«Ορατότης μηδέν για τον τουρισμό. Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε νέα…»!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 6142 ΦΟΡΕΣ
Ο σύμβουλος Μάρκετινγκ Γιάννης Φώτης, για το άνοιγμα των ξενοδοχείων και τα ερωτήματα που προκύπτουν
Η… ναυαρχίδα «πήγαινε» γιατί η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο αέρας πρύμα..
Είναι όπως αυτό που λένε για το γιατρό όταν γεννηθεί το μωρό και είναι καλά και η μαμά και το μωράκι: «είναι καλός γιατρός, λένε»… Ήταν καλή η γέννα!
Ο γιατρός, θα μετριόταν στις απροσδόκητες καταστάσεις. Όπως αυτήν που διανύουμε τώρα, της ακραίας αβεβαιότητας για τον τουρισμό όπου και αν ανοίξει το παιχνίδι τελικά, θα πρέπει να παιχτεί αλλιώς.
Σήμερα, ο Σύμβουλος Μάρκετινγκ Γιάννης Φώτης, που τα βλέπει από μέσα, παραδέχεται ότι δεν υπάρχουν νέα, αν και δέκα ημέρες πριν νομίζαμε ότι σήμερα θα ψιλοξέραμε πότε θα ανοίξει η σεζόν.
Έ, λοιπόν κανείς δεν ξέρει και δεν μπορεί να κάνει πρόβλεψη ούτε για το άνοιγμα ούτε και για την πορεία της. Αυτή είναι η μαύρη αλήθεια.
Κι εκεί που η Ελλάδα νόμιζε ότι είναι η λύση, ποντάροντας στην καλή της φήμη (να και μια φορά που είμαστε η λύση, κι όχι το πρόβλημα), παρατηρούνται καθυστερήσεις ακόμα και με τα πρωτόκολλα υγείας, γίνονται και κάποιοι αδέξιοι χειρισμοί από το Υπουργείο Τουρισμού, (πες με «επικινδυνότητα νησιών») αλλά κυρίως και το χειρότερο είναι που κανείς δεν ξέρει ακόμη αν οι άνθρωποι φέτος θέλουν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό!
Θ’ ανοίξει η σεζόν αυτή; Πολύ θολό είναι ακόμη το τοπίο!
Κανείς δεν μπορεί να πει αυτή τη στιγμή, με σιγουριά πόσα ξενοδοχεία θ’ ανοίξουν, ποιες πτήσεις θα γίνονται και πόσος κόσμος θα έρθει στο νησί. Αυτή τη στιγμή το μόνο δεδομένο που έχουμε είναι η θέση της Fraport όπως εκφράστηκε στην τηλεημερίδα του Συλλόγου Διευθυντών Ξενοδοχείων ότι δεν υπάρχει έως αυτή την ώρα, επιβεβαιωμένος προγραμματισμός αφίξεων πτήσεων εξωτερικού.
Ορατότης μηδέν δηλαδή. Πριν από δέκα ημέρες δεν φαινόταν κάτι να αχνοφέγγει;
Πριν από δέκα ημέρες περίμενα ότι σήμερα θα ήξερα περισσότερα πράγματα για το τι θα γίνει. Δυστυχώς όμως ορατότης μηδέν. Κι αυτή είναι η είδηση αυτή τη στιγμή ότι δεν έχουμε ειδήσεις.
Τι μαθαίνετε; Οι τουρίστες θέλουν να έρθουν;
Η αλλαγή στη συμπεριφορά τους είναι βίαιη, σε βαθμό τέτοιο που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς θα αντιδράσουν ως προς τα εξής: Αν θα πάνε διακοπές, πού θα πάνε, πότε θα πάνε και ποιο κατάλυμα θα επιλέξουν. Για παράδειγμα, είναι πολλοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να αποφύγουμε να γίνουν τα ξενοδοχεία μας, ξενοδοχεία νοσοκομειακού τύπου. Όμως πολλοί τουρίστες θα αναζητήσουν την ασφάλεια στις διακοπές τους σε τέτοιο βαθμό που θα αποτελέσει πλεονέκτημα για ένα ξενοδοχείο να έχει διαδικασίες που να θυμίζουν διαδικασίες «νοσοκομειακού τύπου».
