Ελ. Μουρσελλά-Δράκου: Αναμνήσεις του χθες που δροσίζουν και γλυκαίνουν το σήμερα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1351 ΦΟΡΕΣ
Γράφει η
Ελευθερία Μουρσελλά-Δράκου
«Εχάσαμε τα έθιμα, τα ήθη και τους τρόπους για γλέντι, δεν ευρίσκεις πια τους πρωτινούς ανθρώπους»
Στο άκουσμα αυτής της Χαλκίτικης μαντινάδας, χίλιες δυο σκέψεις στροβίλισαν στο μυαλό μου.
Η κάθε λέξη της είναι μεστή από νόημα και κάποιο κρυφό παράπονο.
Αλήθεια, τι μεγαλείο κρύβουν μέσα τους οι τόσο απλές λέξεις που χρησιμοποιούν οι λαϊκοί τραγουδιστές για να εκφράσουν τόσο τέλεια τον πλούσιο και αγνό συναισθηματικό τους κόσμο.
Τα λόγια αυτά γύρισαν τους δείκτες στο ρολόι της μνήμης μου πίσω στην όμορφη εποχή του 50-60. Τότε, που παιδί, θυμάμαι το πανηγύρι του τρύγου στο μικρό αλλά ακόμη και τώρα γραφικό χωριό μου, τη «Θολό». Τότε, που όλοι οι χωριανοί γλεντούσαν τόσο απλά, πίνοντας το κρασάκι ή το τσίπουρο που έβγαζαν από τ’ αμπέλια τους.
Όλος ο κάμπος που απλωνόταν στα πόδια της κατηφοριάς από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα μέχρι κάτω στον κεντρικό δρόμο, ήταν γεμάτος αμπέλια μ’ αμοργινό σταφύλι.
Ένας γεροδεμένος κανταρτζής, ο αείμνηστος Παναγιώτης, ο γνωστός σε όλους μας «Πανάος», που πάντα στόλιζε το αφτί του μ’ ένα λουλούδι ή βασιλικό. Ζύγιζε τα κοφίνια και τα βάζανε στην καρότσα του φορτηγού που τα μετέφεραν στο εργοστάσιο της «ΚΑΪΡ» του «Φώκιαλη» και του Τριανταφύλλου, που έδιναν τόση ζωή στην πόλη μας και δουλειά σε πολλούς Ροδίτες και Ροδίτισσες.
Ο τρύγος άρχιζε μετά τη γιορτή του Σταυρού, κρατούσε δύο εβδομάδες. Οι γονείς μου έκοβαν το σταφύλι από το μικρό μας αμπέλι, το φόρτωναν στο κάρο κάποιου και το μετέφεραν στο σπίτι μας στη Ρόδο.
Επειδή το κάρο δεν μπορούσε να μπει στο σοκάκι μας, τα παιδιά της γειτονιάς, τ’αδέλφια μου και οι γονείς μου έφερναν το σταφύλι μέχρι το σπίτι μας.
Για μας τα παιδιά, η μέρα εκείνη ήταν πραγματική γιορτή. Ο πατέρας μου άπλωνε το σταφύλι στο δώμα της κουζίνας μας, για να λιαστεί. Όταν ήταν έτοιμο για να πατηθεί, ο πατέρας μου έπλενε πολύ καλά τον ληνό με το νερό που έβγαζε με τη μικρή τρούμπα μας από το πηγάδι και έριχνε μέσα το σταφύλι. Επίσης, έπλενε πολύ καλά τα πόδια του με το σαπούνι του Αγιακάτσικα και με το νερό από το πηγάδι μας.
Η γιαγιά μου, η Θολοενή η Ανεζούλα, έριχνε λίγο αγιασμό στον ληνό και ευχόταν «καλό κρασί». Ο κόκκινος μούστος έτρεχε από την κάνουλα του ληνού. Με τον ολόγλυκο μούστο, ο πατέρας μου γέμιζε δύο γυάλινες νταμιτζάνες και ένα βαρέλι που το είχε θειαφισμένο και καλά πλυμμένο με άφθονο νερό από το πηγάδι μας.
