ΔΕΘ: Τα μηνύματα Μητσοτάκη για εκλογές, οικονομία και ελληνοτουρκικά
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 142 ΦΟΡΕΣ
Αυτοδυναμία, ακρίβεια και το στοίχημα της τρίτης θητείας
Με το βλέμμα στραμμένο πλέον ευθέως στις εθνικές εκλογές της άνοιξης του 2027, αλλά ταυτόχρονα με προσπάθεια να κρατήσει στο προσκήνιο την οικονομία και την καθημερινότητα των πολιτών, εμφανίστηκε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε την Κυριακή στο πλαίσιο της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Η παρουσία του πρωθυπουργού στο «Ιωάννης Βελλίδης» συμπλήρωσε ουσιαστικά την πολιτική πλατφόρμα που είχε παρουσιάσει μία ημέρα νωρίτερα από το βήμα της ΔΕΘ. Μία πλατφόρμα που δεν περιορίζεται στους τελευταίους μήνες της σημερινής κυβερνητικής θητείας, αλλά επιχειρεί να συνδέσει το 2027 με έναν νέο πολιτικό κύκλο έως το 2031.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν στο τέλος της τετραετίας, την άνοιξη του 2027, απέκλεισε τα σενάρια πρόωρης προσφυγής στις κάλπες και έθεσε ως κεντρικό πολιτικό στόχο της Νέας Δημοκρατίας την επίτευξη αυτοδυναμίας. Παράλληλα, επέμεινε ότι οποιαδήποτε οικονομική παροχή θα πρέπει να κινείται αυστηρά μέσα στα δημοσιονομικά όρια, αναγνωρίζοντας πάντως ότι ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής ανάπτυξης δεν έχει ακόμη φτάσει στην καθημερινότητα όλων των πολιτών.
Ο ίδιος επιχείρησε, με αυτόν τον τρόπο, να περιγράψει και το βασικό δίλημμα πάνω στο οποίο φαίνεται ότι σκοπεύει να οικοδομήσει την προεκλογική στρατηγική του: σταθερότητα και συνέχεια από τη μία πλευρά, απέναντι στον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας και κυβερνήσεων συνεργασίας από την άλλη.
Εκλογές την άνοιξη του 2027
Σε ένα από τα πλέον σαφή σημεία της συνέντευξης Τύπου, ο πρωθυπουργός απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, δηλώνοντας ότι οι κάλπες θα στηθούν την άνοιξη του 2027, με την ολοκλήρωση της τετραετίας.
Υποστήριξε ότι πιστεύει στη θεσμική συνέπεια και στην ολοκλήρωση των εκλογικών κύκλων, υπενθυμίζοντας ότι και πριν από τις εκλογές του 2023 είχαν διατυπωθεί ανάλογα σενάρια πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, τα οποία τελικά δεν επιβεβαιώθηκαν.
Παράλληλα, εμφανίστηκε πεπεισμένος ότι ο στόχος της αυτοδυναμίας παραμένει εφικτός, παρά τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τις εκλογές του 2023, σημειώνοντας ότι πριν από εκείνη την αναμέτρηση οι περισσότερες δημοσκοπήσεις τοποθετούσαν τη Νέα Δημοκρατία χαμηλότερα από το αποτέλεσμα που τελικά κατέγραψε στις κάλπες.
Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, η αυτοδύναμη κυβέρνηση αποτελεί την καλύτερη λύση για την πολιτική σταθερότητα της χώρας, ιδιαίτερα σε μία περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών προκλήσεων. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ανάληψη από την Ελλάδα της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιουλίου 2027, υποστηρίζοντας ότι η χώρα θα πρέπει εκείνη την περίοδο να διαθέτει σταθερή κυβέρνηση και όχι να βρίσκεται σε παρατεταμένες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβερνητικού σχήματος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε παράλληλα την επιδίωξη τρίτης κυβερνητικής θητείας όχι ως μία απλή συνέχεια της σημερινής πολιτικής, αλλά ως εντολή για ταχύτερες και, όπως είπε, πιο τολμηρές μεταρρυθμίσεις.
Αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση έκανε λάθη κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στην πανεπιστημιακή αστυνομία και στις καθυστερήσεις στην εφαρμογή ορισμένων κυβερνητικών πολιτικών. Υπογράμμισε ωστόσο ότι άλλο είναι η αυτοκριτική και άλλο η συνολική απαξίωση του κυβερνητικού έργου, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα του 2026 βρίσκεται σε σαφώς καλύτερη θέση από εκείνη του 2019.
Η ακρίβεια παραμένει το μεγάλο μέτωπο
Ιδιαίτερο βάρος στη συνέντευξη δόθηκε στην ακρίβεια, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί ίσως το δυσκολότερο πεδίο για την κυβέρνηση.
