Μαρία Καρίκη: Γιατί κάποιος άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται τόσο μόνος;
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 119 ΦΟΡΕΣ
Γράφει η Μαρία Καρίκη
Ψυχολόγος, Msc
Ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται μόνος, ακόμα κι αν περιτριγυρίζεται από πολλούς ανθρώπους. Το βίωμα της μοναξιάς δεν έχει να κάνει με τον αριθμό των ατόμων που μας πλαισιώνουν. Έχει να κάνει με την ποιότητα της κάθε σχέσης στη ζωή μας, αλλά και το βάθος της σύνδεσης που έχουμε (ή δεν έχουμε) πετύχει. Υπάρχουν κάποιοι που νιώθουν πολύ μόνοι μέσα στην καθημερινότητά τους, χωρίς απαραίτητα να τους λείπει κάτι τόσο σοβαρό.
Αυτό προκύπτει κάποιες φορές από τη συνειδητοποίηση ότι, ενώ υπάρχουν γύρω μας γνωστοί, φίλοι ή συγγενείς, δεν μπορεί το άτομο να μιλήσει ουσιαστικά σε κάποιον από αυτούς. Σαν να μην είναι απόλυτα ο εαυτός του. Θεωρεί ότι δεν μπορούν να τον καταλάβουν πραγματικά ή τουλάχιστον έτσι όπως θα ήθελε. Έχει την αίσθηση ότι οι σχέσεις του είναι περισσότερο επιφανειακές. Υπάρχει μεν η οικειότητα, αλλά όχι τόσο η συναισθηματική εγγύτητα.
Πολλές φορές οι άνθρωποι, μετά από κάποιες απογοητεύσεις, προδοσίες ή απώλειες, διστάζουν και οι ίδιοι να ξανανιώσουν τόσο κοντά με κάποιον άλλο. Ορθώνουν άμυνες για να μην ξαναπληγωθούν ή ξαναπονέσουν και, ενώ φαίνονται κοινωνικοί, στην πραγματικότητα ίσως δεν είναι και τόσο ανοιχτοί. Μπορεί να επιθυμούν νέους ανθρώπους στη ζωή τους, ωστόσο φοβούνται να εμπιστευτούν ξανά και να αφεθούν. Μετά από τραυματικές εμπειρίες ή σχέσεις μπορεί να υπάρχει έντονη η δυσκολία να αισθανθεί κανείς πάλι ότι «ανήκει» κάπου.
Μοναξιά, επίσης, μπορεί να νιώθει κάποιος όταν έχει μάθει ότι πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα μόνος του, χωρίς βοήθεια από κανέναν. Από τη μια είναι δείγμα δύναμης να προσπαθείς να βασίζεσαι στον εαυτό σου, από την άλλη, όμως, από ένα σημείο και μετά, αρχίζει να γίνεται εξουθενωτικό ψυχικά. Οι άνθρωποι αυτοί δυσκολεύονται να δείξουν την πιο ευάλωτη και εύθραυστη πλευρά τους, με αποτέλεσμα κανείς να μη γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει μέσα τους. Το «δεν χρειάζομαι κανέναν» τις περισσότερες φορές είναι μια άμυνα, μια αυτοπροστασία, παρά μια αλήθεια. Ίσως περιμένουν να καταλάβουν οι άλλοι από μόνοι τους ότι χρειάζονται στήριξη κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, απογοητεύονται.
Στις περιόδους που ένα άτομο βιώνει έντονο άγχος, θλίψη, μελαγχολία ή κατάθλιψη, είναι πιο πιθανό να νιώθει ακόμα πιο μόνος ή μόνη. Οι αρνητικές σκέψεις, η χαμηλή διάθεση, η δυσκολία σύνδεσης με τους άλλους εξαιτίας του υπάρχοντος συναισθηματικού φορτίου τείνουν να οδηγούν το άτομο σε απόσυρση, απομόνωση. Χάνει το κίνητρο να έρθει σε επαφή και να αλληλεπιδράσει με άλλους. Βυθίζεται τόσο πολύ τότε στον εαυτό του κανείς, που όλα του φαίνονται μάταια και ανούσια.
Υπάρχουν, ωστόσο, και οι περιπτώσεις που κάποιος μπορεί να έχει υπερβολικά υψηλές προσδοκίες από μια σχέση, με αποτέλεσμα όλες οι επιλογές ανθρώπων να του φαίνονται ανεπαρκείς. Αν, δηλαδή, περιμένει από τους άλλους να τον καταλαβαίνουν χωρίς να επικοινωνεί αυτό που του συμβαίνει, να είναι οι άλλοι συνεχώς διαθέσιμοι ή να του καλύπτουν όλες τις συναισθηματικές του ανάγκες, τότε είναι πιθανό να αισθάνεται κάποιος μόνος, χωρίς αυτό πραγματικά να συμβαίνει! Οι υπερβολικές προσδοκίες δεν μπορούν να ικανοποιηθούν κι έτσι το άτομο ματαιώνεται συνεχώς.
Η αυτοπεποίθηση παίζει, επίσης, σημαντικό ρόλο στο πώς αισθάνεται ένας άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους. Η χαμηλή αυτοπεποίθηση μπορεί να κάνει κάποιον να πιστεύει ότι δεν είναι αρκετά ενδιαφέρων ή αγαπητός στους γύρω του. Οι ανασφάλειές του ενδέχεται να τον κάνουν να θεωρεί ότι δεν είναι «αρκετός» για να θέλει κάποιος να είναι πραγματικά δίπλα του ή να αξίζει την αγάπη και την εκτίμησή του. Έτσι, συνήθως, αποφεύγει να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να φέρουν άλλους ανθρώπους πιο κοντά του.
Ο τρόπος που έχουμε μάθει να σχετιζόμαστε με τους γύρω μας καθορίζει το συναίσθημα που θα αναπτυχθεί και τη στάση που θα εκδηλωθεί. Όταν κάποιος φοβάται, συνειδητά ή μη, ότι θα τον κρίνουν, θα τον απορρίψουν, θα τον εγκαταλείψουν ή ότι θα εξαρτηθεί από τους άλλους, διστάζει να αφεθεί και να συνδεθεί ουσιαστικά. Μπορεί να νιώθει άβολα ή εκτεθειμένος σε μια σχέση κι έτσι «περιορίζει» τον πραγματικό εαυτό του. Επιλέγοντας κανείς τη συναισθηματική απόσταση από τους άλλους, αρχίζει και αισθάνεται σταδιακά ότι δεν είναι μέρος μιας ομάδας ή κοινότητας ανθρώπων. Και κάπως έτσι, ενώ συνεχίζει και υπάρχει η ανάγκη για επαφή και επικοινωνία με τους άλλους, κυριαρχεί η πεποίθηση ότι «κανείς δεν είναι ουσιαστικά δίπλα μου». Το ερώτημα, επομένως, στο τέλος, δεν είναι απαραίτητα «αν όντως νιώθω μόνος», αλλά «πόσο ασφαλής αισθάνομαι, ώστε να αφήσω κάποιον να με πλησιάσει, να με γνωρίσει πραγματικά και σε βάθος»...! Είναι, δηλαδή, πράγματι οι άλλοι αδιάφοροι και απόντες ή μήπως εγώ δεν τους «αφήνω» να έρθουν πολύ κοντά μου;

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News