Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Κιτρέα η σινική (Citrus sinensis), κοινώς πορτοκαλιά
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1589 ΦΟΡΕΣ
ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Γράφει ο
Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων
Η Κιτρέα η σινική (Citrus sinensis), κοινώς πορτοκαλιά, είναι δένδρο αειθαλές, το οποίο κατάγεται από την Κίνα και τις Ινδίες. Ανήκει στη συνομοταξία των Αγγειοσπέρμων (Magnoliophyta), στην ομοταξία των δικοτυληδόνων (Magnoliopsida), στην τάξη των Σαπινδωδών (Sapindales), στην οικογένεια των Ρουτιδών (Rutaceae), στο γένος Κίτρος (Citrus) και στο είδος σινική (sinensis).
Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Ηρακλής, μεταξύ των άλλων άθλων του, ήταν και εκείνος, κατά τον οποίον μετέφερε στο Άργος τα «Μήλα των Εσπερίδων». Υποστηρίζεται υπό ορισμένων μελετητών, ότι τα «Μήλα των Εσπερίδων» ταυτίζονται με τα πορτοκάλια, γι΄ αυτό και η ομάδα αυτή – πορτοκάλια, μανταρίνια, νεράντζια κ.λπ.- ονομάζονται εσπεριδοειδή.
Η πορτοκαλιά, όπως επίσης και τα άλλα εσπεριδοειδή, δεν αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, το πολύ μέχρι -4ο C. Για τον λόγο αυτό και καλλιεργείται σε τροπικές, υποτροπικές και εύκρατες περιοχές, με ήπιες κλιματολογικές συνθήκες. Πρόκειται για δένδρο μετρίου μεγέθους (ύψος 5-8 μ.). Ο κορμός της είναι ίσιος, λείος και έχει χρώμα σκούρο, σχεδόν μέλαν. Φέρει πλούσιο ριζικό σύστημα, όμως οι ρίζες αυτής δεν εισχωρούν σε μεγάλο βάθος στο έδαφος, αλλά απλώνονται περισσότερο στην επιφάνεια του εδάφους.
Τα κλαδιά της πορτοκαλιάς σχηματίζουν γωνίες και απλώνονται οριζόντια, είναι κυλινδρικά και έχουν ελαστικότητα, έτσι μπορούν να αντέχουν αρκετά στο μεγάλο βάρος των καρπών, αν και λυγίζουν από το βάρος. Τα φύλλα της είναι μετρίου μεγέθους, σχεδόν ωοειδή, πλατιά, βαθυπράσινα, λεία, στιλπνά και φέρουν μίσχους με μικρά πτερύγια. Κατά τον μήνα Απρίλιο ορισμένα από τα παλαιά φύλλα της πορτοκαλιάς πίπτουν κι αντικαθίστανται από νέα.
Τα άνθη της πορτοκαλιάς είναι μεγάλα, χρώματος λευκού και πολύ εύοσμα. Αναδίδουν ένα χαρακτηριστικό και πολύ ευχάριστο άρωμα, σε ορισμένες δε περιοχές της Ελλάδας (π.χ. Πάτμος και αλλού) χρησιμοποιούν τα άνθη αυτά για την παρασκευή αρωμάτων. Με άνθη εσπεριδοειδών – πορτοκαλιάς και λεμονιάς - συνηθίζεται να κοσμούνται οι εικόνες της Εκκλησίας κατά τις εορτές του Πάσχα και άλλες εορτές, που εορτάζονται κατά την περίοδο της άνοιξης.
Τα άνθη της πορτοκαλιάς βγαίνουν την άνοιξη μεμονωμένα από τους βλαστούς. Λίγο αργότερα από τους οφθαλμούς των φύλλων βγαίνουν νέοι βλαστοί, οι οποίοι ανθοφορούν κατά ομάδες. Από τα άνθη αυτά δένονται οι καρποί σε μικρό ποσοστό, ενώ τα περισσότερα πίπτουν στο έδαφος. Όταν από τα 10 άνθη δέσει 1 και παράγει καρπό, τότε η καρποφορία του δένδρου θεωρείται ικανοποιητική.
Ο καρπός της πορτοκαλιάς, το πορτοκάλι, είναι ειδικός τύπος ράγας και ονομάζεται εσπερίδιον.
Η φλούδα του αποτελείται από δύο ευδιάκριτα μέρη, ήτοι: το εξωτερικό, πορτοκαλί και το εξωτερικό, το οποίο είναι άσπρο και σπογγώδες. Το εξωκάρπιο είναι πλούσιο σε αιθέρια έλαια, τα οποία βγαίνουν από εκκριτικούς πόρους ορατούς και με γυμνό μάτι. Περιέχει επίσης καροτονοειδή και βιταμίνες.
