Η Παλιά Αγορά της Ρόδου και η μετάβαση των καταστηματαρχών στο Μαντράκι!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 6851 ΦΟΡΕΣ
Μια καταγραφή ονομάτων και των δράσεων που άλλαξε το κέντρο της αγοράς
Είναι θησαυρός αυτές οι μνήμες και παρότι πολλά καταστήματα και ονόματα έμειναν εκτός αυτής της καταγραφής - γιατί πώς ένας άνθρωπος να τα θυμάται όλα- αυτό το κείμενο είναι πολύτιμο!
Ποιοι ξεκίνησαν πέρα από τους Εβραίους να δραστηριοποιούνται εμπορικά στην Παλιά Πόλη από την ιταλική περίοδο και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του’50 που έγινε το κέντρο της αγοράς του νησιού; Πώς πλήθυναν τα ονόματα και οι δράσεις και γιατί αργότερα ξεκίνησε κύμα φυγής για να δημιουργηθεί νέος πόλος, αυτός του Μανδρακίου και της Πλατείας Κύπρου; Τι διδάγματα θα πρέπει να πάρουμε από εκείνους που προηγήθηκαν και πέτυχαν; Αλλά, αυτό το τελευταίο είναι μια κουβέντα που θα την κάνουμε μιαν άλλη φορά. Ο επιχειρηματίας Γιάννης Χατζημανώλης, ξεδιπλώνει σήμερα τις μνήμες του, που είναι πολλές και πολύτιμες!
«Ο πατέρας μου, ο Μανόλης Χατζημανώλης από τη Λίνδο, από την ηλικία των 16 ετών έκανε μαγαζί στην Παλιά Πόλη, στην οδό Πλάτωνος, κοντά στην πλατεία Ιπποκράτους, μου λέει. Ήταν το 1938, επί Ιταλίας. Πουλούσε πουκάμισα, γραβάτες, εσώρουχα, κάλτσες… Υποψιάζομαι ότι ήταν Ιταλικά γι’ αυτό και μετά την Απελευθέρωση και τη βοήθεια του δασμολογίου είχε τα πρώτα χρόνια σχέση με ιταλικά εργοστάσια τα οποία είχαν καλύτερη ποιότητα, χρώματα, σχέδια από τα παραγόμενα ελληνικά».
Σας έπαιρνε μαζί του από πολύ μικρό. Τι θυμάστε από τότε; Ποιοι ήταν αυτοί που είχαν ήδη μαγαζιά στην Παλιά Πόλη, το 1938;
Όταν πήγε εκεί βρήκε Εβραίους, αυτοί κρατούσαν μεγάλο μέρος της πλατείας Ιπποκράτους. Μοδιάνο, Αλχαντέφ, και πολλοί ακόμα, ενώ από τους Ροδίτες ήταν ο Νίκος Ασπράκης, παππούς της Κατίνας Καραγιάννη, συζύγου του αείμνηστου προέδρου του Επιμελητηρίου Γιώργου Καραγιάννη, ο οποίος είχε υφάσματα, ο Μανόλης Βαλσάμης με νεωτερισμούς, ο οποίος συνεχίζει μέχρι σήμερα με το γιο του Σάββα… Θυμάμαι έναν Στέλιο Κουγκρά… Και μιλώ για την οδό Πλάτωνος. Από 10 χρονών μ’ έπαιρνε μαζί του. Από το 1954-55 μεταφερόταν στην οδό Ερμού. Το κέντρο της αγοράς ήταν η Παλιά Πόλη.
Ας θυμηθούμε λοιπόν στα μέσα της δεκαετίας του ‘50, λίγο πριν από την έξοδό τους για το Μαντράκι, ποιοι είχαν τα μαγαζιά τους εκεί!
Στην οδό Ευριπίδου με πλατεία Ιπποκράτους ήταν οι αδελφοί Καραγιάννη με τα υφάσματα, ο Ξενοφών Ασπράκης επίσης με υφάσματα όπως και ο Μιχάλης Μαμαλίγκας και ο Σάββας Μαμαλίγκας. Στην οδό Ευριπίδου ήταν το μεγάλο μαγαζί των Αλχαντέφ, κάτι σαν σούπερ μάρκετ σήμερα, που είχε τα πάντα μέσα. Οι Αλχαντέφ είχαν και τράπεζα. Επίσης ήταν το ραφτάδικο του Κασφίκη, το ραφτάδικο του Μπούκλα. Τα υφασματάδικα όπως και τα ραφτάδικα ήταν πολλά τότε και παντού. Ο κόσμος μόνο έραβε αφού τα έτοιμα ήρθαν περίπου προς το τέλος της δεκαετίας του ‘60.
