Μαρία Καρίκη: Γιατί οι άνθρωποι θυματοποιούνται;
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 125 ΦΟΡΕΣ
Γράφει η Μαρία Καρίκη
Ψυχολόγος, MSc
Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αρκετά περίπλοκες, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι άνθρωποι. Για να είναι υγιής μια σχέση και να μπορέσει να διαρκέσει στον χρόνο χρειάζεται ειλικρίνεια, αμοιβαία κατανόηση, ενσυναίσθηση και συμβατότητα ανάμεσα στα δύο άτομα που τη συναποτελούν. Αυτά τα στοιχεία διασφαλίζουν την ποιότητα και τη βιωσιμότητα της σχέσης με όρους ισοτιμίας. Η ισοτιμία προκύπτει κυρίως από τον σεβασμό που καλλιεργείται και την ενσυναίσθηση που αναπτύσσουν δύο άνθρωποι μεταξύ τους. Χωρίς όλα αυτά οι σχέσεις παρουσιάζουν πολλές παθογένειες.
Συχνά παρατηρούμε σχέσεις που δεν είναι ισότιμες. Κάποιος, δηλαδή, από τους δύο κυριαρχεί έναντι του άλλου. Αρχικά, μπορεί να μην είναι τόσο προφανές. Μπορεί να είναι υπόδηλο και συγκαλυμμένο. Στην πορεία του χρόνου, ωστόσο, η μη ισότιμη διαχείριση αρχίζει και φαίνεται όλο και περισσότερο. Στη συζήτηση, στις αποφάσεις, στους τσακωμούς, στις πράξεις. Κάποιος από τους δύο παίρνει όλο και περισσότερο «έδαφος» στη σχέση και γίνεται πιο κυριαρχικός και επιβλητικός με τον τρόπο του. Ο τρόπος μπορεί να είναι η ένταση της φωνής, η ειρωνεία, η υποτίμηση του άλλου, ο εκφοβισμός, οι απειλές, οι προσβολές...
Αναρωτιέται κανείς, γιατί άραγε οι άνθρωποι ανέχονται τέτοιες συμπεριφορές μέσα σε μια σχέση. Για ποιο λόγο παίρνουν τη θέση του θύματος, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι. Το πιο πιθανό είναι, καταρχήν, τα άτομα αυτά να έχουν χαμηλή αυτοπεποίθηση. Δεν πιστεύουν τόσο στον εαυτό τους, ώστε να θυμώσουν με τον τρόπο που τους φέρονται. Η αξία τους συνήθως προσδιορίζεται από έξω προς τα μέσα κι όχι το αντίθετο, με αποτέλεσμα να συμβιβάζονται με πάρα πολλά, αρκεί ο άλλος να παραμείνει μαζί τους. Δικαιολογούν για πάρα πολύ διάστημα τους άλλους και δεν μπορούν εύκολα να έρθουν σε αντιπαράθεση και να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Επηρεάζονται σε υπέρμετρο βαθμό από τα λόγια των θυτών τους και αυτό τους κάνει να δημιουργούν επιπλέον αμφιβολίες για την αυτοαξία τους και την αυτοεκτίμησή τους.
Η θυματοποίηση έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία. Αν ένα παιδί δεν ένιωσε ότι αγαπήθηκε και επιβραβεύτηκε όσο το είχε ανάγκη, τότε μπορεί να θεώρησε σε αυτή τη μικρή και ευαίσθητη ηλικία ότι μάλλον δεν το άξιζε. Η στάση των μεγάλων απέναντι σε ένα παιδί καθορίζει σημαντικά τον τρόπο που βιώνει τον εαυτό του: αν, δηλαδή, αξίζει ή όχι. Η αδιαφορία, η αμφιθυμία, η υπερβολική αυστηρότητα, η υπερβολική κριτική, η αγάπη με όρους κάνει το παιδί να πιστεύει ότι πρέπει συνεχώς να «παλεύει» για να κερδίζει την αγάπη των μεγάλων. Ψάχνει συνεχώς για σημάδια αγάπης και προσοχής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διαμορφώνεται η αντίληψη ότι και το «ελάχιστο» είναι αρκετό! Μεγαλώνοντας το παιδί και όντας ενήλικας πια μπορεί να συνεχίσει να «βλέπει» τους γονείς του στις επόμενες σχέσεις του και να του είναι ήδη οικείο αυτό το μοτίβο. Το «ελάχιστο» που του δίνουν οι φίλοι, οι υπόλοιποι συγγενείς, οι σύντροφοι, οι συνεργάτες του είναι και πάλι αρκετό!
Τα άτομα που θυματοποιούνται σε μια σχέση είναι συχνά άτομα που ελπίζουν ότι με τη δική τους «καλή» συμπεριφορά θα αλλάξουν τους άλλους. Ελπίζουν, περιμένουν, προσδοκούν ότι θα έρθει κάποτε η στιγμή που όλα θα φτιάξουν με τη δική τους υπερπροσπάθεια και μόνο. Αναλαμβάνουν περισσότερες ευθύνες από ό,τι τους αναλογούν σε μια σχέση, δίνονται υπερβολικά, προσφέρουν συνεχώς και πιστεύουν ότι το άλλο άτομο θα αναγνωρίσει αυτό που παίρνει από εκείνους. Δεν τους πειράζει να «δίνουν» πολλά περισσότερα από ό,τι «παίρνουν». Έρχεται, όμως, ο καιρός που θα αναγκαστούν να συνειδητοποιήσουν ότι για να συντηρηθεί μια σχέση χρειάζεται να υπάρχει και από τις δύο πλευρές καλή πρόθεση και προσπάθεια. Αγωνίζονται για μια σχέση που είναι μη ισότιμη και εις βάρος τους τελικά.
Όσο κι αν πονάνε οι αφυπνίσεις, χρειάζεται να γίνουν. Διαφορετικά το άτομο που παραμένει στη θέση του θύματος θα συνεχίσει να υποφέρει και να αναρωτιέται τι κάνει λάθος. Χρεώνει στον εαυτό του αποκλειστικά την αποτυχία μιας σχέσης και αυτοτιμωρείται, βασανίζεται μειώνοντας περαιτέρω την αυτοπεποίθησή του. Δεν μπορεί να αποδεχτεί εύκολα ότι έπεσε θύμα χειριστικών προθέσεων, ψυχολογικής και συναισθηματικής κακοποίησης. Δυσκολεύεται να «αφήσει» τον θύτη του. Παραμένει, συνήθως, σε αυτόν μέχρι να μην «πηγαίνει» άλλο ή μέχρι να φύγει ο ίδιος ο θύτης.
Η αυτογνωσία, η ενδυνάμωση του εαυτού και ο αυτοσεβασμός είναι απαραίτητα στοιχεία για να αρχίσει να σκέφτεται αλλιώς το άτομο που θυματοποιείται και να βάζει επιτέλους όρια, να αυτοπροστατεύεται περισσότερο, να διεκδικεί τα αυτονόητα και ισότιμα δικαιώματά του σε μια σχέση και να αναγνωρίζει έγκαιρα τους εν δυνάμει θύτες!

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News