Μανώλης Κασσώτης: Οικονομική και ταξική κατάσταση στην Κάρπαθο επί Τουρκοκρατίας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1013 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Μανώλης Κασσώτης
Οι φορολογικοί κατάλογοι του Μουχτάρη (δημάρχου) Νικολάου Καφετζιδάκη μας φέρνουν 150 χρόνια πίσω και μας δίνουν μια εικόνα της οικονομικής και ταξικής κατάστασης που επικρατούσε στην Κάρπαθο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Ο Νικόλαος Καφετζιδάκης υπηρέτησε Μουχτάρης Απερίου, που περιελάμβανε και τα τότε αναπτυσσόμενα Πηγάδια, από το 1876 έως το 1879. Μεταξύ των άλλων, ο εκάστοτε Μουχτάρης ήταν υπεύθυνος για την είσπραξη των φόρων, όπως τον «Μακτού», τον στρατιωτικό, την αρχιερατική επιχορήγηση και τους δημοτικούς φόρους.
Επειδή οι Καρπάθιοι απαλλάσσονταν της στρατιωτικής υπηρεσίας, η κάθε οικογένεια εφορολογείτο με 21 γρόσια τον χρόνο, που διετίθεντο για τους μισθούς του Μουδίρη και των ζαπτιέδων. Τον φόρο καπνού εισέπραττε η τουρκική Κυβέρνηση, όπως και τον τελωνειακό δασμό που διετίθετο για τους μισθούς του Τελώνη και των τελωνοφυλάκων. Τα υπόλοιπα πήγαιναν στους δήμους για τα σχολεία.
Η αρχιερατική επιχορήγηση ανερχόταν σε 10 γρόσια κατά οικογένεια, όπως και η αποζημίωση του Μουχτάρη και των προεστών. Για δικαίωμα βοσκής οι τσοπάνηδες πλήρωναν 15 παράδες (ένα γρόσι ισοδυναμούσε με 40 παράδες) το ζώο. Εκτός της άμεσης φορολογίας, κάθε ενήλικος άνδρας ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει δύο ημερών εργασία για τα διάφορα έργα του δήμου.
Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν και όσοι διέθεταν γεωργικά ζώα που βοηθούσαν και στο αλώνισμα των σιτηρών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο φόρος «Μακτού», που κυρίως βασιζόταν στην κτηματική περιουσία, και για όλο το νησί ανερχόταν σε 41.272 γρόσια, ήτοι 413 τουρκικές χρυσές λίρες. (Η χρυσή τουρκική λίρα είχε βάρος 7,2 γραμμαρίων 22 καρατιών χρυσού και υποδιαιρείτο σε 100 γρόσια που υποδιαιρούντο σε 40 παράδες.
Η σημερινή αξία της τότε Τουρκικής λίρας ανέρχεται σε $860). Ο φόρος «Μακτού» κατανεμόταν στον κάθε δήμο ανάλογα με τον πληθυσμό και την έκταση της καλλιεργήσιμης γης που περιελάμβανε. Το ποσό μοιραζόταν μεταξύ των οικογενειών σε κοινή συνεδρίαση των φορολογουμένων του Δήμου.
Ενδιαφέρουσες πληροφορίες περιέχουν οι φορολογικοί κατάλογοι του Νικολάου Καφετζιδάκη (Μιχαήλ Χιώτης: Η τοπική αυτοδιοίκηση κατά τις περιόδους Τουρκοκρατίας …), που από τις ατομικές πληρωμές των φόρων μπορούμε να εξάγουμε και συμπεράσματα σχετικά με την οικονομική κατάσταση και την κοινωνική τάξη που επικρατούσε στην Κάρπαθο την εποχή της Τουρκοκρατίας, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι η φορολογία του «Μακτού» ισοδυναμούσε με 5% του εισοδήματος του φορολογουμένου.
Οι 218 φορολογούμενοι που αναφέρονται στον φορολογικό κατάλογο του 1876 μπορούν να διαιρεθούν σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία αναφέρονται 55 φορολογούμενοι που φορολογούνται από 100-200 γρόσια ο καθένας, με μέσο όρο 121 γρόσια (ισοδυναμούν με $1.044), και με υπολογιζόμενο εισόδημα $20.000 σημερινά δολάρια.
