Μανώλης Κολεζάκης: Η Οργάνωση και το Διοικητικό Σύστημα της Αρχαίας Καμείρου
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1051 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Μανώλης Κολεζάκης
emmanuelnkolezakis@gmail.com
Η πόλη της Αρχαίας Καμείρου βρίσκεται στα βορειοδυτικά παράλια της Ρόδου, κοντά στο σημερινό χωριό Καλαβάρδα και στο ακρωτήρι του Αγίου Μηνά, το αρχαίο Μυλάντιο. Η Καμειρίδα χώρα περιελάμβανε το κεντρικό-δυτικό τμήμα του νησιού∙ η επικράτειά της καταλάμβανε μικρότερη έκταση από εκείνη των δύο άλλων ροδιακών πόλεων, ωστόσο ήταν η πιο εύφορη, με ελιές, συκιές και αμπέλια.
O Όμηρος χαρακτηρίζει τον ιδρυτή της πόλης, Κάμειρο, ως αργινόεντα, χαρακτηρισμός οφειλόμενος στην άσπρη μαλακή πέτρα του εδάφους της περιοχής, που σήμερα καλείται ασπρόπηλος ή ασπρόχωμα. Η Κάμειρος των γεωμετρικών, αρχαϊκών και κλασικών χρόνων είναι κυρίως γνωστή από τα ευρήματα των νεκροταφείων της, που εκτείνονται σε διάφορες θέσεις γύρω από την πόλη και δηλώνουν ότι ενδεχομένως υπήρχαν πολλοί μικροί οικισμοί στην περιοχή. Πάντως, με εξαίρεση τον οικισμό της Κυμισάλας, κοντά στο χωριό Σιάννα, στο νότιο όριο της Καμειρίδας χώρας, το μόνο οργανωμένο οικιστικό κέντρο που έχει εντοπισθεί ταυτίζεται με εκείνο της αρχαίας πόλης.
Εξαιρετικά σωζόμενη είναι η πόλη της ελληνιστικής Καμείρου, η οποία διατηρεί μεγάλο μέρος των δημοσίων και ιδιωτικών της κτηρίων.
Αρχαιολογικά ευρήματα υποδηλώνουν ότι ο ίδιος χώρος κατοικούνταν τουλάχιστον από την αρχαϊκή περίοδο. Η πρώιμη αυτή πόλη πρέπει να καταστράφηκε κατά τον σεισμό του 227/6 π.Χ. και να αναδιοργανώθηκε εκ νέου, βάσει της ιπποδάμειας πολεοδομίας (πήρε το όνομά της από τον Ιππόδαμο τον Μιλήσιο), (με αρκετές, ωστόσο, προσαρμογές στην ιδιομορφία του εδάφους). Το ανασκαμμένο τμήμα του οικισμού χωρίζεται σε τρία άνισα μέρη: στο ανώτερο και αρχαιότερο επίπεδο, την ακρόπολη· στη μεσαία κλιτύ στην πλαγιά του λόφου, όπου είχε αναπτυχθεί ο κυρίως οικισμός· και στο κατώτερο επίπεδο, που μοιάζει με μεγάλη πλατεία.
Τόσο πριν όσο και μετά τον σεισμό του 227/6 π.Χ. δύο εκ των ανωτέρω υπήρξαν τα (γνωστά) θρησκευτικά κέντρα της πόλης: το πρώτο ήταν η ακρόπολη, όπου δέσποζε το ιερό της Αθηνάς Πολιάδος και του Διός Πολιέος· το δεύτερο θα βρισκόταν στο κατώτερο επίπεδο, όπου ξεχωρίζουν δύο ιεροί χώροι: ένα κλειστό υπαίθριο τέμενος, αφιερωμένο στη λατρεία πολλών θεοτήτων (η «Αγορά των Θεών»), και ένα ακόμη τέμενος, στο οποίο εντάσσεται και ένας δωρικός ναός, αφιερωμένος σε άγνωστη θεότητα.
