Ιωάννης Βολανάκης: Άνηθον το βαρύοσμον (Anethum graveolens), κοινώς άνηθος
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 2017 ΦΟΡΕΣ
Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας
Γράφει o
Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων
Το Άνηθον το βαρύοσμον (Anethum graveolens), κοινώς άνηθος ή άνηθο, είναι φυτό της συνομοταξίας των Αγγεισπέρμων (Magnoliophyta), της ομοταξίας των Δικοτυληδόνων (Magnoliopsida), της υφομοταξίας των Ρoδιδών (Rodiadae), της τάξεως των Σελινωδών (Apiales), της οικογενείας των Απιϊδών (Apiaceae) ή Σκιαδανθών ή Σκιαδοφόρων (Umbelliferae), του γένους Άνηθος (Anethum), του είδους βαρύοσμον (Graveolens), το οποίο φύεται στις μεσογειακές χώρες, στη νότια Ρωσία, στην Αφρική και στην Ασία.
Ο Άνηθος είναι φυτό ποώδες, μονοετές (ύψους 0,40-0,80 μ.) με ρίζα γογγυλώδη, βλαστό κοίλο και γραμμωτό και φύλλα πτεροειδή, νηματοειδή. Τα άνθη του σχηματίζουν σκιάδιο και είναι χρώματος λευκού. Ο βλαστός, τα φύλλα και τα σπέρματα του άνηθου φέρουν χαρακτηριστικό και ευχάριστο άρωμα.
Ο Άνηθος είναι γνωστός από την αρχαιότητα με το όνομα «άνηθον, το» ή «άνησον, το», το οποίο πιθανώς είναι προελληνικό, όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα ονόματα φυτών, όπως π. χ. : άμπελος, άνθος, άρκευθος, ασπάλαθος, ασπάραγγος, ασφέδαμνος, άψινθος, δίανθος, ερέβινθος, κισσός, κυπάρισσος, μάραθο, νάρδος, νάρκισσος, ονονίς, όροβος, ρόδον, σέλινο, σκόλυμος, τερέβινθος, υάκινθος κ.λπ.
Οι αρχαίοι ΄Ελληνες και οι Ρωμαίοι συνήθιζαν να στεφανώνουν τους νικητές των διαφόρων αγώνων με στεφάνια από ανθισμένα κλαδιά άνηθου και με το αιθέριο έλαιο του άνηθου άλειφαν το σώμα τους οι αθλητές, επειδή το εθεωρούσαν χαλαρωτικό και τονωτικό των μυών του σώματος.
Από τα άνθη του άνηθου παρεσκευάζετο κατά την αρχαιότητα το «ανήθηνον μύρον» και από τους καρπούς του ο «ανήθηνος οίνος».
Η καλλιέργεια του φυτού αυτού είναι σχετικά εύκολη. Πολλαπλασιάζεται με σπορά, η οποία λαμβάνει χώρα κατά το φθινόπωρο. Ο άνηθος αρέσκεται και ευδοκιμεί σε γόνιμα και ελαφρά εδάφη και πρέπει να αρδεύεται συχνά.
Ο άνηθος χρησιμοποιείται ως μυρωδικό στη μαγειρική και ως φάρμακο στη φαρμακευτική. ΄Εχει σπέρματα ωοειδή, πεπιεσμένα σε σχήμα φακής (μήκους 2-4 χιλιοστών), φαιού χρώματος.
Από τα σπέρματά του εξάγεται με απόσταξη το ανηθέλαιον, με μυρεψικές και φαρμακευτικές ιδιότητες και χρήσεις. Το ανηθέλαιον είναι υγρό, αρχικά μεν άχρωμο, βραδύτερα όμως κιτρινίζει. ΄Εχει τη χαρακτηριστική ισχυρή οσμή του άνηθου και γεύση μεν αρχικά ήπια, με την πάροδο όμως του χρόνου καθίσταται πολύ καυστική. Το κύριο συστατικό αυτού είναι η κορβόνη, ενεχόμενη από 40-60 %. Το ανηθέλαιον χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία, την ποτοποιία και τη φαρμακευτική.
Συστατικά
Το άνηθο περιέχει μεταξύ άλλων και τα επόμενα συστατικά : Αιθέριο έλαιο, με καρβόνη, αιθέριο έλαιο (οι σπόροι), φυτικές κόλλες και δεψικές ύλες, ρητίνη, βιταμίνη C, άφθονο κάλιο, ασβέστιο, φωσφόρο και μαγνήσιο.
Οι καρποί του φυτού αυτού περιεχουν : 2,5-4 % αιθέριο έλαιο, 10-20 % φυτικό έλαιο, πρωτεϊνες, αμίνες, μπεργαπτένη, ουμπελλιπρενίνη, σκοπολετίνη, εσκουλετίνη, ουμπελλιφερόνη, κοφεϊνη, χλωρογενικό οξύ κλπ.
Ιδιότητες του άνηθου:
1) Βοηθάει στις στομαχικές διαταραχές
2) Καταπολεμή την δυσπεψία.
3) Ρυθμίζει τη δυσμηνόρροια.
4) Είναι σπασμολυτικό και ηρεμιστικό.
5) Βοηθάει στον λόξυγκα, στην αεροφαγία και στους νευρικούς εμετούς.