Αυτό σημαίνει ότι όλα τώρα είναι αλλιώς!
Ναι, γιατί είναι πλέον πολύ διαφορετικές οι προτεραιότητες που θέτει ο πελάτης και η ανάγκη να διασφαλίσει την υγεία του είναι πλέον η σημαντικότερη. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ξεχνάμε όσα ξέραμε και επιβιώνει μόνο η επιχείρηση η οποία μπορεί να είναι ευέλικτη στο να αλλάζει το προϊόν της και να το συνθέτει έτσι που να καλύπτει πλήρως τις νέες ανάγκες του πελάτη.
Δύσκολα τα πράγματα και για τα ξενοδοχεία τα ίδια που είχαν μάθει ένα τρόπο για να δουλεύουν.
Η εξίσωση που καλούνται να επιλύσουν τα ξενοδοχεία είναι δύσκολη γιατί έχει πάρα πολλούς αγνώστους. Το μέσο ξενοδοχείο όχι απλώς δεν έχει συνηθίσει να λύνει τέτοιου είδους εξισώσεις, αλλά δεν έχει την τεχνογνωσία να τις χειριστεί. Φοβάμαι λοιπόν ότι η λύση που θα δοθεί ως προς το άνοιγμα ή όχι θα είναι περισσότερο συναισθηματική, κι όχι τεχνοκρατική.
Θα χάσουν χρήματα ή απλώς δεν θα βγάλουν φέτος χρήματα;
Το μέσο ξενοδοχείο είναι αναγκασμένο να λειτουργήσει θεωρώντας δεδομένη τη ζημιά στα αποτελέσματά του.
Για το μέσο ξενοδοχείο, κάθε σεζόν μέχρι τώρα ήταν ένα copypay της προηγούμενης: συμβόλαια, κλείσιμο σεζόν, συντήρηση, προσλήψεις, προσφορές, λειτουργία. Αυτό επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο. Φέτος, αυτό που ζούμε αναγκάζει τα ξενοδοχεία να πάρουν αποφάσεις και ν’ αλλάξουν το προϊόν τους, τον τρόπο που λειτουργούν, αλλά και τον τρόπο που προσελκύουν τον πελάτη. Καλούνται να λειτουργήσουν σ’ ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από τη μέγιστη αβεβαιότητα.
Σήμερα, κανείς δεν γνωρίζει αν: 1. Οι κρατήσεις που υπάρχουν στα συστήματά τους είναι ζωντανές ή πεθαμένες 2. Πότε θα αρθούν οι όποιοι περιορισμοί ταξιδιού στις αγορές- στόχους μας (συστάσεις να μην ταξιδέψουν οι πολίτες, απαγόρευση ταξιδιών, υποχρεωτική καραντίνα με την επιστροφή) 3. Το ξεκίνημα των αεροπορικών εταιρειών και των τουρ οπερέιτορς, αλλά κυρίως 4. Αν τελικά ο πελάτης αποφασίσει να ταξιδέψει στο εξωτερικό ή θα επιλέξει την ασφαλή επιλογή του τουρισμού στη χώρα του. Η απόφαση για το άνοιγμα ή όχι συνιστά τη δυσκολία της εξίσωσης που αναφέραμε. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι σ’ αυτό το αβέβαιο κλίμα οι αποφάσεις θα είναι και συναισθηματικές και θα υπαγορεύονται από την κοινωνική μας υποχρέωση να προσφέρουμε εργασία στους ξενοδοχοϋπαλλήλους. Ένας επιπλέον λόγος για το άνοιγμα των ξενοδοχείων είναι να μη φανεί ότι είναι κλειστός ο προορισμός, αλλά και για να μη δημιουργηθούν αρνητικές προοπτικές για το 2021.
