Βίντεο: Ο Νισύριος που παράτησε το πανεπιστήμιο για ένα παντοπωλείο και έχτισε 4,8 δισ.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 85 ΦΟΡΕΣ
Θα μπορούσε να έχει γίνει ένας ακόμη ηλεκτρολόγος μηχανικός με καλές σπουδές και ασφαλή καριέρα. Βρισκόταν άλλωστε μια ανάσα πριν από το πτυχίο του στο NYU όταν πήρε μια απόφαση που, αν την έβλεπε κανείς τότε, θα έμοιαζε σχεδόν παράλογη: εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί σε ένα μικρό παντοπωλείο.
Ο Τζον Κατσιματίδης δεν είχε μεγάλο κεφάλαιο, οικογενειακή επιχείρηση ή έτοιμο δίκτυο γνωριμιών. Είχε όμως ήδη καταλάβει κάτι που θα ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή: οι μεγάλες ευκαιρίες δεν εμφανίζονται πάντα εκεί όπου τις περιμένεις.
Το παιδί που είχε φύγει μόλις έξι μηνών από τη Νίσυρο, μεγαλώνοντας στο Χάρλεμ ως γιος ενός Έλληνα μετανάστη που δούλευε σε εστιατόριο, θα αποκτούσε πριν τα 25 του δέκα σούπερ μάρκετ. Αργότερα θα αγόραζε ακίνητα όταν η Νέα Υόρκη βρισκόταν σε κρίση, θα έχανε χρήματα σε μια αεροπορική επένδυση και μέσα από εκείνη ακριβώς την αποτυχία θα έβρισκε τον δρόμο προς το πετρέλαιο.
Κάπως έτσι, ένα μικρό κατάστημα τροφίμων θα γινόταν η αφετηρία μιας επιχειρηματικής αυτοκρατορίας αξίας δισεκατομμυρίων.
Δείτε το βίντεο στο naftemporiki.gr
Από τη Νίσυρο στο Χάρλεμ
Ο Κατσιματίδης γεννήθηκε στη Νίσυρο το 1948 και έφυγε από την Ελλάδα βρέφος ακόμη. Οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στη Νέα Υόρκη χωρίς να διαθέτουν μεγάλη οικονομική άνεση, με τον πατέρα του να βρίσκει δουλειά σε εστιατόριο και να εργάζεται ατελείωτες ώρες για να συντηρήσει την οικογένεια.
Ο Τζον μεγάλωσε ως παιδί της πόλης, φοίτησε στο Brooklyn Technical High School και στη συνέχεια γράφτηκε στο New York University με στόχο να γίνει ηλεκτρολόγος μηχανικός. Η επαγγελματική του πορεία, όμως, άρχισε να αλλάζει όταν έπιασε δουλειά σε ένα μικρό κατάστημα τροφίμων.
Στην αρχή ήταν απλώς ένας τρόπος να βγάζει χρήματα παράλληλα με τις σπουδές του. Πολύ γρήγορα όμως άρχισε να αντιμετωπίζει το κατάστημα σαν ένα μικρό εργαστήριο του επιχειρείν. Παρατηρούσε τι ζητούσαν οι πελάτες, ποια προϊόντα κινούνταν, πώς ανανεωνόταν το εμπόρευμα και πόσο σημαντική ήταν η ταχύτητα με την οποία γύριζε το κεφάλαιο.
Ο ιδιοκτήτης αναγνώρισε γρήγορα το ένστικτό του και του πρότεινε να γίνει συνέταιρος.
Τα 10.000 δολάρια που δεν είχε
Για να αποκτήσει το 50% του καταστήματος, ο Κατσιματίδης χρειαζόταν 10.000 δολάρια. Δεν τα είχε.
Αντί όμως να εγκαταλείψει την ευκαιρία, συμφώνησε να εξοφλήσει το ποσό σε δέκα μηνιαίες δόσεις των 1.000 δολαρίων, χρησιμοποιώντας τα ίδια τα κέρδη της επιχείρησης. Αν αποτύγχανε έστω και σε μία πληρωμή, θα έχανε το μερίδιό του.
Το ρίσκο απέδωσε. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν και ο ίδιος άρχισε να καταλαβαίνει ότι ίσως είχε μπροστά του κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια προσωρινή φοιτητική δουλειά. Κάπου εκεί φτάνει και η μεγάλη απόφαση.
Βρίσκεται στο τελευταίο έτος του NYU και του απομένουν μόλις οκτώ credits για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Η λογική λέει να τελειώσει. Εκείνος φεύγει.
