Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Άπιον το βαρύοσμον (Apium graveolens), κοινώς σέλινο
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1573 ΦΟΡΕΣ
Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας
Γράφει ο Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επιτίμος Εφόρος Αρχαιοτήτων
Το Άπιον το βαρύοσμον (Apium graveolens), κοινώς σέλινο, είναι μονοετές ή διετές ποώδες φυτό της οικογενείας των Σκιαδοφόρων ή Ομβρελλιδών (Umbelliferae), δικοτυλήδονο, το οποίο απαντά ως αυτοφυές και ως καλλιεργούμενο.
Το σέλινο είναι πόα (ύψους 0,30 – 0,80 μ.) λεία, στίλβουσα, αρωματική, με βραχεία ρίζα, με ριζίδια συνήθως σαρκώδη και βλαστό κοίλο, πολύκλαδο, αυλακωτό-γωνιώδη. Τα φύλλα του είναι μάλλον παχέα, τα κατώτερα πτερωτά, με τμήματα (φυλλάρια) ωοειδη-σφηνοειδή, τρίλοβα ή βαθέως τρισχιδή. Τα ανώτερα φύλλα είναι τρισχιδή ή τρίφυλλα, με τμήματα ελλειψοειδή - λογχοειδή.
Τα άνθη του σέλινου είναι μικρότατα, λευκάζοντα, διατεταγμένα κατά σκιάδια, με 6-12 ανισομήκεις ακτίνες. Τα άνθη στερούνται περιβλήματος και περιβληματίου. Τα πέταλα του άνθους είναι καρδιοειδή, ακέραια, με κορυφή ελαφρώς κυρτή προς τον άξονα του άνθους.
Ο στύλος του άνθους είναι σχεδόν ισομήκης με τα στυλοπόδια. Οι καρποί είναι σχιζοκάρπια μικρά, λευκά, πεπλατυσμένα εκ των πλαγίων.
Στην Ελλάδα το σέλινο καλλιεργείται από τα πανάρχαια χρόνια και ήταν γνωστό με το ίδιο όνομα, το οποίο θεωρείται προελληνικό.
Σε πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β Τέλους δευτέρας π. Χ. χιλιετηρίδας) αναφέρεται ΣΕ-ΡΙ-ΝΟ, λέξη από την οποία προήλθε η ονομασία σέλινο, το. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες ανάλογα με τη ρίζα και τους βλαστούς. Το σέλινο είναι διαδεδομένο σε περιοχές με εύκρατο κλίμα.
Παράλληλα προς το καλλιεργούμενο σέλινο υπάρχει και το άγριο σέλινο.
Σπουδαιότερα είδη αυτού είναι τα εξής:
1) Σμύρνιον το μαυροσέλινον (Smyrnium selinum niger) και
2) Σμύρνιον το ορφανίδιον (Smyrnium orhpanidium).
Υπάρχει η άποψη, ότι το όνομα της Σμύρνης (Izmir), πόλεως στη δυτική Μικρά Ασία (σημερινή Τουρκία), προέρχεται από την ονομασία του άγριου σέλινου, το οποίο είναι αυτοφυές σε υγρές ή ελώδεις εκτάσεις της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής.
Το σέλινο ήταν γνωστό από την αρχαιότητα και αναφέρεται από τον ΄Ομηρο. Οι νικητές των αγώνων στη Νεμέα (Νέμεα) της Πελοποννήσου ελάμβαναν ως έπαθλο στεφάνι, κατασκευασμένο από βλαστούς και φύλλα σελίνου.
Και τούτο, επειδή, τα Νέμεα – σύμφωνα με την υπάρχουσα παράδοση - ιδρύθησαν από τον βασιλέα της Νεμέας, στη μνήμη του τέκνου του Αρχέμονος, που απεβίωσε ύστερα από δείγμα όφεως, ο οποίος ευρίσκετο κάτω από σέλινο, πλησίον του οποίου απέθεσε το βρέφος η τροφός του.
Επίσης το σέλινο, όπως και ο Ασφόδελος ο θερινός, συνεδέοντο με τους νεκρούς και γενικά με το Βασίλειο του Άδου. Οι τάφοι των νεκρών εκοσμούντο συνήθως με βλαστούς από σέλινο. Οι συγγενείς και οι φίλοι του νεκρού σε ένδειξη πένθους έφεραν στεφάνια από σέλινο.
Το σέλινο εκαλλιεργείτο ευρέως κατά την αρχαιότητα και μάλιστα υπό πολλές και διαφορές ποικιλίες όπως προκύπτει από αυτά, τα οποία αναφέρονται στην αρχαία Γραμματεία. Επίσης εθεωρείτο, ότι εκέκτητο φαρμακευτικές και θεραπευτικές ιδιότητες.