Το μεσοκάρπιο περιέχει κυρίως κυτταρίνη, διαλυτούς υδατάνθρακες, πηκτινικές ενώσεις, φλαβονοειδή, αμινοξέα και βιταμίνες.
Το ενδοκάρπιο είναι διαιρεμένο σε φέτες. Κάθε φέτα αποτελείται από εκατοντάδες κυστίδια, που είναι χυμώδεις σάκοι με τοίχωμα λεπτό και διαφανές. Ο χυμός του πορτοκαλιού που περικλείεται από τα κυστίδια, περιέχει διαλυτά σάκχαρα (γλυκόζη, φρουκτόζη, σακχαρώζη), οργανικά οξέα (κυρίως κιτρικό οξύ) βιταμίνες C, P, ανόργανα άλατα κλπ. Από απόσταξη της ξηρής φλούδας και των λουλουδιών της πορτοκαλιάς παράγονται αιθέρια έλαια, χρήσιμα στη ζαχαροπλαστική, την αρωματοποιία, την ποτοποιία και τη φαρμακευτική.
Καλλιέργεια
Η πορτοκαλιά ανθίζει μία φορά τον χρόνο και η ανθοφορία αυτής διαρκεί 5-7 βδομάδες. Ο καρπός της πορτοκαλιάς είναι το πορτοκάλι ή εσπερίδιον. Η πορτοκαλιά ευδοκιμεί σε μεγάλη ποικιλία εδάφους, όμως προτιμά τα αμμοπηλώδη εδάφη. Ο πολλαπλασιασμός της γίνεται με σπέρματα και αργότερα τα δένδρα εμβολιάζονται με τις επιθυμητές ποικιλίες. Επίσης συχνά χρησιμοποιούνται δενδρύλλια νεραντζιάς ως υποκείμενα προς εμβολισμό πορτοκαλιάς.
Υπάρχουν περίπου εκατό και εξήντα (160) ποικιλίες πορτοκαλιάς. Οι σημαντικότερες ποικιλίες οι οποίες καλλιεργούνται στην Ελλάδα είναι οι εξής:
1) Άρτας
Οι καρποί της ποικιλίας αυτής είναι σφαιρικοί, έχουν λεπτό περικάρπιο, υπόξινη γεύση και είναι εξαιρετικά αρωματικοί. Ωριμάζουν κατά τον μήνα Ιανουάριο.
2) Βαλέντσια
Πρόκειται για ξενικής προελεύσεως ποικιλία, οι καρποί της οποίας ωριμάζουν από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο και έτσι επιτρέπει στους παραγωγούς να εφοδιάζουν την αγορά με πορτοκάλια κατά τους θερινούς μήνες. Η ποικιλία αυτή είναι ιδιαίτερα ανθεκτική και προσαρμόζεται εύκολα σε πολλούς και διαφόρους τύπους εδαφών, δίδει δε εύγεστα και πολύ καλής ποιότητας πορτοκάλια.
3) Μέρλιν
Γνωστή ποικιλία με πολύ εύγεστους και χυμώδεις καρπούς, η οποία καλλιεργείται σε πολλές περιοχές του κόσμου. Τα πορτοκάλια της ποικιλίας αυτής αναγνωρίζονται εύκολα, διότι στο αντίθετο σημείο από το κοτσάνι φέρουν μίαν εσοχή, εν είδει ομφαλού, γι΄ αυτό λέγονται και «ομφαλοφόρα».
4) Σαγκουίνια
Πρόκειται για ποικιλία πορτοκαλιάς, η σάρκα των καρπών της οποίας είναι κόκκινη, εξ αιτίας της οποίας έλαβαν και την ονομασία «σαγκουίνια», επειδή στα λατινικά sanquis,-inis = αίμα. Επίσης για τον ίδιο λόγο τα πορτοκάλια αυτά ονομάζονται και «αιματόσαρκα». Ο καρπός των είναι εύγεστος και χυμώδης και δίδουν χυμούς πλούσιους σε βιταμίνες.
5) Σουλτανί του Φόδελε (Κρήτης)
Η ποικιλία αυτή είναι εκλεκτή, δίδει καρπούς ωοειδείς, μεγάλους ως προς το μέγεθος, με φλούδα, η οποία αφαιρείται εύκολα, έχουν πολύ εύγεστη σάρκα και με πλούσιο χυμό.
6) Χίου
Πρόκειται για ποικιλία με καρπούς σφαιρικούς, μικρούς ως προς το μέγεθος, οι οποίοι ωριμάζουν από τα μέσα του Νοεμβρίου. Οι καρποί αυτής έχουν πολλά σπόρια (κουκούτσια), δίδουν λίγο χυμό, και είναι εξαιρετικά ανθεκτικοί κατά τη μεταφορά και διακίνηση αυτών.