Δεν επιστρέφει ποτέ για να πάρει το πτυχίο του και αφιερώνεται ολοκληρωτικά στο λιανεμπόριο.
Οι προμηθευτές έγιναν η τράπεζά του
Ο Κατσιματίδης ανοίγει το δικό του κατάστημα και αρχίζει να χτίζει την αλυσίδα Red Apple. Το πρόβλημα είναι ότι η επέκταση χρειάζεται κεφάλαιο, και εκείνος δεν διαθέτει αρκετό για να γεμίσει γρήγορα νέα καταστήματα με εμπόρευμα.
Αντί να βασιστεί στις τράπεζες, πείθει τους προμηθευτές να του δίνουν πίστωση. Το εμπόρευμα φτάνει στα ράφια, εκείνος το πουλά και τους πληρώνει αργότερα. Με αυτόν τον τρόπο οι ίδιοι οι προμηθευτές γίνονται ουσιαστικά ο μηχανισμός χρηματοδότησης της ανάπτυξής του.
Το μοντέλο λειτουργεί. Μέχρι τα 25 του χρόνια έχει ήδη δέκα σούπερ μάρκετ στο Μανχάταν, χωρίς χρέος, με πωλήσεις περίπου 25 εκατ. δολαρίων τον χρόνο.
Το παιδί του Έλληνα μετανάστη που δούλευε σε εστιατόριο είναι πλέον εκατομμυριούχος. Και αντί να σταματήσει εκεί, αρχίζει να κοιτάζει την ίδια τη Νέα Υόρκη ως επενδυτική ευκαιρία.
Όταν οι άλλοι έφευγαν από τη Νέα Υόρκη, εκείνος αγόραζε
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η πόλη περνά μία από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις της ιστορίας της. Η εγκληματικότητα αυξάνεται, επιχειρήσεις κλείνουν, γειτονιές παρακμάζουν και οι επενδυτές αντιμετωπίζουν τα ακίνητα με φόβο.
Ο Κατσιματίδης αποφασίζει να κινηθεί αντίθετα. Το 1977 επενδύει περίπου 5 εκατ. δολάρια από τα κέρδη των supermarkets σε ακίνητα του Μανχάταν. Πέντε χρόνια αργότερα, σύμφωνα με τον ίδιο, η αξία τους είχε φτάσει περίπου τα 100 εκατ. δολάρια.
Δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι είχε προβλέψει κάποια μεγαλειώδη αναγέννηση της πόλης. Έχει πει ότι απλώς έπρεπε να βρει κάπου να τοποθετήσει τα χρήματα που παρήγαγε η επιχείρησή του.
Η απόφαση όμως αλλάζει το μέγεθος του παιχνιδιού. Ο λιανέμπορος γίνεται επενδυτής ακινήτων.
Η αποτυχία που τον έβαλε στο πετρέλαιο
Λίγα χρόνια αργότερα, η αγάπη του για τα αεροπλάνα γίνεται ακόμη μία επιχειρηματική περιπέτεια. Παίρνει άδεια πιλότου, δημιουργεί αεροπορική δραστηριότητα και σταδιακά συγκροτεί στόλο δεκάδων αεροσκαφών.
Η επιτυχία τον κάνει πιο φιλόδοξο. Το 1984 αγοράζει την Capitol Air. Αυτή τη φορά κάνει λάθος.
Η εταιρεία οδηγείται σε πτώχευση και η επένδυση μετατρέπεται σε μία από τις σημαντικότερες αποτυχίες της καριέρας του. Μόνο που μέσα από αυτή την αποτυχία εμφανίζεται η επόμενη ευκαιρία.
Καθώς προσπαθεί να διαχειριστεί τις συνέπειες της Capitol, έρχεται σε επαφή με την United Refining, μια επίσης προβληματική εταιρεία του πετρελαϊκού κλάδου.
Ο Κατσιματίδης δεν είναι πετρελαιάς και δεν έχει χτίσει μέχρι τότε καριέρα στη διύλιση. Βλέπει όμως περιουσιακά στοιχεία που θεωρεί υποτιμημένα και αποφασίζει να αγοράσει τον έλεγχο της εταιρείας.
Η κίνηση αποδεικνύεται καθοριστική. Το πετρέλαιο γίνεται ένας από τους βασικούς πυλώνες της μελλοντικής του περιουσίας.
Και κάπως έτσι, η αποτυχημένη επένδυση στα αεροπλάνα ανοίγει την πόρτα σε μια πολύ μεγαλύτερη επιχείρηση.