Αρχαία Γραμματεία
Α) Θεόφραστος
1) «Των δε σελίνων και εν τοις φύλλοις και εν τοις καυλοίς αι διαφοραί. Το μεν γαρ πυκνόν και ούλον και δασύ το φύλλον έχει, το δε μανότερον και πλατύτερον, καυλόν δε μείζω. Τούτων δε πάλιν τα μεν λευκόκλαδα, τα δε πορφυρόκλαδα ή ποικιλόκλαδα».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 7 και 6).
2) «Όσα δε επετειόκαρπα και όσα διετίζει, καθάπερ σέλινο και άλλ΄ άττα…».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 2, 2).
Β) Διοσκουρίδης
Επίσης ο Διοσκουρίδης, αναφερόμενος στις ιδιότητες και στις χρήσεις του σελίνου, σημειώνει τα ακόλουθα:
1) «Σέλινον κηπαίον. Αρμόζει η πόα, α και το κόριον και προς οφθαλμών φλεγμονάς μετ΄ άρτου ή πάλης αλφίτου καταπλασσόμενον και καύσον στομάχου παρηγορεί, μαστούς τε χονδριώντας ανίησι, κινεί τε ούρα ωμόν τε και εφθόν βρωθέν.
Και το αφέψημα δε αυτού και των ριζών πινόμενον αντιπάσχει θανασίμοις φαρμάκοις και εμέτους κινεί, κοιλίαν τε επέχει. Το δε σπέρμα εστίν ουρητικώτερον, βοηθούν και θηριοδήκτοις και λιθάργυρον πεπωκόσι, πνευμάτων τε έστι διαλυτικόν. Μείγνυται δε και ανωδύνοις και θηριακαίς και βηχικαίς χρησίμως».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 3, 64, 1-2).
2) Ο Διοσκουρίδης μνημονεύει επίσης το άγριον σέλινον ή «βατράχιον», το οποίον έχει πολλές φαρμακευτικές ιδιότητες και εχρησιμοποιείτο ευρέως κατά την αρχαιότητα.
«Βατράχιον.
Οι δε σέλινον άγριον καλούσι. Τούτου πλείονά εστιν είδη, δύναμις δε μία, δριμεία και άγαν ελκωτική. ΄Εχει δε το μεν αυτών φύλλα όμοια κορίω, πλατύτερα δε και υπόλευκα και λιπαρά, άνθος μήλινον, ενίοτε δε πορφυρούν, καυλόν δε ου παχύν, ύψος δε όσον πήχεως, ρίζαν μικράν, λευκήν, πικράν, έχουσαν αποφύσεις ως ελλεβόρου…
Δύναμιν δε έχει τα φύλλα και οι καυλοί καταπλασσόμενοι απαλοί ελκωτικήν και εσχαρωτικήν μετά πόνου, όθεν όνυχας λεπρούς και ψώρας αφίστησι και στίγματα εξαίρει και μυρμηκίας και ακροχορδόνας και αλωπεκίας προς ολίγον καταπλασθέντα.
Εψόμενα δε κατάντλημα χιμετλιώντων εστί χλιαρόν. Η δε ρίζα πταρμόν κινεί λεία προσφερομένη τοις μυκτήρσι και οδονταλγίας κουφίζει προσαπτομένη. Θρύπτει μέντοι αυτούς».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 2, 175, 1-2).
Γ) Αθήναιος
Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης στους Δειπνοσοφιστές αναφέρει το σέλινο, το οποίον ονομάζει «Σμυρνείον».
(Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 371 C).
To σέλινο ευδοκιμεί σε εδάφη ελαφρά, βαθιά, νοτερά, και πλούσια σε οργανικές ουσίες. Γι΄ αυτό και ενδείκνυται η οργανική λίπανση, με ώριμη κοπριά, των αγρών, όπου πρόκειται να καλλιεργηθεί το σέλινο.
Το σέλινο πολλαπλασιάζεται διά σποράς. Συνήθως σπείρεται σε φυτώρια κατά τον μήνα Μάϊο και μεταφυτεύεται κατά τον Ιούλιο. Καθώς το σέλινο είναι ελοχαρές από καταγωγή, «ελεόθρεπτον» αποκαλεί αυτό ο Όμηρος (Ιλιάς Β, 777) και ο Θεόφραστος και ο Διοσκουρίδης ονομάζουν αυτό «ελειοσέλινον, πεδινόν και υροσέλινον», πρέπει να αρδεύεται συχνά και με άφθονο νερό, μέχρι της τελείας αυτού αναπτύξεως.
Κατά την Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα εχρησιμοποιείτο ευρέως, τόσον το άγριον και αυτοφυές σέλινο, όσον και το καλλιεργούμενο, διά τις αποδιδόμενες σε αυτό φαρμακευτικές και θεραπευτικές ιδιότητες.