Ούτε οι τουρ οπερέιτορς γνωρίζουν αυτή τη στιγμή πώς θα πάει το πράγμα;
Το σίγουρο είναι ότι η ίδια αβεβαιότητα ισχύει και γι’ αυτούς. Και θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι θέσεις που εκφράζουν δημόσια, πολλές φορές υπαγορεύονται από την ανάγκη διατήρησης καλού κλίματος στους πελάτες τους, στους μετόχους τους, στο προσωπικό τους και στην ελαχιστοποίηση των απωλειών της μετοχής τους αν πρόκειται για εισηγμένες στο Χρηματιστήριο.
Έχει ανακοινωθεί ότι τα ξενοδοχεία 12μηνης λειτουργίας ανοίγουν την 1η Ιουνίου! Πώς σήμερα, μία ημέρα πριν δεν έχουν γίνει νόμος του κράτους τα υγειονομικά πρωτόκολλα; Γιατί αυτή η καθυστέρηση;
Θα είμαι ο τελευταίος που θα προσπαθήσει να δικαιολογήσει την όποια καθυστέρηση, αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το εξής: κάθε υπουργείο Τουρισμού και κάθε κυβέρνηση βρίσκεται ανάμεσα στις αυστηρές επιταγές των λοιμωξιολόγων που σίγουρα δεν βλέπουν με καλό μάτι -δικαιολογημένα σε κάποιο βαθμό- το άνοιγμα του τουρισμού και από την άλλη με μια πιθανή οικονομική καταστροφή, στο φόβο της οποίας υπαγορεύεται το άνοιγμα της οικονομίας. Επενδύθηκε αρκετός χρόνος στην αναζήτηση κοινών ευρωπαϊκών πρωτοκόλλων και επίσης στη διαβούλευσή τους με τους φορείς του κλάδου. Αυτό μπορεί να ακούγεται ως δικαιολογία, αλλά όλοι θα συμφωνήσουν ότι αυτά απαιτούν χρόνο. Η καθυστέρηση αυτή δυσκολεύει ακόμα περισσότερο το άνοιγμα.
Αυτή η ιστορία με την ένταξη της Ρόδου στη δεύτερη κατηγορία, στα νησιά με επικινδυνότητα δηλαδή, πώς προέκυψε και δεν την πήραμε χαμπάρι να τη σταματήσουμε;
Αναμφισβήτητα είναι λάθος του Υπουργού Τουρισμού, να μιλήσει για «επικινδυνότητα προορισμών». Είναι ξεκάθαρα επικοινωνιακό λάθος το οποίο όσο διατηρείται και αναπαράγεται θα μας δημιουργεί ολοένα αυξανόμενα προβλήματα. Είμαι σίγουρος ότι κανείς από τους τοπικούς φορείς δεν γνώριζε το τι θα ανακοινωθεί. Θα πρέπει άμεσα οι διευκρινιστικές δηλώσεις που έγιναν στα ελληνικά μέσα να γίνουν προς τους τουρ οπερέιτορς και οπουδήποτε αλλού χρειάζεται για να σταματήσουν αμέσως οι όποιες εντυπώσεις.
Η Ρόδος τι κάνει σ’ όλο αυτό; Με ποιο τρόπο αμύνεται;
Τώρα, στα δύσκολα φαίνεται ξεκάθαρα η έλλειψη τεχνοκρατικής, συστηματικής και σημαντικής σε όγκο προώθησης του νησιού. Κυρίως όμως φαίνεται η έλλειψη ενός οργανισμού διαχείρισης προορισμού γιατί η λύση δεν προϋποθέτει μόνο προώθηση και διαφήμιση. Χρειάζεται συντονισμός όλων όσων εμπλέκονται στο τουριστικό προϊόν του νησιού για να διαμορφωθεί μία κοινή γραμμή στο τι κάνουμε όλοι μαζί και πόσο ασφαλές είναι αυτό που θα δώσουμε στον επισκέπτη μας. Μόνο τότε θα καταφέρουμε να άρουμε τους όποιους φόβους.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News