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι κανένα πακέτο μέτρων δεν μπορεί από μόνο του να εξαλείψει το πρόβλημα και υποστήριξε ότι η κυβερνητική απάντηση πρέπει να στηρίζεται στον συνδυασμό αύξησης μισθών, φορολογικών ελαφρύνσεων και στοχευμένης ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Στο πλαίσιο αυτό υπενθύμισε ότι ο κατώτατος μισθός βρίσκεται ήδη στα 920 ευρώ και ότι από την 1η Απριλίου προβλέπεται να ξεπεράσει τα 950 ευρώ, ενώ ο στόχος που έχει τεθεί είναι να φτάσει τα 1.000 ευρώ από τον Ιανουάριο του 2028. Ανέφερε ακόμη ότι ο μέσος μισθός για πλήρη απασχόληση έχει ήδη ξεπεράσει τα 1.500 ευρώ.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε την ενίσχυση των συνταξιούχων, τις παρεμβάσεις για τους δημοσίους υπαλλήλους, την αναπροσαρμογή των επιδομάτων αναπηρίας, τις φορολογικές ελαφρύνσεις για τρίτεκνους και τις παρεμβάσεις για τους αγρότες.
Κατά τον ίδιο, το σύνολο αυτών των μέτρων αποτελεί την κυβερνητική «άμυνα» απέναντι στην ακρίβεια, με βασική επιδίωξη να αυξηθεί το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Ταυτόχρονα, όμως, φρόντισε να χαράξει μία σαφή κόκκινη γραμμή απέναντι σε προτάσεις για μεγαλύτερες παροχές.
Ο πρωθυπουργός απέρριψε την επαναφορά 13ης σύνταξης και 13ου μισθού στο Δημόσιο στην παρούσα συγκυρία, υποστηρίζοντας ότι ο κρατικός προϋπολογισμός δεν μπορεί να σηκώσει το σχετικό κόστος. Αντίστοιχη ήταν η τοποθέτησή του και απέναντι στις προτάσεις για γενικευμένη μείωση του ΦΠΑ.
Η επιχειρηματολογία του ήταν ότι η χώρα δεν πρέπει να επιστρέψει σε πολιτικές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Όπως τόνισε, η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για οποιαδήποτε πολιτική κοινωνικής στήριξης.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι τα αυξημένα κρατικά έσοδα προέρχονται από την ανάπτυξη της οικονομίας και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και όχι από μία πολιτική υπερφορολόγησης, προσθέτοντας ότι η μείωση του δημόσιου χρέους αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οικονομικές κατακτήσεις των τελευταίων ετών.
Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν έχει περάσει στον ίδιο βαθμό σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Αναγνώρισε ότι «ένα μέρος αυτής της ανάπτυξης δεν έχει φτάσει ακόμα στους πολίτες», σημείο που αποτελεί ίσως και μία από τις σημαντικότερες πολιτικές παραδοχές της συνέντευξης.
Στέγη και ελεύθεροι επαγγελματίες
Αναγνώριση προβλήματος υπήρξε και στο στεγαστικό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε το πρόβλημα υπαρκτό και επισήμανε ότι, παρά τις παρεμβάσεις που έχουν ήδη γίνει, η κυβέρνηση πρέπει να κινηθεί ταχύτερα.
Σημείωσε ότι η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά εμφανίζεται πλέον σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ αναφέρθηκε στις παρεμβάσεις για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, στη μείωση του ΕΝΦΙΑ και στη νέα φορολογική κλίμακα για τα εισοδήματα από ενοίκια. Έκανε, πάντως, ιδιαίτερη αναφορά και στη φοροδιαφυγή που εξακολουθεί να καταγράφεται στην αγορά των ενοικίων.
Στους ελεύθερους επαγγελματίες, υπερασπίστηκε τη βασική φιλοσοφία του τεκμαρτού προσδιορισμού εισοδήματος, αλλά υποστήριξε ότι η βελτίωση των ηλεκτρονικών συστημάτων ελέγχου επιτρέπει πλέον την κατάργηση ορισμένων προσαυξήσεων που δημιουργούσαν αδικίες.
Η κυβέρνηση, όπως υποστήριξε, δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, θεωρώντας ότι δεν είναι δίκαιο ένας επαγγελματίας να εμφανίζει σε μόνιμη βάση εισόδημα μικρότερο από εκείνο ενός εργαζομένου που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό.
Προσωπικό στοίχημα ο πρωτογενής τομέας
Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο πρωθυπουργός στους αγρότες και τους κτηνοτρόφους, χαρακτηρίζοντας την ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα προσωπικό του στοίχημα και μία από τις βασικές προτεραιότητες της επόμενης περιόδου.
Παραδέχθηκε ότι στον συγκεκριμένο τομέα έχουν καταγραφεί καθυστερήσεις και ότι η κυβέρνηση «έχει μείνει πίσω» σε ορισμένες παρεμβάσεις, αναφέροντας χαρακτηριστικά την αναμόρφωση του κανονισμού του ΕΛΓΑ.