Και σήμερα το σέλινο χρησιμοποιείται κατά πολλούς και διαφόρους τρόπους ως φάρμακο. Και τα μεν φύλλα του, ιδίως ο χυμός αυτών, χρησιμοποιείται ως αντιπυρετικός και εμμηναγωγός.
Τα σπέρματά του ως τονωτικά, στομαχικά και ιδίως κατά της αεροφαγίας ή οιασδήποτε άλλης δυσπεψίας, η ρίζα του δε, στην οποία οι αρχαίοι απέδιδαν πλείστες όσες ιδιότητες, ως διουρητική. Μάλιστα σε μερικές χώρες το σέλινο καλλιεργείται ως φαρμακευτικό φυτό, όμως οι θεραπευτικές ιδιότητες του καλλιεργούμενου σελίνου μειώνονται σημαντικά.
Το σέλινο χρησιμοποιείται ευρύτατα στη μαγειρική και καταναλώνεται, είτε ωμό, συνήθως σε σαλάτες, είτε μαγειρευμένο, σε σούπες κ.λπ. Η ρίζα του σέλινου χρησιμοποιείται στην Ιατρική, επειδή έχει διουρητικές και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Το σπέρμα του περικλείει μίαν αρωματική ουσία, η οποία έχει έλαιο, το οποίο αποχωρίζεται με οινόπνευμα και χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική.
Λαϊκή Ιατρική
1)«Εις σπλήνας πόνον. Μαράθου ρίζες και περισίμπουλου (μαϊντανού) και αγριελέας και ετέας και σελίνου, βάλε δύο λαΐνια νερό να ψηθούν, έως να φυράσει το μισόν και να είναι με το ζύγι ήσια όλα και κατέβασέ τζι, σούροσον και όταν διψά <ο πάσχων>, δίδετου να πίνει <και ιαθήσεται>».
(Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα, Ρέθυμνο 2001, σ. 109).
2) «Εις δυσουρίαν, ήτοι φιάγκον. Σέλινον μετά οίνου να πίνει ο πάσχον <και> οφελεί».
(Ν. Παπαδογιαννάκης, έ. α., σ. 115).
3) «Εις φλικτίδας, ήτοι αμπελοκλάδι (=ασθένεια των αδένων του λαιμού λοιμώδης). Πικράς αγκάθης ρίζαν και τα μάτια της μουρνέας και φύλλα ι ζάχαρι, σέλινου ζουμί θέτε απάνο, απήγανον, σκόρδον, μέλι, κρασί βάλε <και ιαθήσεται ο πάσχων>».
(Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 127-128).
4) «Εις σορόπιον του σικοτίου. Μαραθόριζες, σελινόριζες, μαγδανόριζες (ρίζες μαϊντανού), πικραλιδόριζες, σφαραραγκόριζες… <βάλε εις το νερόν> και ας μουσκέψουν ένα νυκτόμερον και τότε βράσον μετά μέλιτος έως να μίνει το τρείτον, να τρώγι <ο πάσχων και ιαθήσεται>».
(Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 134).-
Προφυλάξεις
Η ρίζα του σέλινου όταν είναι ωμή, περιέχει τοξικές ουσίες και δεν πρέπει να καταναλώνεται, διότι είναι δηλητηριώδης, σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία. Όταν όμως βρασθεί ή μαγειρευθεί είναι κατάλληλη προς κατανάλωση, διότι οι τοξικές ουσίες που περιέχει αδρανοποιούνται.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Δ. Σ. Καββάδας, Εικονογραφημένον Βοτανικόν – Φυτολογικόν Λεξικόν, τ. 1 (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), σ. 501-504.
Μυρσ. Λαμπράκη, Τα Χόρτα (Αθήνα 2000).
Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001).
Ευ. Κ. Φραγκάκι, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης (Αθήναι 1978).
Γ. Χριστόπουλος (Επιμέλεια), Φυτολογία, Εκδοτική Αθηνών (Αθήνα 1990).
Η. Baumannn, Die Griechische Pflanzenwelt (Muenchen 1999).
Koenemann, Botanica. Das Abc der Pflanzen. 10.000 Arten in Text und Bild (Koeln 1997).
R. Scheppelmann, Flora Graeca. Sibthorpiana. Volksausgabe, Edition Kentavros (Hamburg 2017).
Fr. W. Sieber, Ταξίδι στη νήσο Κρήτη του Ελληνικού Αρχιπελάγους κατά το έτος 1817, Λειψία 1823. Μετάφραση από τα Γερμανικά στα Ελληνικά υπό Δρ. Ιω. Ηλ. Βολανάκη, Αρχαιολόγου, (Αθήναι 2022).

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News