Στο πώμα του βαρελιού έβαζε θρούμπα και θυμάρι για να το κλείσει και να είναι καθαρός ο μούστος. Κάθε βράδυ, μετά την προσευχή μας και προτού κοιμηθούμε, ακουμπούσαμε το αφτί μας στο πώμα του βαρελιού για ν’ακούσουμε τον ήχο που έβγαινε από τη ζύμωση.
Η μητέρα μου, σε καθαρό δοχείο κρατούσε μούστο για τη Θεία Κοινωνία και με πρόσφορο, το έπαιρνε την παραμονή του Αγίου Ανδρέα στην εκκλησία της ενορίας μας στον Άνω Αγιο Γεώργιο. Άφηνε αρκετό μούστο και έκανε τη μουσταλευριά πολλές φορές με σιταρένιο αλεύρι που της έφερνε η γιαγιά μου και την έβαζε σε πιάτα. Η κανέλλα και το καβουρδισμένο χοντροαλεσμένο σησάμι έδιναν μία όμορφη μυρωδιά στα πιάτα με τη μουσταλευριά. Πάντα μοίραζε στις θείες μου και στις γειτόνισσες από ένα πιάτο.
Με τον μούστο έκανε και πετιμέζι, που το έκρυβε για φάρμακο ιδίως για την ανεμοβλογιά. Aνήμερα του Αγίου Ανδρέα, στη γιορτή του πατέρα μου, ανοίγαμε το βαρέλι. Με το νέο κρασί άρχιζε το γλέντι. Όλη η γειτονιά και οι φίλοι του, σαν μία οικογένεια, ζούσαμε αυτή την ημέρα με αγάπη και πολύ κέφι.
Οι μεζέδες, ντολμάδες, λαγός στιφάδο, κεφτέδες και σαλατικά, συνοδευόμενα με το νέο κρασί και με το τραγούδι, έφτιαχναν το κέφι. Οι ωραίοι ήχοι που έβγαιναν από την κιθάρα και το μαντολίνο, ανέβαζαν τις ψυχές όλων μας και έδιωχναν τις στεναχώριες.
Τα τραγούδια, όπως «Ακόμα ένα ποτηράκι», «Πιες λίγο κρασί» και το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», αλλά όταν τραγουδούσαν το «Καναρίνι μου» όλοι δυνάμωναν τις φωνές τους. Όλα αυτά τα τόσο απλά πράγματα χάριζαν αυτό που ζητούσε η ψυχή τους. Τη χαρά.
Στη συνέχεια οι κουραμπιέδες, τα φοινίκια, τα μελομακάρονα και στο φινάλε, οι ζεστοί αφράτοι λουκουμάδες με το μέλι, την κανέλλα και το σουσάμι.
Έτσι τελείωνε αυτή η ξεχωριστή ημέρα για την οικογένειά μας. Τέτοιες ανεπανάληπτες στιγμές είναι βαθιά χαραγμένες στην ψυχή μου. Πάντα θα θυμάμαι τους καλούς γονείς μου και την ημέρα αυτή την άξια μητέρα μου. Παρουσίασε το σπίτι μας με τα ωραία ασπροκεντήματά της και όσα προσφέραμε, γλυκά και φαγητά, πέρασαν από τα χέρια της. Η νοσταλγία, σαν απαλό αξεθύμαστο άρωμα ταπεινού γιασεμιού, διαπερνά και δροσίζει την ψυχή μου. Μία μελαγχολία με κατέχει όταν αντικρίζοντας τη σημερινή δύσκολη πραγματικότητα που παρ’ όλη την τεράστια τεχνολογική ανάπτυξη, απομακρύνεται ο ένας από τον άλλο, αντί να δένεται.
Η τότε ζωή μας μοιάζει μ’ένα παραμύθι γραμμένο με τα γνήσια υλικά της αγάπης, της ζεστασιάς, της πίστης στον Θεό και της ειλικρίνειας μεταξύ των ανθρώπων,
Μπορεί να πέρασαν από τότε πολλά χρόνια, όμως η μνήμη μου διατηρεί ολοζώντανες εκείνες τις όμορφες εικόνες και στιγμές που έζησα.
«Θεέ μου, προστάτεψέ με από τη λησμονιά».

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News