Γιάννης Σαμαρτζής: Επενδύσεις και Παραγωγικότητα: οι βασικότεροι παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν το εισόδημα της χώρας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 540 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οι επενδύσεις και η παραγωγικότητα αποτελούν δύο από τους βασικότερους παράγοντες που καθορίζουν την πορεία και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Η συμβολή τους είναι καθοριστική τόσο σε βραχυπρόθεσμο όσο και σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, καθώς επηρεάζουν άμεσα την οικονομική δραστηριότητα, την απασχόληση και το επίπεδο ζωής των πολιτών.
Στον πυρήνα της αναπτυξιακής διαδικασίας, διεθνώς, βρίσκονται οι επενδύσεις, δηλαδή η διοχέτευση κεφαλαίων σε παραγωγικές δραστηριότητες με στόχο τη δημιουργία νέου πλούτου. Αποτελούν τον πιο σταθερό και καθοριστικό, μακροπρόθεσμα, παράγοντα ανάπτυξης της οικονομίας. Είναι, δηλαδή, το «καύσιμο» που τροφοδοτεί την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας.
Οι επενδύσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης. Όταν πραγματοποιούνται επενδύσεις σε τομείς όπως οι υποδομές, η παιδεία, η τεχνολογία και η καινοτομία στις επιχειρήσεις, αυξάνεται η παραγωγική ικανότητα της χώρας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Επιπλέον, οι επενδύσεις συμβάλλουν στη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών και των υποδομών, γεγονός που καθιστά τη χώρα πιο ελκυστική για ξένους επενδυτές και ενισχύει επιπρόσθετα και τη «βαριά μας βιομηχανία», τον τουρισμό. Στην περίπτωση της χώρας μας, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση, η ανάγκη για αύξηση των επενδύσεων είναι επιτακτική - για την κάλυψη του επενδυτικού κενού των 100 δισ. ευρώ - καθώς αποτελούν τον βασικό μοχλό για την ανάκαμψη και τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας.
Από την άλλη πλευρά, η παραγωγικότητα αναφέρεται στην αποδοτικότητα με την οποία χρησιμοποιούνται οι διαθέσιμοι πόροι, όπως η εργασία και το κεφάλαιο. Όσο υψηλότερη είναι η παραγωγικότητα, τόσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα και η ποιότητα των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται. Αυτό οδηγεί σε αύξηση των εισοδημάτων, καθώς οι επιχειρήσεις μπορούν να προσφέρουν καλύτερους μισθούς στους εργαζομένους τους. Παράλληλα, η βελτίωση της παραγωγικότητας μειώνει το κόστος παραγωγής, καθιστώντας τα ελληνικά προϊόντα πιο ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές, ενισχύοντας τις εξαγωγές.
Κατά συνέπεια, η παραγωγικότητα αποτελεί έναν από τους βασικότερους δείκτες που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα και τη μακροχρόνια αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας. Η αύξησή της θεωρείται προϋπόθεση για σταθερή ανάπτυξη, βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και ενίσχυση της εξωστρέφειας. Παρά τα σημάδια προόδου των τελευταίων, μετά των μνημονίων ετών, τα επίπεδα παραγωγικότητας στη χώρα μας παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που συνδέεται με μια σειρά διαρθρωτικών αδυναμιών.
Με την ευρύτερή της έννοια, η παραγωγικότητα αποτελεί το λόγο ή τη σχέση μεταξύ των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων (εκροές) και των πόρων ή των μέσων που δαπανήθηκαν για την επίτευξή τους (εισροές). Δηλαδή, η παραγωγικότητα εξαρτάται από τη σχέση ενός παραγωγικού συντελεστή, π.χ. της εργασίας ή του κεφαλαίου, και της ποσότητας του προϊόντος που παράγεται με τη χρησιμοποίησή του.
Όταν, όμως, αναφερόμαστε στην παραγωγικότητα σε επίπεδο Εθνικού Προϊόντος, συνήθως εννοούμε την παραγωγικότητα της εργασίας.
Η παραγωγικότητα εργασίας είναι η ποσότητα του πραγματικού Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) το οποίο παράγεται σε μία ώρα εργασίας.
