Δαμιανός Γιαλλουράκης: Ο Ροδίτης επαγγελματίας του μπιλιάρδου, που έγινε πασίγνωστος στον κόσμο!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 8920 ΦΟΡΕΣ
Ο Δαμιανός Γιαλλουράκης, με τις αμέτρητες διακρίσεις και τη μεγάλη δύναμη ψυχής
Συνέντευξη στη Ροδούλα Λουλουδάκη

Τι μεγάλες στιγμές έζησε ο Δαμιανός Γιαλλουράκης; Τι άνθρωποι ζουν ανάμεσά μας και δεν το γνωρίζουμε; Που έκαναν άλματα, που στάθηκαν στα ίσια μπροστά στα ινδάλματά τους, που δούλεψαν σκληρά για να τα «φέρουν βόλτα» οικονομικά και να κάνουν την τρέλα τους, στην προκειμένη περίπτωση να βγουν μπροστά στο μπιλιάρδο, να γίνουν πρωταθλητές, και να γίνουν μάλιστα παγκόσμιοι πρωταθλητές όπως ο Δαμιανός!
Μόνο συγκίνηση γι’ αυτούς τους νέους ανθρώπους που χωρίς καβάντζα καμιά τα έβαλαν με τα θηρία.
Δεν ήξερα καν ότι η Ρόδος είχε τέτοια ιστορία στο μπιλιάρδο, κι ούτε ότι και σήμερα, με αρχηγό αυτόν τον παγκόσμιο πρωταθλητή, γίνεται προσπάθεια να ανθίσει και πάλι το άθλημα. Γιατί είναι άθλημα και μάλιστα ακριβείας. Να σέβεστε!
«Ξεκίνησα να παίζω μπιλιάρδο, από πέντε χρονών», μου λέει. «Ο πατέρας μου ο Αλέξανδρος Γιαλλουράκης, ήταν παθιασμένος με το μπιλιάρδο και πασίγνωστος, σ’ όλο τον κόσμο. Τις δεκαετίες του ‘70, αλλά κυρίως του ‘80 ήταν ένας μπιλιαρδικός μύθος στην Ελλάδα, κι ακόμα τον θυμούνται. Ήταν πρωταθλητής Ελλάδος, είχε μπει στους 16 στον κόσμο, είχε πάρα πολλές διακρίσεις. Παλιά στη Ρόδο υπήρχαν πάρα πολλές Λέσχες μπιλιάρδου. Πασίγνωστη ήταν η Λούκυ Λουκ, μια μεγάλη ιστορία για τη Ρόδο, ένα τεράστιο μπιλιαρδάδικο, απέναντι από τη σημερινή Νέα Μαρίνα. Το νησί μας τότε είχε πάνω από 500 μέλη μπιλιάρδου, ενεργούς, με αγωνιστικά δελτία. Τα επόμενα χρόνια η Ομοσπονδία διαλύθηκε για πολλούς λόγους και το άθλημα χάθηκε. Ευτυχώς από πέρυσι δημιουργήθηκε εκ νέου η Ομοσπονδία η οποία ανήκει στα αθλήματα ακριβείας, όπως λέγονται».

Το μήλο κάτω απ' τη μηλιά, λοιπόν! Κι εσύ ανέβασες ακόμα πιο ψηλά το άθλημα!
Φαίνεται πως από πολύ μικρός είχα ταλέντο στην τεχνική, κάτι που χρειάζονται πολλά χρόνια για να έχεις. Δεν θα ξεχάσω που σχολείο πήγαινα στην Αμαράντειο, κι έκανα κοπάνα για να παίξω εκεί δίπλα που υπήρχε ένα μπιλιάρδο με κέρματα. Ερχόταν ο πατέρας μου και μου τις έβρεχε. Τον πρώτο μου αγώνα τον έδωσα σε ηλικία 8 ετών και βγήκα πρωταθλητής Δωδεκανήσου, στους νέους. Τότε υπήρχαν τα πρωταθλήματα Ρόδου, τα πρωταθλήματα Δωδεκανήσου και έτσι υπήρχε ένα ωραίο κίνητρο για να ασχοληθείς που δεν υπάρχει τώρα. Την πρώτη μου «μονοστεκιά» δηλαδή το να πάρεις συνεχόμενες νίκες εγώ την έκανα οκτώ ετών όταν άλλοι που παίζουν συστηματικά το πετυχαίνουν στα τριάντα ή στα σαράντα τους! Πάντα πίστευα στον εαυτό μου. Και από μικρός γνώριζα τη φιλοσοφία του μπιλιάρδου. Πρότυπό μου ο Efren Reyes, ο Φιλιππινέζος. Το είδωλο όλων των μπιλιαρδόρων.
