Αρώματα από τις κουζίνες του κόσμου στο κέντρο της Αθήνας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1367 ΦΟΡΕΣ
Η οδός Ευριπίδου θυμίζει σκηνικό από την ταινία «Πολίτικη Κουζίνα». Ως περιηγητής στην Ευριπίδου έχεις την αίσθηση ότι μυρίζεις και γεύεσαι τα αρώματα των μπαχαρικών, των βοτάνων, των οσπρίων, αλλά και άλλων συστατικών από όλες τις κουζίνες του κόσμου.
Η οδός Ευριπίδου θυμίζει σκηνικό από την ταινία «Πολίτικη Κουζίνα». Ως περιηγητής στην Ευριπίδου έχεις την αίσθηση ότι μυρίζεις και γεύεσαι τα αρώματα των μπαχαρικών, των βοτάνων, των οσπρίων, αλλά και άλλων συστατικών από όλες τις κουζίνες του κόσμου.Ανάμεικτα πιπέρια, καπνιστή πάπρικα, κουρκουμάς, μοσχολέμονο, τρούφα, τσάι του βουνού, φασόλια, ρύζι, παστουρμάς και χιλιάδες άλλα προϊόντα δημιουργούν ένα μοναδικό σκηνικό στα 15 καταστήματα μπαχαρικών και τα 12 τροφίμων, που λειτουργούν στην οδό Ευριπίδου, από το ύψος της Αιόλου ως τη Μενάνδρου.
Το παραπάνω σκηνικό γίνεται ακόμα πιο ιδιαίτερο στη σκέψη ότι ο δρόμος αυτός βρίσκεται στην καρδιά του κέντρου της Αθήνας, αποτελώντας από την πρώτη στιγμή της σχεδίασής του κεντρική εμπορική τοποθεσία.
Πρόσφατα, ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Νίκος Σηφουνάκης, υπέγραψε σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος για τον καθορισμό της οδού Ευριπίδου ως «χώρου παραδοσιακού εμπορίου».
Ο χαρακτηρισμός στοχεύει στη διατήρηση του συμβολικού της χαρακτήρα, που μπορεί να συντελέσει παράλληλα με τις υπόλοιπες δράσεις στη συγκράτηση της γενικότερης υποβάθμισης του κέντρου της Αθήνας.
Στόχος της δράσης είναι αφενός η συγκράτηση των υφιστάμενων καταστημάτων τροφίμων και μπαχαρικών και αφετέρου η προσέλκυση νέων ομοειδών καταστημάτων, αλλά και πολιτιστικών χώρων.

Με χαρά, αλλά και σκεπτικισμό υποδέχονται την είδηση του καθορισμού της Ευριπίδου ως χώρου παραδοσιακού εμπορίου οι καταστηματάρχες της περιοχής. «Η δημιουργία και άλλων καταστημάτων μπαχαρικών θα βοηθήσει τη φήμη της περιοχής. Ήδη έχει συνηθίσει ο κόσμος να έρχεται εδώ, όπου ξέρει ότι θα βρει και καλά και φτηνά τρόφιμα, όπου βλέπει τι ψωνίζει», εξηγεί ο Χαρίλαος Πρεμετής που διατηρεί κατάστημα μπαχαρικών στην περιοχή εδώ και 30 χρόνια.
Θετικό βήμα χαρακτηρίζει τον χαρακτηρισμό του δρόμου και ο έμπορος, Στέφανος Χατζηγεωργίου, το κατάστημα μπαχαρικών του οποίου πρωτοάνοιξε η οικογένειά του το 1937.
«Απλά ζητάμε σταθερότητα και συνέπεια στις πολιτικές αποφάσεις», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι η εικόνα της περιοχής έχει ήδη βελτιωθεί τον τελευταίο καιρό με την καλύτερη αστυνόμευση.
Επιφυλάξεις εκφράζει από την πλευρά του ο Ματθαίος Μανωλέσσος, ο πατέρας του οποίου άνοιξε το κατάστημα μπαχαρικών που διατηρεί το 1940. «Έχω ενδοιασμούς για το κατά πόσο θα εφαρμοστεί κάτι τέτοιο στην πράξη. Το έχει ανάγκη όμως η περιοχή», λέει. Συμπληρώνει ότι η προστασία των παραδοσιακών επιχειρήσεων πρέπει να γίνεται συνολικά και σε όλα τα επίπεδα.
«Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να ζητούν από τον ΕΦΕΤ προθάλαμο στην τουαλέτα για να θεωρείται νόμιμη μία επιχείρηση. Είμαστε μικρά μαγαζιά, πώς θα βρούμε τόσα τετραγωνικά», επισημαίνει.
