«Με έστειλαν νύφη στη Σμύρνη, για να μην πάρω Έλληνα…»

«Με έστειλαν νύφη στη Σμύρνη, για να μην πάρω Έλληνα…»

«Με έστειλαν νύφη στη Σμύρνη, για να μην πάρω Έλληνα…»

Pοδούλα Λουλουδάκη

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 3206 ΦΟΡΕΣ

Η ιστορία της Ισλα που ξαναγύρισε στη Ρόδο δεκαετίες μετά όπως την αφηγήθηκε στη Ροδούλα Λουλουδάκη

Αυτή είναι η ιστορία της Ισλά, που την έστειλαν από τη Ρόδο νύφη στη Σμύρνη να παντρευτεί, χωρίς να θέλει και χωρίς να ξέρει ποιόν θα πάρει! Στη Ρόδο του 1965 τα βάσανα ήταν κοινά, δεν χωρίζονταν σε ορθόδοξα και οθωμανικά, όμως ο έρωτας με Έλληνα έπρεπε να διακοπεί πάση θυσία και θυσιαζόταν το κορίτσι! Οι Έλληνες πάλι τα δικά τους κορίτσια τα έστελναν στην Αυστραλία και την Αμερική, με μια φωτογραφία στο χέρι, άλλα απελπισμένα, άλλα γεμάτα ελπίδα για τη νέα ζωή, σχεδόν πάντα όμως ερωτευμένα με έναν άντρα που άφηναν πίσω και δεν θα ξανάβλεπαν ποτέ. ʼλλωστε η αγάπη δεν ήταν πρώτη προτεραιότητα. Η επιβίωση ήταν και η τιμή. Αυτή εδώ όμως είναι η ιστορία της Ισλά, που τη συνάντησα στα 68 της χρόνια σήμερα να αναπολεί τις χαρές που δεν έζησε και να μου εξηγεί την αιτία για την αόριστη δυστυχία που την καταλαμβάνει κάθε φορά που είναι σούρουπο στη Ρόδο. Στη Ρόδο γεννηθήκατε; Στη Ρόδο και η μαμά μου και ο μπαμπάς μου, εδώ γεννήθηκαν. Ο παππούς από τη μαμά μου ήταν από τους πιο παλιούς Τούρκους της Ρόδου. Ο παππούς μου έμενε πίσω από το Αραπάκι. Εμείς στο Νιοχώρι, στην οδό Γρίβα. Τρία κορίτσια: η Χουσνιέ, εγώ η Ισλά και η Σεβίμ. Πως μεγαλώνατε τότε, πώς ήταν στο σπίτι; Μαζί κι ο παππούς κι ο θείος, που ήταν ανύπαντρος. Καλλιεργούσαν το περιβόλι που είχαμε εκεί που μέναμε, στο Νιοχώρι που είναι το Γκράντ Οτέλ. Στη γωνία του ήταν το περιβόλι μας. Λάχανα, ντομάτες, πιπεριές, μαϊντανός. Η μαμά μου δούλευε σε ροδίτικο σπίτι, έκανε δουλειές, μαγείρευε, έκανε σίδερο, καθάριζε, πάνω από 30 χρόνια. Μέσα στα ροδίτικα σπίτια μεγάλωσα, δεν είχα Τουρκάλα φιλενάδα. Τις θρησκευτικές σας γιορτές τις τηρούσατε; Πηγαίναμε στο τζαμί, κάναμε τα έθιμά μας, πηγαίναμε και στην εκκλησία, σε κηδείες, σε μνημόσυνα… Ένα ήμασταν. Σχολείο; Έκανα το Δημοτικό στο Ρολόι (Παλιά Πόλη). Μαθαίναμε κι ελληνικά και τούρκικα. Έκλεισε, πριν 35 χρόνια νομίζω, δεν ξέρω να σου πω, είχα φύγει πια εγώ. Γιατί σας έστειλαν στη Σμύρνη; Κοριτσόπουλα ήμασταν, αρχίσανε οι σχέσεις με τους Έλληνες. Οι ματιές, οι έρωτες, κανένα ραντεβουδάκι στα κλεφτά, καμιά βόλτα… Το πήρανε χαμπάρι, αφού τόση είναι η γειτονιά, δεν θα το παίρνανε… Ήταν απαγορευμένα τα νταραβέρια με Έλληνες, αλλά όλα τα κορίτσια με Έλληνες ήταν. Η μάνα με τη θεία μου είπαν ότι θα τους ντροπιάσω. «Είναι ντροπή να πάρεις Έλληνα…» μου είπαν, «θα φύγεις στη Σμύρνη….»! Η μάνα μου το αποφάσισε κι έπεισε και τον πατέρα μου! Πήγαμε στη Σμύρνη, δήθεν για μια γιορτή που πήγαν κι άλλοι. Μου παρουσίασαν τον ξάδελφό μου, της θείας μου το γιό. Μεγάλος άνθρωπος αυτός, μικρή εγώ… Αρραβωνιάστηκα κιόλας. Λεμονάδα κεράσανε, ένα δαχτυλίδι μου βάλανε κι εντάξει… Όταν τα θυμάμαι με πιάνει τρέλα. ­ Δεν αντιδράσατε, να πείτε ότι δεν θέλετε; Σ΄ αυτή τη ζωή τον άντρα μου τον σεβόμουνα, τον πατέρα μου τον φοβόμουνα! Γι αυτό έφυγα νύφη στη Σμύρνη, χωρίς να θέλω και χωρίς να ξέρω ποιόν θα πάρω. Είχα αγαπήσει Έλληνα, περνούσε έξω απ΄ το σπίτι, σφυρούσε… Το πήρανε χαμπάρι. Πως ζήσατε μετά; Τίποτα δεν καταλαβαίνεις. Πας εκεί με την ντροπή σου. Για να γυρίσεις δεν μπορείς. Μετά συνηθίζεις. Όταν πρωτοπήγα δεν ήθελα «τι κάνεις…» να με ρωτούν. Τούρκικα δεν ήξερα, δεν ήθελα να τους απαντώ στη γλώσσα τους. Όταν πήγα εγώ στη Σμύρνη φορούσα καπέλο, το φόρεμά μου είχε ντεκολτέ, αλλά ξεχώριζα μες τις άλλες, έβαλα μανίκι. Πώς ήταν η ζωή με τον άντρα σας, εκείνος σας ήθελε; Έ, πως δεν με ήθελε, πού θα έβρισκε σαν εμένα, Θεός συχωρέσει τον… Ηλεκτρολόγος ήτανε, φτωχός ήτανε, αλλά ήτανε καλός. Ούτε ένα μπάτσο δεν έφαγα. «Γκιουλούμ, Γκιουλούμ…(τριαντάφυλλο)», μ΄ έλεγε. Τον σεβόμουνα, δεν με τυράννησε στη ξενιτιά. Έκανα ένα αγοράκι, πέθανε. Μετά έκανα μια κόρη, έχω κι ένα εγγόνι. Οι αδελφές σας παντρεύτηκαν Οθωμανούς; Η μια αδελφή μου παντρεύτηκε στη Ρόδο, Οθωμανό. Όμως εγώ ξενιτεύτηκα. Και μ΄ έπιασε τότε ένα πείσμα, τους έστελνα γράμματα, τους απειλούσα να στείλουν και την τρίτη μου αδελφή στη Σμύρνη. Γιατί μόνο εγώ; Τους έλεγα «όπως στείλατε εμένα και δεν σκεφτήκατε, να στείλετε κι αυτήν...». Την έστειλαν, την πάντρεψαν κι αυτήν με συγγενή. Από τότε η αδελφή μου δεν μου ξαναμίλησε. Μου είπαν ότι όλα τα χρόνια έβλεπε τα φώτα της Χίου από τη Σμύρνη κι έκλαιγε. Τώρα πως ζείτε; Τώρα πιο πολύ κάθομαι στη Ρόδο. Είναι 13 χρόνια που πέθανε ο άντρας μου. Τώρα πια αποφασίζω εγώ. Έπρεπε να πάω 55 χρονών για να αποφασίσω για μένα και τώρα μένω στη Ρόδο, αυτό που ήθελα πάντα. Το 1979 μ΄ έσβησαν από τους καταλόγους της Ρόδου, γιατί έπρεπε να ξαναγραφτώ και δεν το ξερα. Τώρα πήρα πάλι την ελληνική υπηκοότητα. Καμιά φορά τα ξεχνάω και μετά πάλι σκέφτομαι «πώς χάθηκαν τα χρόνια μου, πώς χάθηκε η ζωή μου…»! Τώρα έχω μερικές παλιές φίλες και είμαι μια χαρά. Τυχερά είναι όλα. Ό,τι γραφτεί εδώ (δείχνει το μέτωπο) την ώρα που γεννιέται το παιδί, αυτά τραβάς. Έτσι λένε, δεν ξέρω.