Μίλησέ μου για το μπιλιάρδο; Οι πολλοί νομίζουμε ότι είναι διασκέδαση της στιγμής, ένας τρόπος εκτόνωσης!
Μετά το σκάκι είναι το δεύτερο άθλημα σε συγκέντρωση. Στο επαγγελματικό επίπεδο ξεκινάει η προετοιμασία από τη διατροφή, το τρέξιμο, την άσκηση γενικότερα σε σχέση με τη φυσική κατάσταση και όλα αυτά οδηγούν στο να έχεις έναν υγιή εγκέφαλο. Και μετά γιόγκα, αναπνοές... Όλα αυτά μαζί με πάρα πολλή προπόνηση δημιουργούν τη συγκέντρωση. Μόλις μάθεις και ελέγχεις τη συγκέντρωση, ξεκινάς και τη φέρνεις στην προπόνησή σου. Χρειάζεσαι απόλυτη συγκέντρωση για να κάνεις προπόνηση και πειθαρχία όπως σε όλα τα αθλήματα στα οποία παίζεις με την ακρίβεια. Η ρομποτική του μπιλιάρδου (η τεχνική) είναι να συνδέσεις το χέρι, το κεφάλι και τη στέκα, δηλαδή το κύριο μάτι, το «καλό σου» που λένε (που τις περισσότερες φορές είναι το αριστερό) και αφού χτυπήσεις την μπάλα να μείνουν όλα στην ίδια ευθεία και να μην στρίβουν.
Ο πρώτος αγώνας στα οκτώ σου χρόνια, οι πρώτες μεγάλες νίκες από πολύ μικρός! Πώς εξελίχθηκες όλα αυτά τα χρόνια;
Έπαιζα σε όλα τα τουρνουά που γίνονταν στη Ρόδο και δεν έβγαινα ποτέ πρώτος σε αντίθεση με την προπόνηση! Σ’ ένα τεράστιο πανροδιακό τουρνουά όμως που έγινε στον Αρχάγγελο και ενώ είχα αποφασίσει να παίζω μόνος μου, σάρωσα τις νίκες. Πήγαινα στο σχολείο ακόμα και σκέφτηκα «πρέπει να πάω στο Πανελλήνιο»! Ο πατέρας μου αρνιόταν, ήθελε να σπουδάσω, να μην κολλήσω το «μικρόβιο».
Αποφάσισα να δουλέψω κρυφά εκείνο το καλοκαίρι, σ’ ένα βενζινάδικο, να μαζέψω μόνος μου λεφτά. Είχα εξαφανιστεί, δούλευα μέχρι που με πήρε χαμπάρι, αλλά εγώ τα λεφτά τα είχα μαζέψει! Έφυγα κρυφά να πάω στο Πανελλήνιο. Με ρώτησαν «τι κατηγορία είμαι...», και δεν καταλάβαινα τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Έτυχε να μιλάω εκείνη τη στιγμή μ’ έναν πρωταθλητή Ελλάδος, τον ρώτησα «τι κατηγορία είσαι;...», μου απάντησε «στην ανώτερη...» και πήγα και είπα «είμαι στην ανώτερη...»! Είναι ένα μάθημα αυτό προς όλους. Να έχουν αυτοπεποίθηση, να πιστεύουν στον εαυτό τους. Θεωρούσα ότι ήμουν πάρα πολύ καλός και μου άρεσε να παίζω μπροστά σε κόσμο.