Η παραγωγικότητα δεν αφορά μόνο το πόσο γρήγορα ή πόσο πολύ δουλεύει κάποιος, αλλά κυρίως το κατά πόσο καταφέρνει να μετατρέπει τον χρόνο, την ενέργεια και τους διαθέσιμους πόρους σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Είναι, δηλαδή, μια διαδικασία που απαιτεί οργάνωση, καινοτομία, ξεκάθαρους στόχους και συνεχή αξιολόγηση.
Επομένως, η παραγωγικότητα δείχνει πόσο αποδοτικά χρησιμοποιούνται οι πόροι (εργασία, κεφάλαιο, τεχνολογία) και πώς επηρεάζονται στην ελληνική οικονομία:
- η αύξηση των εισοδημάτων: πιο παραγωγικοί εργαζόμενοι ίσον υψηλότεροι μισθοί
- η μείωση του κόστους παραγωγής: κάνει τα ελληνικά προϊόντα πιο ανταγωνιστικά
- η αύξηση των εξαγωγών: καλύτερη ποιότητα και τιμές με περισσότερες εξαγωγές
- η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου: περισσότερη παραγωγή με λιγότερους πόρους.
Η σχέση μεταξύ επενδύσεων και παραγωγικότητας είναι θεμελιώδης, άμεση και άρρηκτα συνδεδεμένη. Στην οικονομική επιστήμη, οι επενδύσεις θεωρούνται ο βασικότερος κινητήριος μοχλός για την αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία με τη σειρά της αποτελεί τη βάση για τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Οι επενδύσεις σε σύγχρονο εξοπλισμό, καινοτομία και εκπαίδευση συμβάλλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας, καθώς επιτρέπουν στους εργαζόμενους να παράγουν περισσότερο και πιο αποδοτικά. Αντίστροφα, μια οικονομία με υψηλή παραγωγικότητα προσελκύει περισσότερες επενδύσεις, αφού οι επενδυτές αναζητούν περιβάλλοντα όπου μπορούν να επιτύχουν μεγαλύτερη απόδοση των κεφαλαίων τους. Έτσι, δημιουργείται ένας θετικός κύκλος ανάπτυξης, στον οποίο οι επενδύσεις και η παραγωγικότητα αλληλοενισχύονται.
Οπότε, οι δύο έννοιες, των επενδύσεων και της παραγωγικότητας, συνδέονται στενά, γιατί:
Οι επενδύσεις σε τεχνολογία, καινοτομία και εκπαίδευση αυξάνουν την παραγωγικότητα.
Η υψηλή παραγωγικότητα προσελκύει περισσότερες επενδύσεις.
Η σχέση αυτή, με τη σειρά της, αποτελεί τον λεγόμενο «ενάρετο οικονομικό κύκλο ανάπτυξης»:
Επενδύσεις → Παραγωγικότητα → Ανάπτυξη → Περισσότερες επενδύσεις.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι δεν οδηγούν όλες οι επενδύσεις σε αύξηση της παραγωγικότητας με τον ίδιο τρόπο. Η ποιότητα της επένδυσης έχει τεράστια σημασία. Για παράδειγμα, αν τα κεφάλαια κατευθύνονται σε μη παραγωγικούς τομείς, π.χ. υπερβολική επένδυση σε ακίνητα - όπως γίνεται και γινόταν στη χώρα μας - ή αν το επιχειρηματικό περιβάλλον εμποδίζει την καινοτομία, τότε η σχέση «επένδυση – παραγωγικότητα» αποδυναμώνεται (φαινόμενο της κακής κατανομής πόρων).
Στοιχεία της ελληνικής οικονομίας
Η τρέχουσα εικόνα της ελληνικής οικονομίας, με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία των αρχών του 2026, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις επενδύσεις. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια φάση όπου προσπαθεί να καλύψει το τεράστιο επενδυτικό κενό της περασμένης δεκαετίας.
Ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου (οι επενδύσεις δηλαδή) αυξήθηκε εντυπωσιακά κατά 8,9% το 2025, φτάνοντας στο 18%-19% του ΑΕΠ, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών. Αυτό τροφοδοτείται έντονα από το Ταμείο Ανάκαμψης και οδήγησε σε σταδιακή αύξηση της παραγωγικότητας.
