Μια ζωή στα χωράφια και στη λαϊκή αγορά – Η αγρότισσα Ελένη Κρητικού μιλά για τις δυσκολίες και την αγάπη της για τη γη
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 412 ΦΟΡΕΣ
Η Ελένη από τη Ρόδο. Η αγρότισσα, που βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια, και στο χωράφι και πίσω από τον πάγκο της λαϊκής αγοράς. Εκεί που εκτός από τα εξαιρετικά προϊόντα που διαθέτει στον κόσμο, κρύβονται αμέτρητες ώρες σκληρής δουλειάς, αγωνίες, προσωπικές θυσίες, αλλά και άνθρωποι που εξακολουθούν να αγαπούν τη γη και όσα αυτή προσφέρει.
Μια τέτοια διαδρομή ζωής είναι και εκείνη της Ελένης Κρητικού, από τη Ρόδο, η οποία μεγάλωσε ανάμεσα στα χωράφια της οικογένειάς της και αφιέρωσε δεκαετίες στην αγροτική παραγωγή και στη λαϊκή αγορά του νησιού.
Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Αγρότισσας, που τιμάται κάθε χρόνο στις 15 Οκτωβρίου, μιλά στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες της υπαίθρου, τις αλλαγές στις συνήθειες των καταναλωτών, την οικονομική στενότητα που διαπιστώνει στην καθημερινότητα των ανθρώπων και τα σοβαρά προβλήματα που απειλούν σήμερα τις καλλιέργειες στη Ρόδο.
Μέσα από τις αναμνήσεις και τις προσωπικές της εμπειρίες αναδεικνύεται η αθέατη πλευρά ενός επαγγέλματος που απαιτεί καθημερινό μόχθο, υπομονή και βαθιά αγάπη για τη γη.
Η σχέση της με την καλλιέργεια άρχισε από τα παιδικά της χρόνια, πολύ πριν ξεκινήσει συστηματικά στη λαϊκή αγορά, γύρω στο 1990. «Στα χωράφια πήγαινα από μικρή. Όλα τα χρόνια που θυμάμαι τον εαυτό μου», λέει, φέρνοντας στον νου τις ημέρες που βοηθούσε τους γονείς της. Η οικογένεια είχε πορτοκαλιές και άλλα εσπεριδοειδή, συκιές, αγκινάρες και εποχικά λαχανικά. Το καλοκαίρι καλλιεργούσαν, μεταξύ άλλων, ντομάτες και πιπεριές, ενώ η δουλειά δεν σταματούσε τον χειμώνα. Οι καλλιέργειες ήταν υπαίθριες, χωρίς θερμοκήπια. Η γνώση περνούσε από γενιά σε γενιά.
Η απόφαση να αναλάβει την οικογενειακή δραστηριότητα ήρθε σε μια κρίσιμη στιγμή. Οι γονείς της έφταναν στην ηλικία της συνταξιοδότησης και κάποιος έπρεπε να συνεχίσει. Εκείνη βρισκόταν τότε χωρίς άλλη εργασία, ενώ ο σύζυγός της είχε κλείσει το κατάστημά του. «Ο πατέρας μου χάρηκε, γιατί ήταν η εποχή που έπαιρναν σύνταξη και έπρεπε κάποιος να αναλάβει», θυμάται. Έτσι, η Ελένη και ο Βαγγέλης αποφάσισαν να καλλιεργήσουν τη γη και να διαθέτουν οι ίδιοι την παραγωγή τους. Η συνέχεια δεν ήταν εύκολη.
Οι πρώτες μέρες στη λαϊκή αγορά
Στην αρχή η λαϊκή αγορά ήταν για εκείνη ένας κόσμος άγνωστος. Θυμάται ακόμη την αμηχανία των πρώτων ημερών, όταν βρέθηκε δίπλα στους δικούς της ανθρώπους και χρειάστηκε να μιλήσει με αγοραστές. «Στην αρχή ντρεπόμουν, αλλά μετά μου άρεσε η επαφή με τον κόσμο», λέει. Φρόντιζε τα παιδιά της και ήθελε να εργαστεί έξω από το σπίτι. Σιγά σιγά, ο πάγκος έγινε χώρος εργασίας, αλλά και επικοινωνίας. Στη λαϊκή αγορά του Αγίου Δημητρίου, στην πόλη της Ρόδου, μαζί με τον σύζυγό της, γνώρισε ανθρώπους που με τον καιρό έπαψαν να είναι απλώς πελάτες.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τις αλλαγές στην αγοραστική συμπεριφορά. Στα χρόνια της μητέρας της, όπως θυμάται, η λαϊκή τελείωνε νωρίς. Οι καταναλωτές πήγαιναν από το πρωί, γέμιζαν τα καλάθια τους και αγόραζαν ποσότητες όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά συχνά και για τα παιδιά τους. «Η μαμά μου πήγαινε το πρωί και, να φανταστείς, στις δώδεκα είχαν τελειώσει», αφηγείται. Όταν άρχισε εκείνη να δουλεύει μαζί με τον Βαγγέλη, η εικόνα είχε ήδη αλλάξει. Οι σταθεροί πελάτες ήταν λιγότεροι, υπήρχαν περαστικοί και επισκέπτες, ενώ τα ψώνια δεν γίνονταν πια με την ίδια άνεση.