Ως παιδί έπαιζα με τον καλύτερο στη Ρόδο, νόμιζα ότι είμαι ισάξιός του, έχανα απ’ αυτόν και πήγαινα και έκλαιγα πίσω από έναν κουβά, γιατί δεν μπορούσα να το διανοηθώ ότι έχασα. Βγήκα πρωταθλητής Ελλάδος στους νέους, το 2003. Εκεί, συγχρόνως γινόταν κι ένα άλλο τουρνουά, το γαλλικό! Εγώ παίζω στο αμερικανικό, με τρύπες. Έπαιξα όμως και για το γαλλικό και το κέρδισα, κι αυτό το τουρνουά. Είμαι ο ένας από τους δύο αθλητές στην Ελλάδα που κέρδισαν και το γαλλικό τουρνουά και μάλιστα εγώ το κέρδισα την ίδια μέρα. Είχα γίνει τότε ένα μέτρο σύγκρισης για όλους, στη Ρόδο. Στο γαλλικό ξαναβγήκα και πρώτος και δεύτερος στην Ελλάδα.

Έφυγες για πολλά χρόνια στη Νορβηγία όπου ενώ εργαζόσουν σκληρά, είχες συνεχείς νίκες στο μπιλιάρδο! Πώς το κατάφερνες αυτό;
Στα 25 μου έφυγα στη Νορβηγία, για προσωπικούς λόγους. Ξεκίνησα να εργάζομαι, ξεκίνησα από λάντζα, κι έφτασα να γίνω υπεύθυνος εστιατορίων. Η διέξοδός μου εκεί ήταν το μπιλιάρδο. Κατάφερα να γίνω πρωταθλητής, τέσσερις φορές.
Τις δύο από αυτές κατέκτησα το «κύπελλο του Βασιλιά», στον μεγαλύτερο αθλητικό θεσμό για κάθε άθλημα, στη Νορβηγία. Νορβηγοί τουρίστες που έρχονται τώρα στις ακαδημίες μας να παίξουν μπιλιάρδο, το βλέπουν και αναρωτιούνται «πού το βρήκα...»! Με δεδομένες αυτές τις επιτυχίες με είχε προσλάβει ο δήμος να παραδίδω μαθήματα μπιλιάρδου, στα παιδιά της Νορβηγίας. Γυρνώντας στην Ελλάδα για διακοπές, πήρα το τουρνουά ανδρών στην Ελλάδα.
Επιστρέφοντας στη Νορβηγία ήμουν ένα κλικ πριν τον επαγγελματισμό. Η πορεία μέχρι τότε ήταν δύσκολη οικονομικά γιατί απαιτούσε ταξίδια και δεν είχε αμοιβές. Ήμουν 3ος στην Εσθονία, πήγα στην Ταϋλάνδη όπου έπαιξα, κι είχα μεγάλες νίκες ενώ έκανα εκεί και πολλούς μπιλιαρδικούς φίλους.
Ήταν πολλά τελικά το μπιλιάρδο για εσένα!
Το μπιλιάρδο στη ζωή μου, πέρα από μεγάλη αγάπη, υπήρξε μία διαφυγή απ’ οποιοδήποτε πρόβλημα είχα. Επίσης υπήρξε ο λόγος που ταξίδευα αρκετά συχνά. Και πάντα έβρισκα ένα μπιλιαρδάδικο ή ένα μπιλιάρδο στον δρόμο, έμπαινα, έπιανα τη στέκα και γνώριζα καινούργιο κόσμο.
Η καλύτερή σου χρονιά στο άθλημα, ποια ήταν;
Το 2019, από τη Νορβηγία, κάνοντας προετοιμασία μπήκα στους 16 της Ευρώπης. Στόχος μου ήταν να μπω στην Εθνική Ομάδα μπιλιάρδου και να παίξω στο παγκόσμιο, δυάδες. Δύο εναντίον δύο, εκπροσωπώντας την Ελλάδα. Κατάφερα να είμαι στο top 2 της ελληνικής βαθμολογίας στο εξωτερικό και στους οκτώ του Ευρωπαϊκού. Βγήκα 3ος σε τρία Ευρωπαϊκά, βγήκα πρωταθλητής Νορβηγίας σε όλα τα στιλ μπιλιάρδου, βγήκα πρωταθλητής Σουηδίας, σε όποιο τουρνουά έπαιρνα μέρος εκείνο το διάστημα το έπαιρνα όπως έγινε και με το τουρνουά της Κύπρου.