Αρχαία Γραμματεία
Α) Θεόφραστος
1) «Διαφέρουσι δε (τα σπέρματα) και τω τα μεν αθρόα μετ΄ αλλήλων είναι, τα δε διεστώτα και στοιχηδόν, ώσπερ τα της κολοκύντης και σικύας και των δένδρων, ως περσικής μηλέας».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 11, 4).
«Μήλον το περσικόν» ή «μήλον το μηδικόν»: Πιθανώς το κίτρο.
2) «Φασί δε και της μηλέας της Μηδικής όσα μεν έχει των ανθών ώσπερ ηλακάτην τινα πεφυκυίαν εκ μέσου ταυτ΄ είναι γόνιμα, όσα δε μη έχει ταύτ΄ άγονα».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 13, 4).
3) «Και έοικεν όλως ο τόπος ο προς ανατολάς και μεσημβρίαν, ώσπερ και ζώα και φυτά φέρειν ίδια παρά τους άλλους. Οίον ή τε Μηδία χώρα και Περσίς άλλα τε έχει πλείω και το μήλον το Μηδικόν ή Πεσικόν καλούμενον. ΄Εχει δε το δένδρον τούτο φύλλον μεν όμοιον και σχεδόν ίσον ανδράχλης, ακάνθας δε οίας άπιος ή οξυάκανθος, λείας δε και οξείας σφόδρα και ισχυράς. Το δε μήλον ουκ εσθίεται μεν, εύοσμον δε πάνυ και το φύλλον του δένδρου. Καν εις ιμάτια τεθή το μήλον άκοπα διατηρεί. Χρήσιμον δ΄ επειδάν τύχη τις πεπωκώς φάρμακον θανάσιμον. Δοθέν γαρ εν οίνω διακόπτει την κοιλίαν και εξάγει το φάρμακον. Και προς στόματος ευωδίαν. Εάν γαρ τις εψήση εν ζωμώ, ή εν άλλω τινί το έσωθεν του μήλου εκπιέση εις το στόμα και καταροφήση, ποιεί την οσμήν ηδείαν.
Σπείρεται δε του ήρος εις πρασιάς εξαιρεθέν το σπέρμα διειργασμένας επιμελώς, είτα αρδεύεται διά τετάρτης ή πέμπτης ημέρας. Όταν δε αδρόν η, διαφυτεύεται πάλιν του έαρος εις χωρίον μαλακόν και έφυδρον και ου λίαν λεπτόν. Φιλεί γαρ τα τοιαύτα. Φέρει δε τα μήλα πάσαν ώραν. Των δε ανθών, όσα ώσπερ είπομεν, έχει καθάπερ ηλακάτην εκ μέσου τιν΄ εξέχουσαν, ταύτα έστι γόνιμα, όσα δε μη άγονα. Σπείρεται δε και εις όστρακα διατετρημένα, καθάπερ και οι φοίνικες. Τούτο μεν ουν, ώσπερ είρηται, περί την Περσίδα και την Μηδίαν εστίν».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 4, 4, 2).
Β) Διοσκουρίδης
Πιστεύεται, ότι στην εποχή του Διοσκουρίδου (περίπου 10 – 90 μ. Χ.) τα ξινόδενδρα θα πρέπει να ήσαν αρκετά διαδεδομένα.
(Φυτολογία 1990, σ. 247-2248).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Εγκυκλοπαιδεία ΝΕΑ ΔΟΜΗ, τ. 23 (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), σ. 126.
Δ. Σ. Καββάδας, Εικονογραφημένον Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), Εκδόσεις ΠΗΓΑΣΟΣ.
Μυρσ. Λαμπράκη, Τα Χόρτα (Αθήνα 2000).
Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001).
Ευ. Κ. Φραγκάκι, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης (Αθήναι 1978).
Γ. Χριστόπουλος (Επιμέλεια), Φυτολογία, Εκδοτική Αθηνών (Αθήνα 1990), σ. 247- 248.
Η. Baumannn, Die Griechische Pflanzenwelt (Muenchen 1999).
Koenemann, Botanica. Das Abc der Pflanzen. 10.000 Arten in Text und Bild (Koeln 1997).
R. Scheppelmann, Flora Graeca. Sibthorpia
na, Volksausgabe, Edition Kentavros, (Hamburg 2017).
Fr. W. Sieber, Ταξίδι στη νήσο Κρήτη του Ελληνικού Αρχιπελάγους κατά το έτος 1817, Λειψία 1823. Μετάφραση από τα Γερμανικά στα Ελληνικά υπό Δρ. Ιω. Ηλ. Βολανάκη, Αρχαιολόγου, (Αθήναι 2022).-----
J. Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700-1702, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Ηράκλειο 2003).

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News