Αυτή η μεταβολή δεν αφορούσε μόνο το πόσο γέμιζε ένα καλάθι. Αφορούσε και τη σχέση ανάμεσα στον παραγωγό και σε εκείνον που εμπιστευόταν το φαγητό της οικογένειάς του. Η Ελένη Κρητικού μιλά με περηφάνια για τους πελάτες που απέκτησε με τα χρόνια. «Τους ξέραμε πια με το μικρό τους όνομα», σημειώνει. Εκείνοι, από την πλευρά τους, γνώριζαν πώς καλλιεργούσε και τι έφερνε στον πάγκο. Η ίδια λέει ότι εξηγούσε με ειλικρίνεια τον τρόπο παραγωγής και ότι έδινε ιδιαίτερη σημασία στο να προσφέρει προϊόντα χωρίς τη χρήση φυτοφαρμάκων. «Με εμπιστεύονταν με κλειστά μάτια», αναφέρει, θυμούμενη τη σταθερή πελατεία της.
Η προετοιμασία και ο σεβασμός στη φύση και τους καταναλωτές
Ακόμη και η προετοιμασία των λαχανικών είχε τη δική της σημασία. Έφερνε στον πάγκο προϊόντα φροντισμένα και καθαρισμένα, όπως την είχε μάθει η μητέρα της. Ήταν ένας τρόπος να δείξει σεβασμό στον αγοραστή. Όταν κάποια στιγμή σταμάτησε να πηγαίνει στη λαϊκή, εξαιτίας των υποχρεώσεων στην οικογένεια και τα χωράφια, η αντίδραση των πελατών της τη συγκίνησε. «Στενοχωρήθηκαν όλοι», λέει, επιμένοντας στη σημασία της εμπιστοσύνης που είχε χτιστεί μέσα στα χρόνια.
Η άλλη όψη της διαδρομής της ήταν η κούραση. Η αγρότισσα δεν έχει ένα σταθερό οκτάωρο, ούτε τελειώνει την εργασία της όταν κατεβάσει τον πάγκο. Προηγούνται το χωράφι, η συγκομιδή, η διαλογή και η προετοιμασία των προϊόντων. Ακολουθούν η μεταφορά, η πώληση και η επιστροφή στο σπίτι. «Φεύγαμε πρωί για να γυρίσουμε βράδυ», θυμάται. Η δουλειά συνεχιζόταν χειμώνα και καλοκαίρι, ακόμη και με βροχή. Επισημαίνει ότι στη γεωργία «δεν λες ότι έχω ένα οκτάωρο και φεύγω».
Για μια γυναίκα που είχε παράλληλα την ευθύνη της οικογένειας, οι απουσίες αυτές είχαν και συναισθηματικό κόστος. Τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει αρκετά όταν ανέλαβε με τον σύζυγό της την παραγωγή, ωστόσο οι ώρες μακριά από το σπίτι παρέμεναν πολλές. Στη σύντομη, λιτή απάντησή της για το αν τους έλειπε και αν της έλειπαν, χωρά μια εμπειρία γνώριμη σε πολλές γυναίκες της υπαίθρου: η ανάγκη να ανταποκρίνονται ταυτόχρονα στη δουλειά και στην οικογένεια, χωρίς να μπορούν πάντα να επιλέξουν πού θα βρίσκονται.
Εκείνο που τη σημάδεψε ιδιαίτερα, πάντως, δεν ήταν μόνο η προσωπική κόπωση. Ήταν οι στιγμές που έβλεπε την οικονομική δυσκολία στα πρόσωπα των ανθρώπων απέναντί της. «Τα τελευταία χρόνια με πλησίαζαν και μου έλεγαν “δεν έχω, δεν βγαίνω”», αφηγείται. Θυμάται ηλικιωμένους που περίμεναν τη σύνταξή τους για να ψωνίσουν, ανθρώπους που παλαιότερα αγόραζαν και για τα παιδιά τους, αλλά αργότερα δυσκολεύονταν να καλύψουν ακόμη και τις δικές τους ανάγκες. Αυτές οι μικρές εξομολογήσεις στον πάγκο, λέει, είναι από τις εικόνες που της έχουν μείνει. Η λαϊκή υπήρξε γι' αυτήν και ένας τόπος όπου μπορούσε να δει από κοντά πώς άλλαζε η ζωή των νοικοκυριών.