Πληθώρα πληροφοριών για την Κάμειρο παρέχουν οι περίπου 200 δημοσιευμένες επιγραφές από τις ανασκαφές της πόλης. Ο πρώτος που δημοσίευσε μέρος του σχετικού επιγραφικού υλικού ήταν ο G. Jacopi το 1932. Ακολούθως, τις επιγραφές της Καμείρου μελέτησε ο M. Segre, ο οποίος, όμως, δεν πρόλαβε να τις δημοσιεύσει λόγω του θανάτου του. Τις σημειώσεις του εξέδωσε το 1949-51, στο Annuario της Ιταλικής Σχολής, ο Ι. Pugliese Carratelli, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα, στο ίδιο περιοδικό, δημοσίευσε και το Supplementum των επιγραφών της Καμείρου. Σημαντικό στοιχείο για τη μελέτη των επιγραφών της Καμείρου συνιστά η ανεύρεση των καταλόγων των δαμιουργών και των ιερέων της Αθηνάς∙ βάσει των καταλόγων αυτών είναι δυνατή η κατά προσέγγιση χρονολόγηση της πλειοψηφίας των επιγραφών της Καμείρου, και, ως εκ τούτου, η δυνατότητα ακριβέστερης μελέτης της κοινωνικής-πολιτικής θρησκευτικής εξέλιξης της πόλης κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή.
Άγνωστο παραμένει το πότε αποκρυσταλλώθηκε το διοικητικό σύστημα της ελληνιστικής Καμείρου· το πιθανότερο είναι ότι αυτό συνέβη στο β΄ μισό του 4ου ή στο α΄ τέταρτο του 3ου αι. π.Χ.: περί το 330 π.Χ. αρχίζει η αναγραφή των ονομάτων των ιερέων της Αθηνάς σε έναν κατάλογο ενώ περί το 280 π.Χ., (Βάσει της δημοσίευσης της επιγραφής, υπολογίζεται ότι ο πρώτος αναγραφείς ιερέας της Αθηνάς, ο Εύμηλος ----κράτευς, άσκησε το αξίωμά του περί το 330 π.Χ.), ξεκινά η αναγραφή των ονομάτων του επωνύμου άρχοντα της πόλης, του δαμιουργού. Σημειώνεται, επίσης, ότι σε έναν σωζόμενο κατάλογο αρχιεριστών της πόλης το παλαιότερο σωζόμενο όνομα τοποθετείται περί το 250 π.Χ. Βάσει της δημοσίευσης της επιγραφής, υπολογίζεται ότι ο πρώτος αναγραφείς δαμιουργός, ο Φιλοκράτης Τιμοκράτευς, άσκησε το αξίωμά του περί το 279 π.Χ.
Βασικό στοιχείο για την ιεραρχία των αξιωματούχων αποτελεί το ότι, παρά τις εκάστοτε διαφοροποιήσεις, τηρείται στις επιγραφές μία συγκεκριμένη σειρά αναγραφής: πρώτα μνημονεύεται ο επώνυμος άρχοντας της πόλης, ο δαμιουργός, ακολούθως δε οι ιεροποιοί και ο αρχιεριστής ή εξιεριστής· τα τρία αυτά αξιώματα φαίνεται ότι ήταν τα σημαντικότερα της Καμείρου, καθώς απαντώνται σε όλες ανεξαιρέτως τις (πλήρως σωζόμενες) επιγραφές. Από το 273 π.Χ., κυρίως όμως από τα μέσα του 3ου αι. π.Χ., αναγράφονται εν συνεχεία οι ιερείς κυρίων λατρειών της πόλης· πρόκειται για τις σημαντικότερες πηγές για τις επίσημες λατρείες της Καμείρου, καθώς τα περισσότερα ιερά της δεν έχουν ανακαλυφθεί ή δεν έχουν ταυτισθεί με βεβαιότητα.
Το ιδιαίτερο πολιτειακό καθεστώς του ροδιακού κράτους επέτρεπε στις παλαιές πόλεις να διατηρούν τον δικό τους επώνυμο άρχοντα· στην περίπτωση της Καμείρου, επώνυμος άρχων της πόλης ήταν ο δαμιουργός, ο οποίος μνημονεύεται πρώτος στους καταλόγους των συναρχόντων. Η θητεία του δαμιουργού θα ήταν ετήσια, όπως διαφαίνεται και από την αναγραφή του καταλόγου τους σε κεντρικό σημείο της πόλης. Για την ανάδειξη του δαμιουργού του κάθε έτους διεξαγόταν μία διαδικασία εκλογής, στην οποία δεν θα είχαν δικαίωμα υποψηφιότητας όσοι είχαν αναλάβει το αξίωμα σε παρελθόν έτος.
