάντρωσε τ΄ αδέσποτα στην κλούβα του? Εκατομμύρια αδέσποτους Έλληνες τους έχουν μαντρώσει οι επιτήδειοι μπόγιες της πολιτικής, μέσα σε πράσινες, κόκκινες , μπλε κλούβες και τους πάνε ντουγρού για το γκρεμό και δεν διαμαρτύρονται, κουνάνε στωικά το κεφάλι και δείχνουν κι ευχαριστημένοι που έχουν και γλύφουν ένα πινάκιο φακής. Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον τρέφονται μεσογειακά, όσπρια αντί κρέατος. Θα αντιδράσει, το ΄χει αποφασίσει. Θυμάται μια τεράστια αλυσίδα από χέρια απλωμένα που κύκλωσαν την Ακρόπολη - Δεν θυμάται γιατί και πότε ήταν. Της είχε αρέσει όμως πολύ η ιδέα. Σήμερα είναι οκτώ μέρες που έφυγε. Το προαισθάνεται πως κάτι θα συμβεί. Οι οκτώ μέρες είναι ιερή προθεσμία, "περίμενε οκτώ μέρες" ή "σε οκτώ μέρες θα δείξει". Πίνει τον καφέ της στην αυλή και κοιτά το μπλε παιχνιδάκι της Λούπας, παρατημένο στο πλακάκι. Τραγικά αμετακίνητο. Τα μάτια της υγραίνονται. Δεν κλαίει. Έτσι ήταν πάντα η κ. Ανδρονίκη. Έμαθε να είναι αξιοπρεπής στον πόνο της. Τι είναι τα συναισθήματα δηλαδή, βραχιόλια να τα φορέσει στα γυμνά της χέρια, να προχωρεί και να κουδουνίζουν " ντρίγκι, ντρίγκι μάνα μου;". ʼ, εκείνα τα υγρά, θλιμμένα μάτια των αδέσποτων σκυλιών. Δυο λιμνούλες υφάλμυρο νερό που μέσα τους καταποντίστηκε η κεντρική ιδέα κάθε τραγωδίας: πείνα, δίψα, πόνος, ξεριζωμός, ξεσπιτωμός, ξυλοδαρμός, απόρριψη, διωγμός, θάνατος. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο συντηρητής με την κλούβα. Τη διαβεβαίωσε ότι κρατούσε την Λούπα και να πάνε να την πάρουν. Έτρεξε αμέσως με την Κατερίνα. Τον είδαν να κάθεται στο μπαρ του ξενοδοχείου με την πλάτη γυρισμένη και να κρατά ένα σκυλί. Δεν χρειάστηκε να πλησιάσουν για να καταλάβουν ότι δεν ήταν η πλάτη της Λούπας. Πήγαν κοντά, τουλάχιστον να τον ευχαριστήσουν για το ενδιαφέρον του. Κρατούσε ένα μπασταρδάκι πεκινουά, με τρίγωνο άσχημο μουτράκι και μπεζ τρίχωμα. Έτρεμε το κακόμοιρο απ΄ το φόβο του. Ποιος ξέρει πόσες μέρες βολόδερνε αδέσποτο. Η κ. Ανδρονίκη κοίταξε την Κατερίνα. Η φανατισμένη σκυλομάνα σώπαινε, ούτε ναι, ούτε όχι. Τότε η κ. Ανδρονίκη έκανε ό,τι έκανε πάντα σε κάτι τέτοιες καταστάσεις φίφτι - φίφτι. Ψήφισε θετικά. "Θα το πάρω εγώ" και το πήρε στην αγκαλιά της. "Καλά κάνατε κ. Ανδρονίκη, τόσο άσχημο που είναι, κανείς δεν θα το 'παιρνε σπίτι του. Πώς θα την πείτε?" Ρώτησε η Κατερίνα ?. ʼντε φτού κι απ' την αρχή. "Σαββίνα, θα το πούμε" είπε και έβαλε το δεύτερο κρίκο στη σκυλίσια αλυσίδα της ζωής της. Το πήρανε σπίτι, το πλύνανε, το ψεκάσανε, έλαμψε το κακόμοιρο, μόνο που ακόμη έτρεμε και δε γάβγιζε. " Τι 'ναι αυτό το δρακουλίνι, ρε μάνα " είπε ο γιος της τ' απόγευμα, όταν το 'δε. "Χάσαμε τη Βουγιουκλάκη και βρήκαμε την ωραία των Αθηνών?", δεν του 'δωσε σημασία. Έκατσε στο τραπέζι της κουζίνας, πήρε ένα μαρκαδόρο, χάιδεψε τη Σαββίνα κι έγραψε με κεφαλαία σ' ένα φύλλο χαρτί τον τίτλο του διηγήματος "ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΛΟΥΠΑ, ΒΡΗΚΑΜΕ ΤΗΝ.....". Το 'χε ήδη φτιάξει μέσα στο μυαλό της το τραγούδι της Λούπας. Δεν θ' άφηνε τη δική της Λούπα να εξαφανιστεί στα παγωμένα νερά του βυθού, όπως η συνονόματη της, εβδομήντα πέντε χρόνια πριν. Ρόδος, Σεπτέμβρης 2010 * Της ʼννας Σωτηράκη (τηλ. επικοινωνίας 6942600907) Φιλόλογος

Διαβάστε ακόμη

Αργύρης Αργυριάδης: Το τροπάριο της Κασσιανής και το… πελατειακό σύστημα

Γιάννης Σαμαρτζής: Επενδύσεις και Παραγωγικότητα: οι βασικότεροι παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν το εισόδημα της χώρας

Χρ. Γιαννούτσος: Μονοήμερο ταξίδι Ρόδος-Σύμη 192 ευρώ για 3 άτομα – Ποια νησιωτική πολιτική;

Κοσμάς Σφυρίου: «Θέλουμε να πάψουν τα ρουσφέτια; Αλλαγή εκλογικού συστήματος αντί επικοινωνιακών “διαγγελμάτων”»

Μαρία Καροφυλλάκη-Σπάρταλη: «Ο συνέχων τα πάντα επί Σταυρού υψούται και θρηνεί πάσα η κτίσις...»

Θανάσης Βυρίνης: Πολυεπίπεδη διακυβέρνηση ή πελατειακό κράτος; Η επιλογή είναι πολιτική

Αργύρης Αργυριάδης: Η δημοκρατία της κόπωσης

Κοσμάς Σφυρίου: Πρώτη καταδίκη για την τραγωδία των Τεμπών