«Κάτι αντίστοιχο έχει ανακοινωθεί πολλές φορές, απλώς ποτέ δεν είδαμε να υλοποιείται», παρατηρεί με τη σειρά του ο Μιράν Κουρουλιάν, ιδιοκτήτης μαγαζιού και εργαστηρίου παραγωγής παστουρμά και σουτζουκιού (με ιστορία από το 1922).
«Ό,τι και να γίνει θα είναι προς το καλό. Δεν ζητάμε πολλά πράγματα, καθαριότητα και αστυνόμευση κυρίως, προκειμένου να γίνει η Ευριπίδου πόλος έλξης για ακόμα περισσότερους κατοίκους. Εμείς αδιάλειπτα κάνουμε προσπάθειες από την πλευρά μας, ώστε το μαγαζί μας να είναι όμορφο. Γιατί να μην κάνει το ίδιο και η πολιτεία για την περιοχή;», υπογραμμίζει.

Η ιστορία της οδού
Τον Νοέμβριο του 1831 οι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Έντουαρντ Σάουμπερτ, μαθητές του σημαντικότερου ίσως Γερμανού νεοκλασικού αρχιτέκτονα Καρλ Φρίντριχ Σίνκελ, εγκαθίστανται στην Αθήνα, για να ξεκινήσουν το έργο της συστηματικής τοπογράφησης της πόλης.
Τον Μάιο του 1832 η μετακαποδιστριακή προσωρινή κυβέρνηση τους αναθέτει την εκπόνηση του νέου σχεδίου της πόλεως των Αθηνών.
Το σχέδιο συντάσσεται και υποβάλλεται τον Δεκέμβριο του 1832 και στις 29 Ιουνίου 1833 εγκρίνεται από την Αντιβασιλεία, που είχε στο μεταξύ αναλάβει τα ηνία του Κράτους, και επικυρώνεται με Βασιλικό Διάταγμα στις 6 Ιουλίου του ίδιου έτους.
Στο σχέδιο προβλεπόταν η διαμόρφωση τεσσάρων συνεχόμενων «Βουλεβαρίων» (δεντροφυτεμένων τόπων περιπάτων).
Το βόρειο συνέπιπτε περίπου με τις σημερινές οδούς Φαβιέρου και Χαλκοκονδύλη, το νότιο με τη σημερινή οδό Ευριπίδου, το δυτικό περίπου με τον άξονα της σημερινής οδού Νικηφόρου, ενώ ο προσανατολισμός του ανατολικού ήταν τελείως διάφορος από εκείνον του οδικού δικτύου, όπως τελικά διαμορφώθηκε.
Τα πρώτα ονόματα οδών δόθηκαν από τους Κλεάνθη και Σάουμπερτ, όταν διαμόρφωναν την πολεοδομική τους πρόταση. Τα αρχαιοελληνικής έμπνευσης ονόματα κυριάρχησαν εξ ολοκλήρου στις επιλογές τους, με μοναδικές ίσως εξαιρέσεις τα βουλεβάρια και τις πλατείες Ανακτορίων, Βόρσας και Θεάτρου (σημερινή Κλαυθμώνος).
Από τα ονόματα εκείνα, ένας μικρός αριθμός αντιστοιχούσε σε κάποια τοπογραφική πραγματικότητα, όπως η οδός Αριστοφάνους που κατέληγε στην πλατεία Θεάτρου και ήταν παράλληλη προς τις οδούς Ευριπίδου και Μενάνδρου.
Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες από μέρους των ιδιοκτητών των εκτάσεων που θα απαλλοτριώνονταν για την ανέγερση των δημόσιων κτιρίων, τη διαμόρφωση των πάρκων και του οδικού δικτύου, οδήγησαν την Αντιβασιλεία να διατάξει την αναστολή της εφαρμογής του σχεδίου στις 11 Ιουνίου του 1834.

Στη συνέχεια μετακλήθηκε ο διάσημος τότε Βαυαρός αρχιτέκτονας Λέο φον Κλέντσε για να εξετάσει το ζήτημα. Ο αρχιτέκτονας κατέληξε στην αναθεώρηση του αρχικού σχεδίου. Το σχέδιο εγκρίθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου του 1834 και τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή.
Το σχέδιο του φον Κλέντσε καταργούσε τα προβλεπόμενα βουλεβάρια, αλλά και σχεδόν όλα τα προβλεπόμενα ονόματα δρόμων, και περιείχε τροποποιήσεις ως προς την τοποθέτηση των ανακτόρων και του διοικητικού κέντρου και ως προς τον σχεδιασμό της εμπορικής αγοράς.
Τα δύο παράλληλα βουλεβάρια προς την οδό Αθηνάς τα εξαφάνισε εντελώς και το εγκάρσιο το μετέτρεψε σε δρόμο πλάτους 10 μέτρων, τη σημερινή οδό Ευριπίδου. Σε αυτή την αναθεώρηση των σχεδίων η Ευριπίδου εμφανίζεται σχεδόν με τη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα.