Έκανα κάτι που ήθελα να κάνω από μικρός και έδειξα σε όλους ότι «εδώ είμαι»! Μπήκα στους 32 στο Παγκόσμιο, δεν κατάφερα να μπω στους 16. Είχε γράψει τότε και η «Ροδιακή» για εμένα με τίτλο «Ελληνική στέκα στο Παγκόσμιο του Κατάρ»! Δυστυχώς ήρθε ο κορωνοϊός. Ξεκινάμε πάλι το 2020 και μένω έξω από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Δυάδων που ήταν ο κύριος μου στόχος! Δεν με έστειλαν, κάτι που ήταν σκάνδαλο καθώς ήμουν στους δύο αθλητές με την υψηλότερη βαθμολογία.
Η πορεία σου στα social πώς ξεκίνησε;
Είχα ένα ατύχημα με τη στέκα στη Νορβηγία, έσπασε ένα κομμάτι της, μου την έφτιαξε καταπληκτικά ο φίλος μου ο Κιμ, έφτιαξα ένα βιντεάκι για να διαφημίσω τον Κιμ και έγινε viral. Τετρακόσιες χιλιάδες θεάσεις όπως και τα υπόλοιπα που ακολούθησαν. Η βολή στο μπιλιάρδο με την οποία έγινα διάσημος και θεωρούμαι ο καλύτερος στον κόσμο, λέγεται Jump.
Γι’ αυτή τη βολή έγινα γνωστός, αλλά και για τις νίκες μου. Η στέκα, που έσπασε κατά λάθος, είναι ειδική στέκα που κάνεις το jump. Εξού και το παρατσούκλι που μου έδωσαν το “Jump Master”, το οποίο εξέλιξα σε “jumpmasterD” δημιουργώντας δικό μου branding σε προϊόντα μπιλιάρδου. Η πλατφόρμα μου μέσα στην καραντίνα έφτασε να έχει 17 εκατομμύρια, απήχηση. Είχα πολλούς χορηγούς κι έγινα πασίγνωστος. Φέτος στη Ρόδο είμαι χαρούμενος!
Μετά από 10 χρόνια κάναμε ένα Πανροδιακό τουρνουά, με 46 αθλητές από τη Ρόδο. Ήρθε, μας στήριξε κόσμος, παιδιά...

Έπαιξες με «μικρούς και μεγάλους», έπαιξες με όλους! Έπαιξες ωστόσο και με το είδωλό σου! Τι μεγάλες στιγμές!
Δεν σκέφτηκα ποτέ «αυτός δεν είναι καλός, δεν παίζω μαζί του». Και, ναι, πράγματι το 2017 έπαιξα με το είδωλό μου τον Efren Reyes. Έπαιξα με το όνειρο της ζωής μου! Για πρώτη φορά στη ζωή μου με πεντακόσιους θεατές στις κερκίδες, με χρονόμετρο, στην τηλεόραση, με μπάλες καινούργιες... Τη στιγμή του αγώνα είχα πολύ τρακ. Πρώτη φορά θα έπαιζα με το πρότυπό μου και θα με έβλεπαν από το σπίτι μου, στην τηλεόραση.
Έπαιξα καλά, αλλά κυρίως πέρασα καλά όπως με προέτρεψε φίλος πρωταθλητής όταν πριν τον αγώνα είχα τρακ και ζήτησα τη συμβουλή του. Ήθελα να δείξω ότι μπορούσα να παίξω στο ίδιο επίπεδο μ’ εκείνον. Και ναι μεν δεν είναι πια στο επίπεδο που ήταν, αλλά έπαιζα με το Reyes και ήρθα 8-9.
Και ξαφνικά με έμαθαν όλοι, ήμουν «το παιδί 8-9». Κι εγώ σε όλη μου τη ζωή τελειώνοντας τα τουρνουά και θέλοντας να μάθω πώς τα πήγα ρώταγα: «παίζω με τον Έφρεν»;


Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News