Δίπλα από τον Σάββα Μαμαλίγκα ήταν ο πατέρας του Ρασίτ με είδη νεωτερισμού και ο Σταυριανάκης, με το χρυσοχοείο του. Θυμάμαι, τον Αιμίλιο τον καφετζή, 10 χρονών ήμουν που του φώναζαν από τα μαγαζιά τους «Αιμίλιεεεε… έναν γλυκύ… έναν μέτριο…». Κι έστελνε ο Αιμίλιος τον βοηθό του το Γιάννη, με το δίσκο. Υπήρχε τυπογραφείο, και θυμάμαι και το «Άριστον», τα ροδίτικα παγωτά του Νίκου και του Δημήτρη Μανωλά.
Πάνω στην πλατεία Ιπποκράτους ήταν ο Πανάγος με καπέλα και φουλάρια κι εκεί ανάμεσα στα μαγαζιά το οδοντιατρείο του Δημήτρη Παπαϊγνατίου από τα Κοσκινού και το ραφτάδικο του Παύλου Χατζηκωνσταντίνου, πατέρα του Γιώργου και του συγχωρεμένου Τάκη. Εκεί ήταν και το φαρμακείο του Γενήδουνια, μετέπειτα Συντιχάκη. Στην ίδια σειρά ήταν το κατάστημα υφασμάτων του θείου μου Αναστάση Χατζημανώλη, και τα επίσης υφασματάδικα των Νίκου Χαρτοφίλη και Μιχάλη Φρόνη. Στην ίδια πλατεία, υφασματάδικο είχε ο Ησαΐας Παπαϊωάννου, με συνέταιρο τον Παναγιώτη Μαθιουδάκη. Δίπλα, οι αδελφοί Μπόνη στο πρώτο τους μαγαζί κι ο Γιάννης Ιωαννίδης, με κυνηγητικά είδη.
Καφενεία δεν είχε, να κάθεται ο κόσμος να ξαποσταίνει;
Τι καφενεία; Ο κόσμος δούλευε. Ο Αιμίλιος ήτανε και το καφενείο του Βασίλη Κοτσιφού, αδελφού της Ελένης Ψυλλάκη. Εκεί μπορούσες να πας να πιεις έναν καφέ στα γρήγορα κι αν ήθελες να παίξεις και καμιά ξερή και να φύγεις.
Του Αλή τα σουβλάκια πού ήταν;
Ο ένας ήταν ο Αλή κι ο άλλος ο Μουσταφά κάπου μέσα στη Σωκράτους. Εγώ έτρωγα από του Αλή, αλλά ο Μουσταφά ήταν ο μερακλής και στο ντύσιμο και στην κορμοστασιά του και στη συμπεριφορά και το ωραίο μουστάκι του.
Και πάμε προς τα κάτω να βρούμε κι άλλα μαγαζιά! Στην οδό Ερμού ποιοι ήταν;
Στην Ερμού, ξεκινώντας από την πλατεία Ιπποκράτους ήταν ο πατέρας μου ο Μανόλης Χατζημανώλης, με είδη νεωτερισμού και δίπλα του ήταν οι: Αντώνης Αντωνιάδης, Κλεόβουλος Νεοφύτου, Ηλίας Κονισής με είδη νεωτερισμού και ο Δημήτρης Βασιλαράς, με χρυσοχοείο. Στην είσοδο των ταξί ήταν το χρυσοχοείο του Μπαλτζή και απέναντι το μπακάλικο του Ηλία Δουλγάρογλου. Στη γωνία, το χρυσοχοείο Πανάγος. Επίσης ο πατέρας Μπαλτζής είχε ενοικιάσεις ποδηλάτων κι επιδιορθώσεις.
Τα ποδήλατα κυκλοφορούσαν ευρέως, πέντε αυτοκίνητα υπήρχαν τότε. Και συνεχίζουμε: νεωτερισμοί Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Σταμάτης Καλαφατάς, ο Κορονέλος με υφάσματα, ο Δανιηλίδης με το μπακάλικο, ο Θωμάς Βεργωτής με νεωτερισμούς. Επίσης, το κατάστημα Ιωάννου με γυναικεία εσώρουχα, το βιβλιοπωλείο Κασφίκης, τα υφάσματα Μαλτέζου που έγιναν μετά Μαυρομάγουλος (νεωτερισμοί-υφάσματα) εκεί ήταν ο Ιάκωβος Σακκής, με τα είδη που έχει μέχρι σήμερα και τα ρολόγια με την ταμπέλα Velois.
