Θάνος Ζέλκας: Πίσω από κάθε «αλλά»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 124 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Θάνος Ζέλκας
Από τις βαθύτερες πεποιθήσεις στη ζωή ενός ανθρώπου είναι η πίστη στη Δικαιοσύνη.
Στην έννοια της Δικαιοσύνης και όχι απαραίτητα στο δικαστικό σύστημα. Γύρω απ’ αυτήν οικοδομείται και το υπόλοιπο αξιακό μας σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει τις έννοιες της ελεύθερης βούλησης, της ελευθερίας της έκφρασης, της ισότητας, της δημοκρατίας. Θεωρητικά, όλα αυτά είναι πολύ όμορφα, αν και κάποιες φορές αφηρημένα. Στην καθημερινότητά μας οι αρχές αυτές αποκτούν πραγματικό βάρος όταν παύουν να μας βολεύουν.
Υπάρχει μια μικρή λέξη που συχνά αποτελεί τη βάση αυτής της αμφισβήτησης. Πρόκειται για τον παρατακτικό αντιθετικό σύνδεσμο «αλλά». Εκεί όπου εμφανίζεται το «αλλά», αυτό που προηγήθηκε αρχίζει πολλές φορές να χάνει την απόλυτη ισχύ του. Είναι η μικρή χαραμάδα από όπου τρυπώνει η αμφιβολία. Το σημείο όπου κάποιος, αντί να εκφράσει ευθέως την πραγματική του θέση, εισάγει με μια μικρή σοφιστεία μια δική του εκλογίκευση. Μια εξαίρεση που του επιτρέπει να διατηρήσει την αρχή και ταυτόχρονα να την παρακάμψει.
Συχνά ακούγονται στις ιδιωτικές συζητήσεις, αλλά ακόμη και στον δημόσιο διάλογο, εκφράσεις όπως: «Πιστεύω στη δικαιοσύνη, αλλά…», «Ναι, τη βίασε, αλλά κι αυτή…», «Δεν έχω πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους, αλλά…», «Προφανώς όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, αλλά…». Μια τόσο μικρή λέξη κάνει μια τόσο μεγάλη διαφορά, και μάλιστα με τρόπο σχεδόν ύπουλο. Πρώτα αναγνωρίζει την καθολικότητα μιας αρχής και, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η πρόταση, αρχίζει να την αποδομεί.
Κι εδώ ακριβώς μπορεί να βρεθεί ένα από τα θεμέλια του φανατισμού. Τέτοια απλοϊκά ρητορικά σχήματα δεν γεννούν από μόνα τους τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία ή τον φασισμό. Κάνουν όμως κάτι που προηγείται όλων αυτών: δημιουργούν εξαιρέσεις. Επιτρέπουν σε μια κοινωνία να διακηρύσσει ότι πιστεύει στην ισότητα, στη δικαιοσύνη και στην ελευθερία, ενώ ταυτόχρονα αποφασίζει ότι για κάποιους ανθρώπους οι ίδιες αυτές αρχές μπορούν να ισχύουν λίγο λιγότερο.
Οι μεγάλες εκτροπές σπάνια εμφανίζονται από το πουθενά. Συνήθως προηγείται μια περίοδος κατά την οποία ιδέες που κάποτε θεωρούνταν ακραίες αρχίζουν να αποκτούν χώρο στον δημόσιο λόγο και, μέσα από τη συνεχή επανάληψη, να μοιάζουν όλο και λιγότερο ακραίες. Η άνοδος του ναζισμού αποτελεί ίσως το πιο ακραίο ιστορικό παράδειγμα. Από τις μπιραρίες του Μονάχου μέχρι την κατάλυση της δημοκρατίας δεν μεσολάβησε μόνο η βία. Μεσολάβησε και η συστηματική καλλιέργεια μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία ορισμένοι άνθρωποι μπορούσαν πλέον να θεωρούνται λιγότερο άξιοι δικαιωμάτων από άλλους.
Στις μέρες μας, οι επικίνδυνες ιδέες και οι δηλητηριώδεις ιδεολογίες βρίσκουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ένα πρωτόγνωρα πρόσφορο έδαφος. Δεν χρειάζονται πια κηρύγματα σε καφενεία και συγκεντρώσεις. Αρκεί ένα σχόλιο, ένας υπαινιγμός, μια πληροφορία αποκομμένη από το πλαίσιό της. Κάτι που δεν χρειάζεται καν να αποδειχθεί, αρκεί να επιβεβαιώνει αυτό που ήδη θέλει κάποιος να πιστέψει. Το παλιό «πες, πες, κάτι θα μείνει» απέκτησε ταχύτητα, αλγόριθμο και παγκόσμιο ακροατήριο.
Και κάπως έτσι το «ναι, αλλά» παύει να είναι μια ιδιωτική επιφύλαξη και γίνεται συλλογικός μηχανισμός. Η ίδια άποψη αναπαράγεται, ενισχύεται και επιστρέφει στον χρήστη ως επιβεβαίωση ότι αυτό που πίστευε εξαρχής ήταν σωστό. Πολύ εύκολα σχηματίζονται ψηφιακές αγέλες, μέσα στις οποίες η αμφιβολία εκλαμβάνεται ως αδυναμία και η διαφωνία ως εχθρική πράξη.
Ο μηχανισμός αυτός δεν περιορίζεται στους απλούς χρήστες. Πολιτικοί οργανισμοί, ομάδες συμφερόντων και οργανωμένα κέντρα έχουν αντιληφθεί τη δύναμη της ψηφιακής επιρροής. Έτσι προκύπτει άλλη μία αντίφαση της εποχής μας: όλοι επικαλούνται τη διαφάνεια, τον ορθολογισμό και την ελεύθερη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, ενώ η δημόσια συζήτηση μπορεί να χειραγωγείται από ψεύτικους λογαριασμούς, οργανωμένα δίκτυα και στοχευμένη παραπληροφόρηση.
Στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, ο Αίμων υπενθυμίζει στον Κρέοντα ότι καμία πόλη δεν ανήκει σε έναν μόνο άνθρωπο. Το ίδιο και η αλήθεια, η δικαιοσύνη, το μέτρο. Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό και διαχρονικό: Μπορούμε να υπερασπιζόμαστε αυτές τις αρχές με την ίδια συνέπεια, ακόμη κι όταν η εφαρμογή τους συγκρούεται με τη δική μας αντίληψη για το σωστό;

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News