Ευχάριστες αναμνήσεις σχετικές με τον ερχομό του Νέου Έτους
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 388 ΦΟΡΕΣ
Πως τον «λαμέναμε»: Τον περιμέναμε
Γράφει η Ελευθερία Μουρσελλά-Δράκου
Μια Πρωτοχρονιά τελείως διαφορετική από τις προηγούμενες που είχαμε την ευλογία του Θεού να ζήσουμε. Η νοσταλγία παρέα με τη φαντασία μου με ταξίδεψαν σ’ άλλες εποχές και στόλισαν την ψυχή μου με ωραίες εικόνες σχετικές με τον τρόπο που η ροδίτικη οικογένεια υποδεχόταν τον καινούργιο χρόνο.
Οι ευχάριστες αυτές αναμνήσεις μ’ έδωσαν την αφορμή να πάρω νοερά την πένα των γυμνασιακών μου χρόνων και να γράψω αυτά που έζησα σαν παιδί. Η μάνα η αρχόντισσα του σπιτιού όσα ποθούσε να κάνει σχετικά με τον ερχομό του νέου χρόνου τα είχε προγραμματίσει τέλεια. Μόλις το ρολόι κτυπούσε δώδεκα ακριβώς όλοι σφιχταγκαλιασμένοι και χαρούμενοι ευχόταν ο ένας τον άλλο «Καλή χρονιά» με φιλιά. Με την εικόνα του Ευαγγελισμού της Παναγίας καθαρή και με τα καλογυαλισμένα ασημένια τάματά της την έδινε στον αφέντη του σπιτιού, τον πατέρα που στεκόταν στο κατώφλι της εξώπορτας του σπιτιού.
Με το δεξί του πόδι την έβαζε μέσα τρεις φορές λέγοντας: «Παναγιά μας βοήθησέ μας και αυτή τη χρονά όπως πάντα μας βοηθούσες να έχουμε την ευλογία σου και όλος ο κόσμος. Έτσι η Παναγιά μας έκανε ποδαρικό. Αφού προσκυνούσαμε την Παναγιά η μητέρα μας την τοποθετούσε σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι σκεπασμένη η πολυθρόνα με το ασπροκεντημένο καρέ.
Δίπλα της τοποθετούσε ένα κρυσταλλένιο βαζάκι με μυρωδάτα γιασεμιά και βασιλικό. Άναβε και το καλοπλυμμένο καντήλι με την καινούργια σημαδούρα και το φυτίλι και ελαιόλαδο. Το άφηνε σ’ ένα βαθύ πιάτο με νερό για ασφάλεια. Ο πατέρας σπούσε το ρόδι στο κατώφλι της πόρτας κι έλεγε: «Όσες ρόγες έχει το ρόδι τόσα καλά να’ ρθουν στο σπίτι μας και στα σπίτια του κόσμου όλου».
Μετά παίρνοντας τον τενεκέ τον γεμάτο με νερό που έβγαζε από το πηγάδι, ράντιζε την αυλή, τα λουλούδια και τα δέντρα για να έχουν όλα τη δροσιά τους. Κατόπιν παίρνει ένα παλιό πιάτο και το σπάζει στη γωνιά του κήπου για να σπάνε τα κακά.
Η μάνα με το καλογυαλισμένο μπακιρένιο θυμιατό που από το πολύ γυάλισμα νομίζεις ότι είναι χρυσαφένιο θα θυμιάσει. Μαζί με το λιβάνι θα βάλει και λίγα ξερά φύλλα ελιάς που τα έχει φυλαγμένα από τα περσινά Φώτα. Με τον αγιασμό που τον έχει φυλαγμένο θα ράνει το σπίτι και θα σχηματίσει στο μέτωπο των παιδιών το σημείο του σταυρού για να έχουν καλή θεία φώτιση και να προχωρούν στα μαθήματά τους.
Μετά παίρνει μια μπουκιά ψωμί σαν αντίδωρο, τη βουτά στο μέλι και στο γάλα και τη δίνει στα παιδιά για να είναι η ζωή του όλη μέλι-γάλα. Ή θα τα δώσει μια καραμέλα ή ένα λουκούμι της τότε Βιομέλ. Τα παιδιά με μαέστρο τον πατέρα θα ψάλλουν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα.
«Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία...».
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς θα ξεκινήσουν για την εκκλησία. Πάντα οι γονείς φρόντιζαν ώστε τα παιδιά τουλάχιστον να βάλουν κάτι καινούργιο έστω κι ένα ζευγάρι κάλτσες αν υπήρχε οικονομική δυσκολία.
Γυρνώντας από την εκκλησία και αφού έπαιρναν το πρωινό τους, ο πατέρας χαράσσει το σημείο του σταυρού πάνω στην πίτα και έκοβε πρώτα το κομμάτι του Χριστού, της Παναγίας, του σπιτιού, του φτωχού και μετά τα δικά μας. Στην πίτα η μάνα με κλειστά τα μάτια μόνη της έβαζε το καλοπλυμμένο νόμισμα. Οι εύπορες οικογένειες έβαζαν φλουρί ή λίρα. Εκείνος που το έβρισκε ήταν ο τυχερός της χρονιάς. Τα παιδιά φιλώντας το χέρι του πατέρα έπαιρναν το κομμάτι τους και πάντα έλεγαν ένα καλό λόγο στη μητέρα για την ωραία βασιλόπιτα.
Ίσως αυτά που γράφω να είναι σε πολλούς άγνωστα. Όμως αυτά τα έθιμα ίσως και άλλα πιο διαφορετικά τα έχει κάθε τόπος τους. Όμως για μας αυτά ήταν που έδιναν κάποιο ξεχωριστό νόημα στην ημέρα της Πρωτοχρονιάς. Εμείς τα παιδιά λαχταρούσαμε να’ ρθουν οι άγιες ημέρες για να πούμε τα κάλαντα, να πάρουμε τις μπουλουστρίνες μας και να χαρούμε τις διακοπές μας.
Αυτές οι όμορφες ανεπανάληπτες στιγμές είναι βαθιά χαραγμένες στην ψυχή μας.
Κλείνοντας τα μάτια μας, παίρνουμε δύναμη και ελπίδα για τη ζωή. Ιδίως τώρα που με την πανδημία τα πάντα ήρθαν άνω-κάτω την έχουμε πιο πολύ ανάγκη. Ας μην καταθέτουμε τα όπλα, γιατί το άρωμά τους δεν έχει ξεθυμάνει. Αρωματίζει ακόμη τη ζωή μας.
Πόσα και πόσα δεν χρωστάμε στους γονείς μας που παρά τις τόσες δυσκολίες που αντιμετώπισαν διατήρησαν τα ήθη και τα έθιμά μας. Είθε να μας αξιώσει ο Θεός να τα φυλάξουμε σαν ιερά φυλακτά και να τα μεταλαμπαδέψουμε στα νέα παιδιά. Γιατί η παράδοσή μας είναι ο καθρέφτης της ιστορίας μας. «Ένα έθνος οφείλει να γνωρίζει το παρελθόν του. Να μην ξεχνά. Αλλιώς δεν μπορεί να λογαριάζεται στη σύγχρονη εποχή».
Σκηνοθέτης Αντρε Βάινα
«Με το Θεό βοηθό παίρνουμε δύναμη από το χθες να ζήσουμε το σήμερα για να κτίσουμε το αύριο»»
Υ.Γ. Οι νοικοκυραίοι την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς με το κτύπημα του εσπερινού έπαιρναν ένα ματσάκι με κλαδάκια ελιάς στην εκκλησία. Σ’ ένα χαρτάκι έγραφαν τ’ όνομά τους και η καντηλανάφτισσα το έβαζε στο ιερό. Μετά τον αγιασμό των Φώτων το έπαιρναν στο σπίτι τους και η νοικοκυρά το τοποθετούσε σ’ ένα σακουλάκι από κασέ-άσπρο βαμβακερό ύφασμα. Όποτε θυμιάσει παίρνει δύο φύλλα ελιάς και λίγο από το ματσάκι της Σταυροπροσκύνησης για το καλό του σπιτιού.
Καλή κι ευλογημένη χρονιά


Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News