Οι δύο ιδιοκτήτες τους οι οποίοι δεν ήταν Ροδίτες, ένωσαν τα ονόματά τους και έφτιαξαν αυτό. Από την άλλη πλευρά της Ερμού, απέναντι από τον πατέρα μου ήταν ο Μανόλης Βαλσάμης, το φαρμακείο Σουσούδη, τα υφάσματα Ζησιμάτος, οι νεωτερισμοί Παυλίδης, οι νεωτερισμοί Μανίσκα, ο Σαδίκ Νασούχογλου με νεωτερισμούς και οι Παπαδόπουλος-Χατζηγαβριήλ με είδη καγκελαρίας και υδραυλικά. Επίσης, ο Θόδωρος Καλαφατάς με ομπρέλες και άλλα εισαγόμενα είδη της εποχής εκείνης. Ήταν ακόμα τα δύο χρυσοχοεία Ζουρούδη και Διακονικόλα, εκεί που προηγουμένως ήταν το χρυσοχοείο του Λάλου Λουιζίδη, το οποίο έφυγε από τους πρώτους και πήγε στη Νέα Αγορά.
Η Σωκράτους ποιους είχε;
Για τη Σωκράτους δεν θυμάμαι πολλά πράγματα πέρα από το μεγάλο κατάστημα Κουκούλη-Μελετίου μέχρι και σήμερα, χαμηλά προς το σιντριβάνι με δύο όψεις, μπροστά και πίσω. Δίπλα τα καταστήματα Καζής με δέρματα που φτιάχνονταν και τα παπούτσια αλλά και δύο ακόμα μαγαζιά με παπούτσια του Φιλήμονα Μαρκουλή και του Τάσου Μαρκουλή. Απέναντι ήταν τα παπούτσια Φωτάκη και ο Αλή Σοϊχάν με ψιλικά. Δίπλα τα ζαχαροπλαστεία «Ανατολικόν» και Βάλλα.
Με τις ονομαστές μπουγάτσες;
Ακριβώς, και τα δύο είχαν μπουγάτσες. Δίπλα από αυτούς ήταν ο Γιώργος Πάππου ο πατέρας του Γιάννη με νεωτερισμούς και ο Μηνέτος ο πατέρας του μικροβιολόγου, με τα ίδια είδη. Δύο υφασματάδικα Παλιόγλου και αδελφοί Καμπουρόπουλοι, το κατάστημα Στεργενάκη με είδη καγκελαρίας, οι καφέδες Καμπέρη που παραμένουν μέχρι σήμερα. Ο «Αλέξης» τότε ήταν μπακάλικο, απέναντί του ο Κεσίσογλου τότε με νυφικά και κεριά, το πρατήριο της «Μέλισσα-Βιομέλ» των αδελφών Χατζηδημητρίου, το μαγαζί του πατέρα του Βασίλη Παπαβασιλείου με στρώματα, καρέκλες.
Στην οδό Πυθαγόρα είχε δύο-τρία ραφτάδικα και στρωματάδικα, εκ των οποίων το ένα ήταν του πατέρα του ποδοσφαιριστή Γεωργαλή… Άλλος κόσμος! Δεν θα ξεχάσω, κορίτσι μου, τι απόλαυση ήταν το πρωί της Δευτέρας, μετά τους κυριακάτικους ποδοσφαιρικούς αγώνες όταν μαζεύονταν έξω από τα μαγαζιά τους και τους σχολίαζαν. Τότε ήταν το τρίτο ημίχρονο. Και γενικά, υπήρχε μια ατμόσφαιρα που δεν είχε ανταγωνισμό. Αυτά μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘60.
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘60 που ξεκίνησε το κύμα μετακόμισης στο Μαντράκι. Ποιοι ήταν οι λόγοι; Γιατί ένας- ένας έβγαιναν εκτός Παλιάς Πόλης;
Ίσως επειδή τα μαγαζιά ήταν μικρά, με θεόρατες ξύλινες πόρτες; Ίσως επειδή κάποιων αναλάμβαναν τα παιδιά τους που ήθελαν αλλαγή και ο ένας ακολουθούσε τον άλλο, ή και επειδή πλήθυναν τ’ αυτοκίνητα και έμεναν σιγά-σιγά στην άκρη τα ποδήλατα!