Διαβάστε ακόμη

Η Κατερίνα Διδασκάλου στη «Ροδιακή»: Ένας ρόλος, μια σιωπή και η «Πόρνη από Πάνω» που έρχεται στη Ρόδο

Είναι 98 ετών και ράβει ακόμα, ο Σκαρτάδος ο ράφτης, στην Παλιά Πόλη!

Μάριος Κλωνάρης στη «Ροδιακή»: «Οι εκλογές τελείωσαν, τώρα αρχίζει η δουλειά»

Παναγιώτης Πριστούρης: Τα «Ρευστά Τοπία» και η γλώσσα της χαρακτικής

Λευτέρης Καβαλιέρος: «Η δουλειά του βιβλιοπώλη είναι η ωραιότερη, όταν αγαπάς το βιβλίο»

Δ. Ναλμπάντης: «Από τη Σαμοθράκη στη Ρόδο: η Νίκη επιστρέφει στον τόπο της ως σύγχρονο γλυπτό»

Ν. Γερονικόλας: «Οι ροδίτες εξέλεξαν μία δημοτική αρχή για να λύσει προβλήματα όχι για να… εξηγεί γιατί υπάρχουν»!

Φιλήμονας Χατζηκωνσταντής: Ο Ροδίτης που είχε υπηρετήσει στο πολεμικό ναυτικό ως βατραχάνθρωπος και έπαιξε ενεργό ρόλο στα επεισόδια του 1976