Οι αναφορές αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία μετά την κρίση των προηγούμενων μηνών γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και το σύστημα των αγροτικών ενισχύσεων, ένα πεδίο στο οποίο ο πρωθυπουργός συμπεριέλαβε τα κυβερνητικά λάθη που, όπως είπε, πρέπει να αναγνωρίζονται και να διορθώνονται.
Σαφές μήνυμα προς την Τουρκία
Ιδιαίτερα σαφής εμφανίστηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής και ειδικότερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Επανέλαβε ότι η Ελλάδα επιθυμεί καλές σχέσεις με την Τουρκία, διευκρίνισε όμως ότι η μόνη διαφορά που αναγνωρίζει η Αθήνα είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ξεκαθάρισε μάλιστα ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να συζητήσει ζητήματα τα οποία θέτει μονομερώς η Άγκυρα και τα οποία για την ελληνική πλευρά δεν υφίστανται ως διαφορές.
Παράλληλα επανέλαβε ότι η χώρα διατηρεί το αναφαίρετο δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια, όταν η ελληνική κυβέρνηση κρίνει ότι οι συνθήκες είναι κατάλληλες.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η αναφορά του στην αμυντική ενίσχυση της Ελλάδας. Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι η χώρα δεν πρόκειται να ζητήσει την άδεια κανενός για τον τρόπο με τον οποίο εξοπλίζεται, σημειώνοντας ότι τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει σημαντικά την αποτρεπτική της ικανότητα.
Αναφέρθηκε ακόμη στο γεγονός ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες του ΝΑΤΟ που διαθέτουν ήδη περίπου το 3,5% του ΑΕΠ τους για την άμυνα, υποστηρίζοντας ότι μεγάλο μέρος του αμυντικού κενού που δημιουργήθηκε κατά τη δεκαετή οικονομική κρίση έχει πλέον καλυφθεί.
Ο πρωθυπουργός έδωσε παράλληλα ιδιαίτερη βαρύτητα στις σχέσεις της Ελλάδας με το Ισραήλ, τις αραβικές χώρες και τα κράτη του Κόλπου, παρουσιάζοντας την Αθήνα ως έναν πιθανό στρατηγικό σύνδεσμο ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο.
Ρήξη με Σαμαρά
Από τα πλέον πολιτικά φορτισμένα σημεία της συνέντευξης ήταν η αναφορά του στον Αντώνη Σαμαρά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέκλεισε ουσιαστικά κάθε πιθανότητα πολιτικής συνεννόησης με τον πρώην πρωθυπουργό με βάση τις σημερινές δημόσιες τοποθετήσεις του, υποστηρίζοντας ότι ο κ. Σαμαράς αμφισβητεί τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση.
Χρησιμοποίησε μάλιστα ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, λέγοντας ότι ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει «τεχνογνωσία» στο πώς μπορεί να κάνει κακό στην παράταξη και εξέφρασε την ελπίδα να μην τη χρησιμοποιήσει, ενώ τον κάλεσε να σκεφτεί την πολιτική του υστεροφημία.
Αντίθετα, για τον Κώστα Καραμανλή ανέφερε ότι διατηρεί μαζί του καλή προσωπική σχέση και ότι τον σέβεται και τον τιμά, όπως, όπως είπε, όλους τους πρώην πρωθυπουργούς και πρώην αρχηγούς της Νέας Δημοκρατίας.
Η συνέντευξη Τύπου της Θεσσαλονίκης έδωσε έτσι μία αρκετά καθαρή εικόνα της στρατηγικής με την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης προτίθεται να κινηθεί τους επόμενους μήνες. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να μετατρέψει τους οικονομικούς δείκτες και τη δημοσιονομική σταθερότητα σε απτά οφέλη για τους πολίτες και, από την άλλη, ο πρωθυπουργός θα επιδιώξει να καταστήσει την πολιτική σταθερότητα κεντρικό δίλημμα της εκλογικής αναμέτρησης.
Με τις εκλογές να τοποθετούνται πλέον ρητά την άνοιξη του 2027, η ΔΕΘ του 2026 αποτέλεσε ουσιαστικά και την πρώτη μεγάλη παρουσίαση του πολιτικού αφηγήματος με το οποίο η Νέα Δημοκρατία θα βαδίσει προς την επόμενη κάλπη: αυτοδυναμία, δημοσιονομική ασφάλεια, ενίσχυση εισοδημάτων, ισχυρή άμυνα και μία νέα τετραετία που ο πρωθυπουργός επιχειρεί να παρουσιάσει όχι ως απλή παράταση της σημερινής διακυβέρνησης, αλλά ως έναν νέο κύκλο έως το 2031.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News