Όταν βγήκαν στο Μαντράκι ποιους βρήκαν ήδη εκεί και ποιοι προστέθηκαν;
Στο Μαντράκι υπήρχε ήδη η Νέα Αγορά από το 1927 ενώ από την πλατεία Κύπρου στην πλευρά Καλαφατά και μέχρι κάτω τα Benetton, αλλά και η στοά Σπάρταλη μέχρι τη σημερινή Ένωση Ξενοδόχων τα καταστήματα ήταν ιδιοκτησίας της οικογένειας Αλχαντέφ. Η σημερινή Εθνική Τράπεζα ήταν ένα υπέροχο νεοκλασικό της οικογένειας Γεωργαντέλη-Αγιακάτσικα, ενώ στο σημερινό κατάστημα Πυράκη πήγε ο Σάββας Μαμαλίγκας με τα υφάσματά του που βγήκε από την Παλιά Πόλη. Στη σημερινή Άλφα Μπανκ πήγαν τα υφάσματα του Γιώργου Ασπράκη. Στα σημερινά Benetton ήταν το κατάστημα Βρούχος-Σουλούνιας με υφάσματα, και λίγο πιο πάνω απέναντι οι αδελφοί Καραγιάννη, με υφάσματα.
Σ’ αυτό το δρόμο, την οδό Γαλλίας ήρθαν επίσης ο πατέρας μου, ο Βαλσάμης, ο Νεοφύτου και ο Αντώνης Γεωργαλής. Σ’ όλα αυτά ανέλαβαν τα παιδιά των οικογενειών. Τότε ήταν ήδη εκεί οι: Τσαμπίκος Καραγιάννης με νεωτερισμούς, στη θέση που είναι σήμερα οι ομπρέλες Καλαφατάς, ο Ζουρούδης με ρολόγια,ο Παπαμανώλης με ποτά, το μπακάλικο του Χριστόφορου Λάτση, αλλά και του Καπνουλά, ο Κώστας Βρούχος με ηλεκτρικά είδη, ο Κούρος με ποδήλατα, ο Σάββας Τσοπανάκης με νεωτερισμούς, κι ένας- δυο ακόμα που δεν θυμάμαι.
Δίπλα στα υφάσματα Καραγιάννη ήταν το πρατήριο αρωμάτων «Ρόδον της Ρόδου», της οικογένειας Αγιακάτσικα και μετέπειτα έγινε το κατάστημα με κρύσταλλα και πορσελάνες της Κικής Αθανασίου ενώ ήταν και τα υφάσματα Κόκκινου-Σορωνιάτη που προηγουμένως ήταν κατάστημα ένδυσης Μπούκουρη. Απέναντι, περιμετρικά του κτηρίου της Νέας Αγοράς, υπάρχει ακόμα το φαρμακείο Φωτάκη και πίσω από τον Φωτάκη ήταν τα υφάσματα του Κλεάνθη Παπασταμάτη ο οποίος μετά πήγε δίπλα στον Φωτάκη.
Στη σειρά εκείνη της Νέας Αγοράς ήταν επίσης το κατάστημα υφασμάτων του Κουταλιανού, κι ένα ακόμα της Ελισάβετ το οποίο ήταν με είδη σπιτιού. Με είδη νεωτερισμού και πηλίκια τα οποία φορούσαμε στο γυμνάσιο ήταν το μαγαζί του Θεοδόση Μαρκουλή, παππού του σημερινού δημάρχου Αντώνη Καμπουράκη. Δίπλα από του Χατζημανώλη ήταν το κατάστημα της Ιονικής Τράπεζας και μετέπειτα το τουριστικό πρακτορείο του Ανδρέα Καραγιάννη. Ακολουθούσε το κατάστημα Αναγνώστου η οποία έφερε τις γούνες από την Καστοριά και μύησε τους Ροδίτες στην πώλησή τους. Επίσης το χρυσοχοείο Πανάγου και στη συνέχεια το πρατήριο πλεκτών του Φίλιππα Μαχραμά.
Στέρεψε η Παλιά Πόλη, άδειασε από αυτή τη μετάβαση, μέχρι που ξεκίνησε το τουριστικό θαύμα της Ρόδου- μετά τη δικτατορία- και ζωντάνεψαν πάλι οι δρόμοι της. Σήμερα που βρισκόμαστε ξανά σε σημείο καμπής, οι σκέψεις βαραίνουν το μυαλό, οι κουβέντες σε γυρνούν πίσω σε εποχές πιο αθώες, και τα συμπεράσματα μπορεί να φανούν χρήσιμα.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News