Στη δεύτερη κατηγορία αναφέρονται 93 φορολογούμενοι, που φορολογούνται από 50-100 γρόσια ο καθένας, με μέσο όρο 67 γρόσια (ισοδυναμούν με $578), και με υπολογιζόμενο εισόδημα $11.000 σημερινά δολάρια. Στην τρίτη κατηγορία αναφέρονται 70 φορολογούμενοι, που φορολογούνται από 10-50 γρόσια ο καθένας, με μέσο όρο 27 γρόσια (ισοδυναμούν με $233), και με υπολογιζόμενο εισόδημα $4.500 σημερινά δολάρια.
Συνολικά, ο μέσος φορολογούμενος φορολογείται με 68 γρόσια (ισοδυναμούν με $587), και με υπολογιζόμενο εισόδημα $12.000 σημερινά δολάρια. Ο ανώτερος φορολογούμενος πληρώνει 199 γρόσια και ο κατώτερος 10. Η οικονομική θέση του κάθε φορολογουμένου συνεπάγεται και την κοινωνική του κατάσταση και αναγνώριση.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι κανακάρηδες με τις μεγάλες κτηματικές περιουσίες που παντρεύονται κανακαρές. Αυτοί διαθέτουν λιόφυτα, σιτοβολώνες, κρασάμπελα και μεγάλα ποτιζόμενα αμπέλια μέσα στο χωριό, με οπωροφόρα δέντρα και όλων των ειδών λαχανικά.
Στην ίδια κατηγορία ανήκουν οι δάσκαλοι και οι άλλοι γραμματισμένοι της εποχής, που παντρεύονταν κανακαρές, και συνήθως εκλέγονταν Μουχτάρηδες, προεστοί και δικαστές, και τους απονέμονταν θρησκευτικά οφίκια (Νουάρος, Σακελλάριος, Σκευοφύλακας, Χαρτοφύλακας, Οικονόμος, Πρωτόπαπας κ.ά.).
Επειδή δεν μπορούσαν να φροντίζουν για όλες τις εργασίες στα κτήματα τους, χρησιμοποιούσαν εργατικό προσωπικό που πλήρωναν σε είδος. Όλοι αυτοί που ανήκαν στην πρώτη κατηγορία είχαν τα μεγαλύτερα και τα πιο ευπαρουσίαστα σπίτια μέσα στο χωριό.
Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν οι μικροκανακάρηδες και αυτοί που παντρεύονταν με μικροκανακαρές, συνήθως δευτερότοκες. Ο κανακάρης, μετά που παντρευόταν, ό,τι περιουσία αποκτούσε ήταν για τη δευτερότοκη κόρη του, μαζί με το σπίτι που της έκτιζε, και έπαιρνε το όνομα της μάνας του.
Ορισμένες από τις υστερότοκες έπαιρναν το όνομα κάποιας άκληρης θείας τους, που την κληρονομούσαν και την φρόντιζαν στα γεράματά της. Οι μικροκανακαρές παντρεύονταν κάποιον μικροκανακάρη ή κάποιον μάστορη ή τεχνίτη, όπως τσαγκάρη, μαραγκό ή χαλκιά (σιδηρουργό) και καφετζή.
Οι ίδιοι φρόντιζαν τα κτήματα που διέθεταν, είχαν και καμιά κατσίκα για το γάλα της και το ρίφι της Λαμπρής, και καμιά δεκαριά κότες για τα αυγά τους. Μερικοί είχαν και ένα χοίρο για το κρέας του, από τον οποίο έκαναν καβουρμά και για τη μίλα (λίπος) του. Τα σπίτια που έμεναν δεν ήταν όπως των κανακάρηδων, αλλά και αυτά είχαν τις ευκολίες τους.
Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν και οι τσοπάνηδες που είχαν γύρω στα 200 αιγοπρόβατα και τα φρόντιζαν με τη γυναίκα και τα παιδιά τους. Αυτοί έμεναν σε στάβλους στα λιβάδια που βοσκούσαν τα ζώα τους. Το χειμώνα τα μετακινούσαν στα πεδινά και το καλοκαίρι στα ορεινά.
Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και αυτοί που διέθεταν αγροτικά και εργατικά ζώα, βόδια και μουλάρια, που τα χρησιμοποιούσαν στα λιοτρίβια, στο όργωμα των χωραφιών και στο αλώνισμα των σιτηρών. Όπως οι τσοπάνηδες, έτσι και αυτοί έμεναν σε στάβλο κοντά στο οποίο είχαν και παράσταβλο για τα ζώα τους.
Στην τρίτη κατηγορία ανήκαν οι ακτήμονες με τις ακτήμονες γυναίκες τους, συνήθως υστερότοκοι και υστερότοκες. Προσπαθούσαν να ζήσουν σκάβοντας τα αμπελοχώραφα και τα αμπέλια με τα οπωροφόρα δέντρα των κανακάρηδων. Ακόμα και οι γυναίκες τους δούλευαν στο μάζεμα των ελιών και στον θερισμό.
Η πληρωμή τους γινόταν σε είδος. Το μεροκάματο στο μάζεμα των ελιών ήταν 300 δράμια λάδι (960 γραμμάρια) και στο θέρισμα ένα πινάκι (4 κιλά) σιτάρι ή κριθάρι. Κάποτε μια κανακαρά, για τρία μεροκάματα τον χρόνο, παραχωρούσε σε μια εργάτρια να καρπώνεται τα σύκα μιας συκιάς.
Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκαν και οι λίγοι ψαράδες που υπήρχαν: ένας – δύο πήγαιναν στο ψάρεμα με κάποιον που είχε βάρκα και με καθετή ψάρευαν λυθρίνια και περκόχανα, και με παραγάδι έπιαναν συναγρίδες και πιο μεγάλα ψάρια. Καμιά φορά, με μεγάλα αγκίστρια έπιαναν βλάχους και ορφούς. Διπλό μερίδιο έπαιρνε αυτός που είχε τη βάρκα.
Τα καλύτερης ποιότητας ψάρια τα διέθεταν σ’ αυτούς που είχαν την οικονομική δυνατότητα, τα άλλα τα κρατούσαν για την οικογένειά τους. Επίσης, μάζευαν αλάτι από μικρές φυσικές αλυκές και το αντάλλασσαν με κτηνοτροφικά προϊόντα με τους βοσκούς, που το χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν άλμη για το τυρί.
Τα σπίτια που έμεναν οι άνθρωποι της τρίτης κατηγορίας, ίσια-ίσια που τους χωρούσαν, είχαν ένα σοφά για να κοιμούνται, ένα τζάκι για να μαγειρεύουν και ένα σινί, στο οποίο καθιστοί «ανακούρκουα» (στο πάτωμα με τα πόδια σταυρωμένα) έτρωγαν το φαγητό τους. Όσοι δεν διέθεταν και αυτή την πολυτέλεια, μένανε σε στάβλους.
Αρκετοί από τους υστερότοκους και ακτήμονες Καρπάθιους, για να τα οικονομήσουν, έφευγαν μετά το Πάσχα και επέστρεφαν τον Οκτώβριο. Πήγαιναν στο Αϊδίνι και σε άλλα μέρη της Μικράς Ασίας, στα ναυτικά νησιά της Δωδεκανήσου, στη Σάμο και ιδιαίτερα στην Κρήτη και δούλευαν στις οικοδομές. Αρκετοί απ’ αυτούς δεν επέστρεφαν· έμεναν εκεί, παντρεύονταν, δημιουργούσαν οικογένειες και αρκετοί από αυτούς προόδευαν. Ακόμα και σήμερα, σε όλα αυτά τα νησιά υπάρχουν αρκετοί με το επίθετο Καρπαθάκης και με άλλα επίθετα που φανερώνουν Καρπαθιακή καταγωγή.
Πιο δύσκολη ήταν η θέση των υστερότοκων κοριτσιών που δεν παντρεύονταν. Έμεναν στο πατρικό σπίτι με την πρωτότοκη που το κληρονομούσε και βοηθούσαν στις δουλειές του σπιτιού και των χωραφιών της και ξενοδούλευαν.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News