Μια αυτοκρατορία που δεν χτίστηκε πάνω σε έναν μόνο κλάδο
Η Red Apple Group παύει σταδιακά να είναι ένας όμιλος λιανεμπορίου. Στο χαρτοφυλάκιό της μπαίνουν ακίνητα, ενέργεια, πετρέλαιο, χρηματοοικονομικές συμμετοχές, αεροπορικές δραστηριότητες και αργότερα media.
Στο λιανεμπόριο, ο Κατσιματίδης αποκτά και την ιστορική αλυσίδα Gristedes, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα των supermarkets της Νέας Υόρκης. Η United Refining εξελίσσεται σε βασικό ενεργειακό βραχίονα, ενώ ο όμιλος μεγαλώνει σε μέγεθος και επιρροή.
Η επιχειρηματική του πορεία αποκτά πλέον ένα σταθερό μοτίβο: δεν περιμένει να βρει την τέλεια αγορά, αλλά μετακινείται από κλάδο σε κλάδο όταν βλέπει περιουσιακά στοιχεία, ταμειακές ροές ή ευκαιρίες που θεωρεί υποτιμημένες.
Η Νίσυρος που έμεινε πάντα παρούσα
Παρότι ο Κατσιματίδης μεγάλωσε ουσιαστικά ως Νεοϋορκέζος, η ελληνική του καταγωγή παρέμεινε σταθερό κομμάτι της δημόσιας ζωής του.
Διατήρησε στενούς δεσμούς με την ελληνοαμερικανική κοινότητα και την Ορθόδοξη Εκκλησία, συμμετέχοντας σε φιλανθρωπικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες και παραμένοντας ιδιαίτερα ενεργός στα ζητήματα της ελληνικής ομογένειας.
Με τα χρόνια, το όνομά του αρχίζει να εμφανίζεται όχι μόνο στις επιχειρηματικές σελίδες αλλά και στον πολιτικό κόσμο της Νέας Υόρκης. Το 2013 διεκδικεί μάλιστα το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών για τη δημαρχία της πόλης. Δεν κερδίζει.
Αλλά η πολιτική είναι ήδη ένας χώρος όπου έχει ισχυρές γνωριμίες.
Η παλιά σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ
Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Ντόναλντ Τραμπ. Οι δύο άνδρες γνωρίζονται εδώ και δεκαετίες, από την εποχή που κινούνταν στους ίδιους κύκλους της επιχειρηματικής και κοινωνικής ζωής της Νέας Υόρκης, πολύ πριν ο Τραμπ αποφασίσει να διεκδικήσει την προεδρία.
Οι αφετηρίες τους, ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές. Ο Τραμπ μεγαλώνει μέσα σε μια ήδη εύπορη οικογένεια του real estate.
Με τα χρόνια ο Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας εξελίσσεται σε ανοιχτό υποστηρικτή του Τραμπ και διατηρεί στενή πρόσβαση στον πολιτικό και κοινωνικό του κύκλο.
Η σχέση αυτή προσθέτει ακόμη ένα παράξενο κεφάλαιο σε μια διαδρομή που δύσκολα θα μπορούσε να είχε σχεδιαστεί εκ των προτέρων.
Τα οκτώ credits που δεν πήρε ποτέ
Η εύκολη εκδοχή της ιστορίας του Τζον Κατσιματίδη είναι ότι ένα παιδί μεταναστών ξεκίνησε χωρίς χρήματα και έγινε δισεκατομμυριούχος. Η πιο ενδιαφέρουσα είναι άλλη.
Ο Κατσιματίδης δεν ακολούθησε ποτέ μια ευθεία γραμμή. Κάθε επιχείρηση γεννούσε την επόμενη, κάθε αγορά άνοιγε μια διαφορετική πόρτα και ακόμη και οι αποτυχίες του λειτουργούσαν συχνά σαν παράκαμψη προς κάτι μεγαλύτερο. Το παντοπωλείο έφερε τα supermarkets.
Τα supermarkets έφεραν τα ακίνητα. Τα αεροπλάνα έφεραν την αποτυχία. Και η αποτυχία έφερε το πετρέλαιο.
Όλα όμως ξεκίνησαν από μια απόφαση που, εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε περισσότερο με παραίτηση παρά με επιχειρηματικό σχέδιο.
Οκτώ credits πριν από το πτυχίο του ηλεκτρολόγου μηχανικού, ο νεαρός από τη Νίσυρο άφησε το NYU και γύρισε στο παντοπωλείο. Το πτυχίο δεν το πήρε ποτέ. Το παντοπωλείο όμως έγινε η αρχή μιας περιουσίας δισεκατομμυρίων.
Της Νατάσας Στασινού από το naftemporiki.gr

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News