Ελένη Κορωναίου: Η σιωπηλή δύναμη της γονεϊκής παρουσίας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 463 ΦΟΡΕΣ
Γράφει η Ελένη Κορωναίου
Ψυχολόγος, MSc
Η παρουσία του γονέα δεν μετριέται σε ώρες, αλλά σε στιγμές – σε εκείνες τις αθόρυβες, σχεδόν ανεπαίσθητες στιγμές που αφήνουν το πιο βαθύ αποτύπωμα στην ψυχή του παιδιού.
Είναι το βλέμμα που συναντά το δικό του και του λέει «είμαι εδώ», πριν ακόμη ειπωθεί λέξη.
Είναι η φωνή που δεν επιβάλλεται, αλλά καθοδηγεί με ηρεμία, ανοίγοντας δρόμους αντί να τους ορίζει.
Είναι η αγκαλιά που δεν προσφέρει απλώς ζεστασιά, αλλά γίνεται καταφύγιο – ένας τόπος επιστροφής όταν ο κόσμος μοιάζει αβέβαιος.
Μέσα από αυτή τη σταθερή παρουσία, το παιδί αρχίζει να πλάθει τον εσωτερικό του κόσμο.
Μαθαίνει να εμπιστεύεται –πρώτα το γονέα, έπειτα τον εαυτό του και τελικά τους άλλους.
Νιώθει ότι έχει το δικαίωμα να δοκιμάσει, να αποτύχει, να ξανασηκωθεί, χωρίς τον φόβο της απόρριψης.
Η παρουσία αυτή λειτουργεί σαν ένα αόρατο νήμα που το συνδέει με μια βαθιά αίσθηση ασφάλειας· μια ασφάλεια που δεν το κρατά πίσω, αλλά το απελευθερώνει να προχωρήσει.
Στη θεραπευτική διαδικασία, αυτή η αλήθεια αναδύεται ξανά και ξανά, συχνά μέσα από μικρές αλλά αποκαλυπτικές αφηγήσεις. Θεραπευόμενοι περιγράφουν παιδικές στιγμές όπου ένας γονέας ήταν «εκεί» - όχι απαραίτητα με μεγάλες πράξεις, αλλά με μια σταθερή, ήσυχη παρουσία. Μια γυναίκα θυμάται τη μητέρα της να κάθεται δίπλα της σιωπηλά, όταν ένιωθε φόβο, χωρίς να προσπαθεί να το «διορθώσει». Λέγοντας χαρακτηριστικά «Δεν έλυνε το πρόβλημα»… αλλά..«ένιωθα ότι μπορώ να το αντέξω». Εκεί, μέσα στη σιωπή, είχε ήδη δοθεί κάτι βαθιά θεραπευτικό.
Άλλοι, αντίθετα, φέρνουν την απουσία αυτής της παρουσίας. Ένας άνδρας περιέγραψε ότι παρά την υλική φροντίδα που λάμβανε, ένιωθε ότι δεν υπήρχε κάποιος να τον «δει» πραγματικά.
Στη θεραπεία, αυτό μεταφράζεται σε μια δυσκολία να εμπιστευτεί ότι ο άλλος θα παραμείνει. Και όμως, μέσα από τη σταθερότητα της θεραπευτικής σχέσης, αρχίζει δειλά να αναδύεται μια νέα εμπειρία· ότι κάποιος μπορεί να είναι παρών, χωρίς να φεύγει, χωρίς
να αποσύρεται.
Υπάρχουν και εκείνες οι στιγμές όπου οι ίδιοι οι θεραπευόμενοι, ως γονείς πια, συνειδητοποιούν τη σημασία της δικής τους παρουσίας. Όταν επιτρέπουν στον εαυτό τους να σταματήσει για λίγο, να ακούσει πραγματικά το παιδί τους, να αντέξει το συναίσθημά του, χωρίς να βιαστεί να το αλλάξει. Σε αυτές τις μικρές μετατοπίσεις, κάτι ουσιαστικό μεταδίδεται από γενιά σε γενιά – όχι ως οδηγία, αλλά ως βίωμα.
Ίσως, τελικά, το πιο σημαντικό που προσφέρει ένας γονέας δεν είναι οι απαντήσεις, αλλά η σταθερή του διαθεσιμότητα. Το «είμαι εδώ» που δεν εξαρτάται από συνθήκες, επιδόσεις ή διαθέσεις. Και μέσα σε αυτό το «είμαι εδώ», το παιδί βρίσκει το χώρο να γίνει – όχι αυτό που περιμένουν οι άλλοι, αλλά αυτό που αληθινά είναι.
Ίσως, λοιπόν, δε χρειάζεται να είμαστε τέλειοι.
Χρειάζεται να είμαστε παρόντες – με αλήθεια, με συνέπεια, με διάθεση να συναντήσουμε το παιδί εκεί που βρίσκεται.
Γιατί, τελικά, μέσα σε αυτές τις μικρές, ουσιαστικές στιγμές, χτίζεται κάτι πολύ μεγαλύτερο: ένας άνθρωπος που θα μπορεί να σταθεί με ασφάλεια μέσα στη ζωή!
Ποια είναι, τελικά, η πιο ουσιαστική προσφορά ενός γονέα μέσα στην καθημερινότητα;
Κατανοώντας βαθιά ότι οι απαιτήσεις της καθημερινότητας συχνά περιορίζουν το χρόνο και ότι οι διαθέσιμες ώρες δεν είναι πάντα πολλές ή εύκολες…το πιο ουσιαστικό δεν είναι το «πόσο», αλλά το «πώς». Μια στιγμή αληθινής σύνδεσης μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία από πολλές ώρες απουσίας μέσα στην παρουσία.
Αν μπορούσε να μείνει κάτι ως υπενθύμιση, θα ήταν ότι…
τα παιδιά δεν μεγαλώνουν μόνο μέσα από όσα τους λέμε,
αλλά κυρίως μέσα από αυτό που είμαστε απέναντί τους.
μας παρατηρούν…
μας αισθάνονται…
μας παίρνουν μαζί τους, ως εσωτερική φωνή…
Γινόμαστε, θέλοντας και μη, το μέτρο με το οποίο θα δουν τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News