Όμως, παρά τη σαφή βελτίωση του επενδυτικού κλίματος, την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και τη μείωση της φορολογίας, η πλήρης εκτίναξη της χώρας φρενάρει ακόμη σε δομικές παθογένειες, όπως η γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης και στον ελεγκτικό ψηφιακό μετασχηματισμό.
Όσον αφορά την παραγωγικότητα, σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας (ΚΕΠΕ):
Το 2024 η Ελλάδα σημείωσε αύξηση της παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο κατά 1% και ανά ώρα εργασίας κατά 0,77% (σε σχέση με το 2023).
Η επίδοση αυτή ξεπέρασε τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (η οποία κατέγραψε μηδενική ή και ελαφρώς αρνητική αύξηση το ίδιο διάστημα).
Ωστόσο, το 2024 η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο βρισκόταν περίπου 18% χαμηλότερα σε σχέση με το 2009. Αντίστοιχα, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας υπολείπεται κατά περίπου 14% συγκριτικά με την έναρξη της κρίσης.
Παραθέτουμε έναν πίνακα με το επίπεδο παραγωγικότητας ανά κλάδο της ελληνικής οικονομίας, όπου παρατηρούμε ότι η παραγωγικότητα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη την ελληνική οικονομία.
Συγκριτικοί Δείκτες και Κλάδοι
|
Κλάδος |
Επίπεδο Παραγωγικότητας |
Τάση 2024-2026 |
|
Τουρισμός |
Μέτριο προς Χαμηλό |
Σταθερή (λόγω έντασης εργασίας) |
|
Μεταποίηση/Εξαγωγές |
Υψηλό |
Ανοδική (επενδύσεις σε αυτοματισμό) |
|
Τεχνολογία |
Πολύ Υψηλό |
Ταχεία Ανάπτυξη |
|
Ενέργεια |
Υψηλό |
Ανοδική (λόγω ΑΠΕ) |
Η γενική εικόνα είναι ότι, παρά τη σταθερή ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει ακόμη να επιστρέψει στα επίπεδα παραγωγικότητας που είχε πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.
Συγκεκριμένα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα κυμαίνεται μόλις στο 57% του μέσου όρου της Ε.Ε. και γύρω στο 52% της Ευρωζώνης. Η δε απόδοση ανά ώρα εργασίας είναι ακόμη πιο χαμηλή, φτάνοντας περίπου το 40% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στην Ελλάδα εργαζόμαστε περισσότερες ώρες συνολικά, αλλά παράγουμε λιγότερη προστιθέμενη αξία ανά ώρα εργασίας σε σχέση με τους Ευρωπαίους ομολόγους μας, δηλαδή ως λαός “παράγουμε” χαμηλότερο εισόδημα.
Από τα παραπάνω, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η σύγκριση της Ελλάδας με το δικό της παρελθόν, αλλά η μεγάλη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Καταλήγουμε, λοιπόν, ότι μόνο με την αύξηση της παραγωγικότητας μέσω των επενδύσεων αυξάνεται το εισόδημα των νοικοκυριών.
Συμπερασματικά, οι επενδύσεις και η παραγωγικότητα αποτελούν θεμελιώδεις πυλώνες για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Οι επενδύσεις, είτε σε ανθρώπινο κεφάλαιο είτε σε τεχνολογία και υποδομές, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Από την πλευρά της, η αυξημένη παραγωγικότητα οδηγεί σε μεγαλύτερη αποδοτικότητα, υψηλότερα εισοδήματα και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Η καινοτομία, η εκπαίδευση, το ανθρώπινο κεφάλαιο και η βιώσιμη ανάπτυξη αποτελούν βασικούς παράγοντες που συνδέουν τις επενδύσεις με την αύξηση της παραγωγικότητας. Επομένως, η ενίσχυσή τους οδηγεί σε αύξηση της απασχόλησης και σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της χώρας. Για τον λόγο αυτό, είναι απαραίτητο να υιοθετηθούν πολιτικές που προωθούν τις επενδύσεις και ενισχύουν την παραγωγικότητα, ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να επιτύχει σταθερή και μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη, αυξάνοντας το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της και ενισχύοντας το εισόδημα των καταναλωτών.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News