Του
Δημήτρη Ν. Πατσάκη
Η εκ του «μνημονίου» υποχρέωση εκλογίκευσης του φορολογικού συστήματος είναι αποδεκτή καταρχήν ως κοινό αίτημα. Οι μέχρι σήμερα «ανέγγιχτοι» από την λαίλαπα της έμμεσης και άμεσης φορολογίας είναι καιρός να καταβάλουν και αυτοί το μερίδιο της απόλαυσης των δημοσίων αγαθών της ασφάλειας, της Υγείας, της Ασφάλισης, της Εθνικής ʼμυνας και των βασικών υποδομών ενέργειας, συγκοινωνιών, ύδρευσης κ.τ.λ.
Η νέο-φιλελεύθερη προσέγγιση της Φορολογίας και της κατανομής των βαρών με βάση την ποσότητα και την προσβασιμότητα χρήσης των προηγουμένων κρίνεται, ιδιαίτερα σήμερα, ως απορριπτέα, για μια σειρά από λόγους πρακτικής και ηθικής σημασίας.
Οι θιασώτες μιας τέτοιας λογικής, αντιπαραβάλλουν το «άδικο» π.χ. της επιβολής π.χ επιβαρύνσεων στις θαλάσσιες μεταφορές προς «άγονους» προορισμούς, με επιχειρήματα της μορφής «μα αφού δεν χρησιμοποιώ το πλοίο της γραμμής, ποιος ο λόγος της επιδότησης»; Η απάντηση είναι απλή και σύντομη: Η Πολιτεία οφείλει να εξασφαλίσει στον κάτοικο π.χ. της Κάσου, την ελάχιστη δυνατότητα πρόσβασης προς τα αστικά περιφερειακά κέντρα,με όσο το δυνατόν χαμηλότερο κόστος. Εξάλλου, αν ο αντιδρών σε μια τέτοια λογική αναγκασθεί να μεταβεί, έστω και μια φορά, σε ένα Αγροτικό Ιατρείο (έστω της Αράχωβας ή της Αμφίκλειας) εξαιτίας ενός χιονοδρομικού ατυχήματος, το κόστος θα είναι ουσιαστικά το ίδιο με το αν το ίδιο περιστατικό αντιμετωπιζόταν στο Κ.Α.Τ, στην περίπτωση κατάγματος ισχύου της υπερήλικης μητέρας.
Η Πολιτεία, στο πλαίσιο της τήρησης της «ευνομίας», είναι υποχρεωμένη να παρέχει σε όλους ισότιμη πρόσβαση στα προαναφερόμενα δημόσια αγαθά.
Το κόστος όμως κτήσης, χρήσης ή απόλαυσης των εν λόγω, δεν είναι απαραίτητα το ίδιο για όλους. Όσοι έχουν την εμπειρία διαβίωσης ή έστω ολιγοήμερης παραμονής σε οικισμούς μακράν των αστικών κέντρων, προφανώς βεβαιώνουν την αλήθεια των ισχυρισμών. Για παράδειγμα, η πρόσβαση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, κοστίζει σε χιλιάδες φορολογούμενους πολύ περισσότερο από το αντίτιμο της αστικής συγκοινωνίας στα αστικά κέντρα. Το ίδιο συμβαίνει και στην ατυχή περίπτωση της συχνής απαραίτητης αιμοκάθαρσης νεφροπαθούς, έστω και εάν μέρος της δαπάνης καταβάλλεται από τον ασφαλιστικό φορέα.
Ελάχιστο λοιπόν αντάλλαγμα αυτού ακριβώς του αυξημένου κόστους, συνιστά η ένταξη φορολογουμένων αυτών των περιοχών σε «ειδικά» καθεστώτα άμεσης και έμμεσης (Φ.Π.Α) φορολογίας. Η διαφορά που απολαμβάνει ένας μέσος οικογενειάρχης, παρότι δεν καλύπτει το αυξημένο κόστος, συνιστά μια κρατική ενίσχυση της παραμονής στην περιοχή και της επαγγελματικής εξέλιξης. Προφανώς, όλοι συμφωνούν στο προαπαιτούμενο της ύπαρξης ανθρώπινων πόρων για την «Ανάπτυξη».
Η επιτακτική λοιπόν απαίτηση για την κατάργηση των ειδικών καθεστώτων, συγκρούεται με την συνταγματική και ηθική τάξη των πραγμάτων. Ως «εργαλείο» του κ. Υπ. Οικ. κρίνεται χρήσιμη μια κατάσταση του μ.ό. λιανικών τιμών μιας σειράς βασικών αγαθών και υπηρεσιών που ισχύουν σε Αθήνα-Θεσσαλονίκη και επιλέξιμων περιοχών όπως τα νησιά του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος.
Οπωσδήποτε, για μια μερίδα φορολογουμένων, το «ειδικό» καθεστώς, δεν είναι απαραίτητο. Η αντικειμενική όμως εφαρμογή «τεκμηρίων» και περιουσιολογίου, θα αποτελέσει ένα πρόσθετο επιχείρημα εξαιρέσεων. Η γενίκευση, σε τελευταία ανάλυση είναι άδικη για πολλούς.