Η έναρξη των κατεδαφίσεων για τη διάνοιξη των νέων οδών Αιόλου, Ερμού και Αθηνάς προσέκρουσε στις αντιδράσεις των κατοίκων προς τους οποίους η κυβέρνηση δεν είχε παραχωρήσει νέα οικόπεδα σε άλλη θέση. Οι εργασίες διακόπηκαν πολλές φορές, για να συνεχιστούν με αστυνομική συνδρομή.
Με τη διάνοιξη των οδών Ερμού, Αιόλου και Αθηνάς, η παραγωγική ζώνη ανασυντάχθηκε πάνω στους νέους αυτούς άξονες. Τα μαγαζιά και τα εργαστήρια αναπτύσσονταν τώρα με κατεύθυνση κυρίως από ανατολή προς δύση και με κεντρικό άξονα την οδό Ερμού για να καταλάβουν ολόκληρη την περιοχή ανάμεσα στο Μοναστηράκι και το δυτικό άκρο της οδού Αδριανού, τη συνοικία του Ψυρρή και το τρίγωνο Ερμού- Αθηνάς- Ευριπίδου.
Το γεγονός ότι η οδός Ευριπίδου αποτελούσε κομμάτι της «καρδιάς» της πόλης, αποτύπωσε έντονα στην εικόνα και στην εξέλιξή του τις συνέπειες των διαφόρων περιπετειών και φάσεων ανάπτυξης των ελληνικού κράτους.
Σε όλο τον 19ο αιώνα το εμπορικό τρίγωνο Αθηνάς- Σταδίου- Ερμού αποτέλεσε το επίκεντρο της αθηναϊκής ζωής, με το Μοναστηράκι να αποτελεί αρχικά το εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο της Αθήνας. Καθοριστικό ρόλο στην μετατόπιση των δραστηριοτήτων έπαιξε η πυρκαγιά του 1884 που κατέστρεψε την περιοχή του παζαριού κοντά στη Ρωμαϊκή αγορά.
Μετά την πυρκαγιά η πόλη εξαπλώθηκε προς την Ομόνοια και τη Νεάπολη.
Η Ευριπίδου από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας της είχε εμπορική δραστηριότητα. Σχεδόν όλα τα πολεοδομικά σχέδια επιφύλασσαν για την ευρύτερη περιοχή το ρόλο του εμπορικού πυρήνα της νεοσύστατης πρωτεύουσας.
Σήμερα στην ευρύτερη περιοχή συγκεντρώνονται σχεδόν όλοι οι κλάδοι του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα, με κύριους τους κλάδους του εμπορίου στα ισόγεια, της βιοτεχνίας στους ορόφους και ιδιαίτερα στο τμήμα μετά την Αιόλου και των υπηρεσιών (κυρίως γύρω από την πλατεία των Αγίων Θεοδώρων).
Στην οδό Ευριπίδου, ο επισκέπτης μπορεί να συναντήσει και ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα κτίρια, από άποψη αρχιτεκτονικής.
Στη συμβολή των οδών Ευριπίδου και Αθηνάς βρίσκεται το ξενοδοχείο «Βενετία», που χτίστηκε το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ακμής του αθηναϊκού κλασικισμού, αλλά σήμερα είναι εγκαταλελειμμένο.
Το διώροφο νεοκλασικό στη γωνία των οδών Αιόλου 77 και Ευριπίδου οικοδομήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα. Το 1877 εγκαταστάθηκε εκεί το ομβρελλοποιείο Τσιμωνίδη. Το 1904 το κτίριο περιήλθε στο Ίδρυμα «Ευαγγελισμός». Το 1985 κηρύχθηκε διατηρητέο με απόφαση του τότε ΥΠΕΧΩΔΕ. Σήμερα στο ισόγειο στεγάζει ζαχαροπλαστείο-αρτοποιείο και δίπλα καφεστιατόριο.
Στη γωνία των οδών Αιόλου 64, Ευριπίδου και Αγίου Μάρκου βρίσκεται κτίριο, που οικοδομήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στο ισόγειο στέγαζε το πιλοπωλείο Τσίλια, όπως αποτυπώνεται σε μια φωτογραφία των αρχών του 20ου αιώνα.
Τα πρώτα χρόνια ήταν διώροφο, ενώ αργότερα προστέθηκε άλλος ένας όροφος. Ακολούθησαν πολλές εμπορικές χρήσεις του κτιρίου, ενώ σήμερα στεγάζει υποδηματοπωλείο και κατάστημα έτοιμων ενδυμάτων.
Πηγή: ΑΜΠΕ

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News