Το αξίωμα του δαμιουργού, με ποικίλες και ανά περίπτωση διαφοροποιημένες αρμοδιότητες (διοικητικές, οικονομικές, θρησκευτικές κ.ά.), απαντάται σε αρκετά μέρη του αρχαίου ελληνικού κόσμου: Ιδιαίτερη διάδοση γνώρισε στη νότια ηπειρωτική Ελλάδα, όπου ήταν συνήθης η ύπαρξη σωμάτων δαμιουργών, ωστόσο, σε αρκετές πόλεις της Μικράς Ασίας, όπως την Κνίδο και την Άσπενδο, αλλά και σε πόλεις-κράτη νησιών του Αιγαίου (Σάμος, Αμοργός, Ολούντας Κρήτης, Αστυπάλαια) ο δαμιουργός συνιστούσε τον επώνυμο άρχοντα της πόλης. Στην τελευταία αυτή κατηγορία εντάσσονται επίσης η Κάμειρος αλλά και τρία νησιά του ροδιακού κράτους, η Σύμη, η Τήλος και η Νίσυρος.

Ιερά και λατρείες στην πόλη της Καμείρου
Η Ακρόπολη της Καμείρου και το Ιερό της Αθηνάς Πολιάδος και του Διός Πολιέως
Άλλες λατρείες στην ακρόπολη της Καμείρου: Άρτεμις, Δίας Υήτιος, Μοίρες.
Οι θεότητες των Προπυλαίων: Εκάτη Προπυλαία, Απόλλων Αποτρόπαιος και Ερμής Προπύλαιος
Οι θεότητες της επιγραφής (ανακαλύφθηκαν σε μία επιγραφή): «Διός Σωτήρος», «Ζηνὸς Στοιχαίου», «Αθηνάς Φατρίας», «ΟΙΟΠΙΡΩΝ», «Μοιρών Ευμενέων», «Ζηνός Μεσαρκείου»,
Άλλες θεότητες:
Απόλλων Επικνίσιος, Απόλλων Πεδαγείτνυος, Απόλλων Πετασίτας, Ερμής, Ποσειδώνας Ασφάλ(ε)ιος, Φήμη
Η Καμειρίδα Χώρα:
Εμπεριείχε: Δήμος; (περιοχή Καλαβαρδών), Δήμος Ρογκιδών (περιοχή Έμπωνα):
Βάσει επιγραφής του 3ου αι. π.Χ., κρίνεται πιθανό ότι στην ευρύτερη περιοχή του Έμπωνα, στον αρχαίο δήμο Ρογκιδών, υπήρχε ιερό αφιερωμένο στη λατρεία των Ασκληπιού, Απόλλωνα και Αφροδίτης. Δεδομένου, μάλιστα, ότι πρώτο αναγράφεται το όνομα του Ασκληπιού, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα να βρισκόταν στην περιοχή αυτή το Ασκληπιείο, ο βασικός τόπος της λατρείας του Ασκληπιού στην Κάμειρο. Στην ίδια περιοχή ανευρέθηκε και μία βάση αναθήματος προς τον Δία Αταβύριο.
- Δήμος Κυμισαλέων (περιοχή Κυμισάλας)
- Δήμος; (περιοχή Κρητηνίας), Δήμος; (θέση Σημαντήρι)
Επιγραμματικά η Κάμειρος, στα βορειοδυτικά παράλια της Ρόδου, είναι η μοναδική από τις παλαιές πόλεις, της οποίας έχει ανευρεθεί τμήμα του αστικού ιστού. Ωστόσο, η απουσία συστηματικής δημοσίευσης των ανασκαφών δυσχεραίνει τη μελέτη και ερμηνεία των ευρημάτων, με αποτέλεσμα η ανασύνθεση του θρησκευτικού της τοπίου να στηρίζεται κυρίως στις επιγραφικές μαρτυρίες.
(Το υλικό αντλήθηκε από τη Διατριβή: «Ιερά και Λατρείες στα Δωδεκάνησα: η Ρόδος και τα νησιά του ροδιακού κράτους (4ος - 1ος αι. π.Χ.)» της Δήμητρας-Μαρίας Λάλα).

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News