Γράφει ο Θάνος Ζέλκας
Ο Ντουντού Μπαμπαλέ ήταν ο επικρατέστερος διάδοχος στην προεδρία του Δημοκρατικού Μετώπου από τα εφηβικά του χρόνια κιόλας. Είχε σπουδάσει στο Παρίσι λίγο πριν την ανεξαρτητοποίηση της Σενεγάλης από τη Γαλλία και στα καφέ της Μον Μάρτ είχε συναναστραφεί με μεγάλες προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής σκηνής.
Το Μάη του '68 φυλακίστηκε διότι βρέθηκε στο πεδίο της μάχης κυνηγώντας ένα μικρό αγόρι που του έκλεψε το κρουασάν του την ώρα που διάβαζε την εφημερίδα του σε γνωστό μπιστρό της γαλλικής πρωτεύουσας.
Το ξύλο που έφαγε τότε από τους αστυνομικούς ήταν ασύλληπτο. Αυτό όμως του έδωσε το πρώτο του γαλόνι μέσα στο κόμμα. Επιστρέφοντας στη Σενεγάλη κανείς δεν εξέτασε τους λόγους που βρέθηκε μέσα στα επεισόδεια. Ήταν ήδη λαϊκός ήρωας.
Ο πρόεδρος του Δημοκρατικού Μετώπου, Τάγια Σανιά, τον πήρε υπό την προστασία του, τόσο για το κοφτερό μυαλό του όσο και για τον απύθμενο τσαμπουκά του. Ο Ντουντού ήταν ικανός μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μεταμορφώσει ακόμα και τον Πάπα σε λυσσασμένο πυγμάχο, αφού δύο ή τρεις ατάκες του ήταν ικανές να μετατρέψουν μια συνηθισμένη συζήτηση σε κόλαφο ύβρεων και ανταλλαγή κοσμητικών επιθέτων.
Ο απείθαρχος αυτός όμως χαρακτήρας του πολλές φορές τον είχε βάλει σε τρομερούς μπελάδες όπως τότε που η Σενεγάλη ζήτησε δάνειο από την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και ο Σανιά τον είχε καταστήσει υπεύθυνο για τη διεκπεραίωση των διαδικασιών.
Αντ' αυτού όμως ο Μπαμπαλέ κατόρθωσε να γίνει διάσημος σε όλη την Αφρική όταν γρονθοκόπησε τον διευθύνοντα σύμβουλο της Κεντροαφρικανικής Τράπεζας καθότι αποκάλεσε παλτό τον Μομπά, τον διεθνή Σενεγαλέζο ποδοσφαιριστή και τρομερό σκόρερ των αγγλικών γηπέδων. Το περιστατικό λίγο ακόμα και θα αποτελούσε αιτία πολέμου μεταξύ των χωρών της Βορείου Αφρικής, αν δεν επενέβαινε ο Αντρέα Μπαλίνο, Πρόεδρος της Δημοκρατίας των Νησιών Γκαλαπάγκος και πυροσβέστης τέτοιων διεθνών κρίσεων.
Το άλλο του μεγάλο πάθος ήταν το φαγητό. Απ' αυτό το πάθος όμως ξεκίνησαν όλα. Ακόμα και το ότι διάλεξε να σπουδάσει στη Γαλλία δεν ήταν τυχαίο. Ο πατέρας του φούσκωνε από περηφάνια που ο μονάκριβος υιός του διάλεξε τη Σορβόνη για να σπουδάσει πολιτικές επιστήμες. Πού να φανταζόταν ο κακομοίρης ο Νάγια Μπαμπαλέ ότι η Γαλλία, η χώρα της γαστρονομίας, του κρασιού και του ξενυχτιού, ήταν η γη της επαγγελίας για το λεβέντη του. Όπως και να ΄χει όμως, παρά το γεγονός ότι του Νάγια του κόστισαν οι σπουδές του υιού του όσο ένα αεροσκάφος, ο Ντούντου μαζί με πενήντα κιλά βάρος πήρε και το πτυχίο του και ο πατέρας του έγινε διπλά περήφανος όταν αμέσως μετά την επιστροφή του έγινε ο εξ απορρήτων του Προέδρου.
Αυτό το πάθος όμως με το φαγητό έμελλε να είναι καταστροφικό τόσο για τον ίδιο όσο και για τον Πρόεδρο. Ήταν Δεκέμβρης του 2005. Ο Σανιά είχε μόλις επιστρέψει από διπλωματικό ταξίδι στο Μαλαουί. Το Μαλαουί ήταν η δεύτερη πιο αναπτυσσόμενη χώρα της Αφρικής λόγω των κοιτασμάτων διαμαντιών. Ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος και Πρόεδρος της χώρας, ο Ντιντιέ Φλωράν, ήταν προσωπικός φίλος του Σανιά.
Ορμώμενος λοιπόν εξ αυτής της φιλίας πήγε και τον επισκέφθηκε ο ίδιος προσωπικά ώστε να του δώσει δάνειο, καθώς μετά το περιστατικό με την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία δεν εμπιστευόταν κανέναν. Ο Φλωράν του έδωσε το δάνειο όχι σε ρευστό αλλά σε διαμάντια κρυμμένα μέσα σε σοκολατάκια ώστε να μπορέσει ο Σανιά να τα βγάλει από τη χώρα.
Η μοίρα όμως του έπαιξε ένα ύπουλο παιχνίδι. Η σύζυγός του η Ντεμέτρ Σανιά και κολλητή φίλη του Ντουντού Μπαμπαλέ, μοιραζόταν το ίδιο πάθος μαζί του, το φαγητό. Ο Σανιά γυρνώντας χαράματα από το Μαλαουί δεν πρόλαβε να προειδοποιήσει τη σύζυγο για το κουτί με τα σοκολατάκια και φανταστείτε την έκπληξή του το πρωί όταν το βρήκε άδειο.
Φήμες λένε ότι άρχισε να ξυλοκοπάει ανελέητα τη Ντεμέτρ μπροστά στον έκπληκτο Μπαμπαλέ, ο οποίος όταν αντιλήφθηκε τι συνέβει φώναξε στον Σανιά: Πρόεδρε δε φταίει μόνο η Ντεμέτρ για τα σοκολατάκια. Φταίω κι εγώ. Μαζί τα φάγαμε!.