Ο αγώνας στο… πεδίο
Σήμερα, μιλώντας για τις προοπτικές της γεωργίας στη Ρόδο, η φωνή της γίνεται πιο αυστηρή. Το πρόβλημα που θεωρεί ιδιαίτερα σοβαρό είναι οι καταστροφές από τα ελάφια στις καλλιέργειες. Όπως υποστηρίζει, οι ζημιές και η έλλειψη ουσιαστικής αντιμετώπισής τους αποθαρρύνουν όσους προσπαθούν να συνεχίσουν να παράγουν. «Έχω ένα χωράφι και δεν μπορώ να βάλω τίποτα τώρα, γιατί είναι γεμάτο ελάφια», εξηγεί. Περιγράφει τις επανειλημμένες προσπάθειες των παραγωγών να βρεθεί λύση, χωρίς, κατά την εκτίμησή της, το αποτέλεσμα που χρειάζονται. Έχει φτάσει, όπως λέει, να αφήσει ένα χωράφι ακαλλιέργητο εξαιτίας αυτού του προβλήματος.
Η απογοήτευσή της συνδέεται και με τη δυσκολία πρόσβασης σε υποστήριξη. Θυμάται ότι, όταν ήταν περίπου σαράντα ετών, προσπάθησε να ενταχθεί σε πρόγραμμα νέων γεωργών, χωρίς να γίνει δεκτή. Δεν γνωρίζει, όπως λέει, με σαφήνεια γιατί αποκλείστηκε. Παρά την αποτυχία εκείνης της προσπάθειας, δεν εγκατέλειψε την αγροτική δραστηριότητα. Συνέχισε να εργάζεται μαζί με τον σύζυγό της, αξιοποιώντας όσα γνώριζε από τους γονείς της. Οι αγρότες, πιστεύει, χρειάζονται πρακτική βοήθεια για να παραμείνουν στη γη τους.
Θα συμβούλευε, λοιπόν, έναν νέο άνθρωπο και ιδιαίτερα μια νέα γυναίκα να ασχοληθεί με τη γεωργία; Η απάντησή της δεν είναι ούτε ένα εύκολο «ναι» ούτε μια απόλυτη άρνηση. Αναγνωρίζει πόσο δύσκολη είναι η εργασία, αλλά πιστεύει ότι όποιος αγαπά τη γη μπορεί να βρει σε αυτήν πολλά περισσότερα από ένα εισόδημα. Χρειάζεται, λέει, βοήθεια από την οικογένεια και στήριξη για να μπορέσει να προχωρήσει. «Σου δίνει ικανοποίηση, ηρεμία, ισορροπία και πολλά άλλα που δεν τα βρίσκεις σε άλλα επαγγέλματα», επισημαίνει. Η ίδια υποστηρίζει και μια λογική παραγωγής με μέτρο, με καλλιέργειες και ποσότητες που μπορούν πραγματικά να καταναλωθούν, χωρίς περιττές υπερπαραγωγές.
Η συμβουλή της γιαγιάς της
Αν, όμως, υπάρχει μια φράση που συνοψίζει τη στάση της απέναντι στη δουλειά, δεν την έμαθε ούτε από κάποια υπηρεσία ούτε από ένα πρόγραμμα επιμόρφωσης. Την άκουσε μικρό κορίτσι από τη γιαγιά της, όταν πήγαιναν μαζί να μαζέψουν ελιές. Μπροστά στον όγκο της δουλειάς, η μικρή Ελένη απορούσε πώς θα προλάβαιναν να τελειώσουν. «Παναγία μου, εμείς θα τις μαζέψουμε όλες;» τη ρωτούσε. «Το μάτι είναι δειλό, μα το χέρι τολμηρό», της απαντούσε η γιαγιά της. Χρόνια αργότερα, τις δύσκολες Παρασκευές της συγκομιδής, όταν έπρεπε να ετοιμαστούν όλα για τη λαϊκή του Σαββάτου, θυμόταν αυτή τη φράση και έπαιρνε κουράγιο. Κι έτσι πορεύτηκε στη ζωή της μέχρι σήμερα.




Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News