6) Βοηθά στην αυπνία και στην κολίτιδα.
7) Ο άνηθος βοηθάει στην καταπολέμηση των μικροβίων, κάνει καλό σε περιπτώσεις ρευματοειδούς αρθρίτιδος, χάρη στην αντιφλεγμονώδη δράση του κ.λπ..
Από τους αρχαίους συγγραφείς αναφέρεται το άνηθο. Ειδικότερα:
1) Θεόφραστος ο Ερέσιος (371-287 π. Χ.)
«Γυμνόσπερμα δε των τε λαχάνων πολλά, καθάπερ άνηθον, κορίαννον, άννησον, κύμινον, μάραθον και έτερα πλείω».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 11, 2).
2) Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή ο Αναζαρβεύς (περίπου 7 - 88 μ. Χ.)
«Ανήθου ξηρού της κόμης και του καρπού το αφέψημα πινόμενον γάλα κατασπά, στρόφους τε και εμπνευματώσεις παύει, κοιλίαν τε και τους επιπολαίους εμέτους ίστησιν, ούρα τε κινεί και λυγμούς παρηγορεί, αμβλύνει τε τας όψεις και γονήν σβέννυσι συνεχώς πινόμενον. Χρήσιμον δε το αφέψημα αυτού και γυναιξίν υστερικαίς εις εγκάθισμα. Το δε σπέρμα καέν και καταπλασθεν κονδυλώματα αίρει».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 3, 58).
3) Καινή Διαθήκη
Το άνηθον αναφέρεται επίσης και στην Καινήν Διαθήκην :
«Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι αποδεκατούτε το ηδύοσμον και το άνηθον…»
(Ματθ. 23, 23).
Μαγειρική
Το άνηθο χρησιμοποιείται και σήμερα ευρέως, ιδιαίτερα στη μαγειρική, είτε νωπό για τον αρωματισμό σαλατών και διαφόρων εδεσμάτων, είτε για την διακόσμηση κατά την παρουσίαση αυτών, είτε κατά το μαγείρευμα αυτών. Χρησιμοποιείται σε σάλτσες. σούπες, ως καρύκευμα σε κρέατα, ψάρια κ.λπ.
Τμήματα των ανθισμένων βλαστών του άνηθου αναμειγνύονται σε λαχανικά τουρσί (αγγουράκια, πιπεριές κ.λπ..) σε ελιές και προσδίδουν σε αυτά ένα ευχάριστο άρωμα και μία ευχάριστη γεύση.
Βλαστοί και σπόροι του άνηθου καταπολεμούν την κακοσμία του στόματος. Βλαστοί του άνηθου, νωποί ή αποξηραμένοι χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ενός εύγεστου και πολλαχώς χρήσιμου αφεψήματος.
Σημειωτέο, ότι και ως προς το θέμα αυτό, θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής το αρχαίο απόφθεγμα, το οποίο αποδίδεται στον Κλεόβουλο τον Ρόδιο (), έναν από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, ήτοι : : «Μέτρον άριστον». Η υπερβολή ποτέ και πουθενά δεν ωφελεί, αλλά συχνά μπορεί να είναι και πρόξενος βλάβης.
Λαϊκή Ιατρική
1) «Εις το κινήσαι την κοιλίαν ανόδυνος
Μάραθα, τίλης κρασίου, απιστίαν, φλισκούνι, άνιθον, χαμόμιλα, αγριάγγουρας ρίζαν, ορνιθόξυγκον, χινόξυγκον,… βράσε τα και αποσφόνιαξον και βάλε εις το ζουμί άλας, μέλι και λάδι και ζεστόν, όσον το δέχεται <ο ασθενής>, βάλετα του σερβιτζιάλε (= κλύσμα)».
(Ν.Ε. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα, Ρέθυμνον 2001, σ. 102-103).
2) «Εις δυσουρίαν, ήτοι φιάγκον
Βράσον με νερό κιχωρίων ρίζας και τα φλούδια τούτων και ρίζα σέλινου και περισίμπουλου ρίζαν και άνηθον και απηγάνου αγρίου τε και ημέρου και ρεπανίου και τζόχου, δος τα του να πχη < και ο ασθενής ωφελείται >».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ. α., σ. 118).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Μυρσ. Λαμπράκη, Τα Χόρτα (Αθήνα 2000).
Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001).
Ευ. Κ. Φραγκάκι, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης (Αθήναι 1978).
Γ. Χριστόπουλος (Επιμέλεια), Φυτολογία, Εκδοτική Αθηνών (Αθήνα 1990).
Η. Baumann, Die Griechische Pflanzenwelt (Muenchen 1999).
Koenemann, Botanica. Das Abc der Pflanzen. 10.000 Arten in Text und Bild (Koeln 1997).
R. Scheppelmann, Flora Graeca. Sibthorpiana. Volksausgabe, Edition Kentavros (Hamburg 1017).
Fr. W. Sieber, Ταξίδι στη νήσο Κρήτη του Ελληνικού Αρχιπελάγους κατά το έτος 1817, Λειψία 1823. Μετάφραση από τα Γερμανικά στα Ελληνικά υπό Δρ. Ιω. Ηλ. Βολανάκη, Αρχαιολόγου (Αθήναι 2022), σ. 1-712.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News