Οι τελευταίες δημόσιες επεμβάσεις, τόσο του πρώην Πρωθυπουργού κ. Κώστα Σημίτη, όσο και των πρώην Υπουργών Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ κ.κ. Αλ. Παπαδόπουλου και Ν. Χριστοδουλάκη, άρχισαν να προβληματίζουν μία μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης, η οποία, αν και είναι υπέρ των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, διαφωνεί δημόσια στην ακολουθούμενη μονόπλευρη δημοσιονομική πολιτική για την οποία, άλλωστε, βρίσκει αντίθετους και μία αξιοπρόσεκτη μερίδα δικών μας και ξένων Οικονομολόγων και Οικονομικών Αναλυτών η οποία τελευταία συνεχώς διευρύνεται.
Ο κ. Σημίτης, εκτός τής προ ημερών συνέντευξής του στην «Καθημερινή» επανήλθε, επίσης, με συνέντευξή του στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής, 17.4.2011, με πρόταση - σοκ, όσον αφορά την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Και των τριών οι απόψεις συμπίπτουν στο ότι επιβάλλεται να εξευρεθεί τρόπος ειλικρινούς συνεννόησης, ώστε να εγκριθεί από κοινού ένα καλά μελετημένο σχέδιο, με σκοπό να αντιμετωπιστεί υπερκομματικά η κατάσταση εξόδου, όσον το δυνατό ανώδυνα από την κρίση.
Ο κ. Χριστοδουλάκης, εν το μεταξύ, προχωρώντας περισσότερο, υπέδειξε όπως η κυβέρνηση πρέπει να προσπαθήσει να διαπραγματευθεί με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα την εκταμίευση έξι δισεκατομμυρίων ευρώ επιπλέον και να χρηματοδοτήσει νέα έργα το πρώτο εξάμηνο του 2011, ώστε να προκληθεί ανάπτυξη, ικανή να απορροφήσει πλήρως την ύφεση του 2011.
Επίσης, ο ίδιος στο «Βήμα» της 17.4.2011, με συνέντευξή του υπογραμμίζει ότι «...με τόσες αποτυχίες, που σημειώθηκαν στα έσοδα, το Μνημόνιο έχασε τις δάφνες τής άτεγκτης ορθότητας που φορούσε πέρυσι. Όταν ζητείς να αυξηθεί ο ΦΠΑ και έναν χρόνο μετά μειώνονται οι εισπράξεις, σημαίνει, ότι ήλθε ο καιρός να τεθεί η συμφωνία σε νέες βάσεις, πιο ρεαλιστικές. Επιπλέον, πρέπει, επιτέλους, να καταλάβουν όλοι, ότι χωρίς ανάπτυξη ούτε η φορολογική εξόρμηση θα πετύχει, ούτε η κοινωνία θα αντέξει να βυθίζεται σε ύφεση και ανεργία για τρίτη συνεχή χρονιά».
Εξάλλου, στα προαναφερθέντα πλαίσια ανάπτυξης κινήθηκε και ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κατά την προχθεσινή ετήσια έκθεσή του.
Η ανάλυση που ακολουθεί επικεντρώνεται στην περίπτωση της Δωδεκανήσου, στα πλαίσια της περιφερειακής ανάπτυξης. Και εξετάζεται η ειδική περίπτωση, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 101, παράγραφος 4, του ισχύοντος Συντάγματος, όπου αναφέρεται συγκεκριμένα: «Ο κοινός Νομοθέτης και η Διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών, μεριμνώντας για την ανάπτυξή τους».
Στην έννοια της περιφερειακής αναπτυξιακής πολιτικής συμπεριλαμβάνεται ο νησιωτικός χώρος. Η Ελλάδα, αναμφισβήτητα, έχει νησιωτικό χαρακτήρα, καθόσον το 1/3 περίπου του πληθυσμού της κατοικεί στα νησιά, τα οποία καλύπτουν το 18,8% του εδάφους της χώρας. Κατατάσσεται, δε, αναλογικά, στις πρώτες θέσεις μεταξύ των νησιωτικών χώρων του κόσμου. Όλες οι Περιφέρειες της Ελληνικής Επικράτειας διαθέτουν νησιωτικό χώρο, με εξαίρεση τη Δυτική Μακεδονία, η οποία δεν διαθέτει καθόλου τέτοιο χώρο.
Στο νησιωτικό αυτό χώρο συμπεριλαμβάνονται και τα Δωδεκάνησα, τα οποία το 1947, ύστερα από 638 χρόνων δουλείας, επανήλθαν στον κορμό της Μητέρας-Πατρίδας. Και αποτελούν, πλέον, με την ένδοξη ιστορία τους, ένα από τους κρίκους, που συνθέτουν τα Ελληνικά διαμάντια του Αιγαίου.
«Σ αυτό το Αιγαίο», καθώς γράφει ο ιστορικός ερευνητής Μάκης Αξιώτης, που ακούγεται η λίρα της Σαπφούς και του Αλκαίου, η κιθάρα του Αρίωνα, η φωνή του Ομήρου, η σκέψη του Επίκουρου, του Πιττακού, του Πυθαγόρα. Εδώ κυκλοφορούν τα πολύμορφα νομίσματα, αντίκρισμα στον πλούτο και στο εμπορικό δαιμόνιο των κατοίκων της θάλασσας και της στεριάς. Η φιλοσοφία, η δραματική τέχνη, εδώ γεννιούνται αντάμα με τη λυρική ποίηση. Εδώ δανείζονται από τους Φοίνικες το Αλφάβητο και γεμίζουν τα μάρμαρα και οι πάπυροι από τα πολύτιμα έργα της σκέψης τους».
Τώρα, η Ιστορία του Αιγαίου φυλάσσεται στις παρακαταθήκες του Έθνους, σαν ένα ζωντανό και πολύτιμο πετράδι. Και καθώς θα συμπλήρωνε ο Δημήτριος Κουλουριάνος: «η θάλασσα έχει πάντα μία επίδραση στη διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Οι νησιώτες είναι πιο ήπιοι από τους βουνίσιους».
Τα Δωδεκάνησα, μαζί με τις Κυκλάδες, οι δυό αυτοί τέως Νομοί, συγκροτούν τώρα την 13η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου και κατέχουν τις δύο πρώτες θέσεις, όσον αφορά τον αριθμό των νησιωτικών εδαφών (με 2.242 και 1.139 νησιωτικά εδάφη αντίστοιχα), επί συνόλου 9.837 ελλαδικών νησιωτικών εδαφών (νησιά, νησίδες, βραχονησίδες και ερημονήσια). Στοιχεία της Ε.Σ.Υ. Ελλάδος.
Οι νησιωτικές ιδιαιτερότητες
Από τη φύση τους τα νησιά, ειδικότερα τού μικρού μεγέθους, διαθέτουν περιορισμένους πόρους και, ως εκ τούτου, βρίσκονται σε αδυναμία να παρακολουθήσουν επαρκώς το σύγχρονο διαμορφούμενο οικονομικό περιβάλλον. Και καθιστούν εξαιρετικά επισφαλή την κερδοφορία ιδιωτικών επενδύσεων σε υποδομές.
Συνακόλουθα: ο αναπτυξιακός σχεδιασμός στο νησιωτικό χώρο επιβάλλει εντελώς άλλης μορφής στρατηγική με ρυθμιστικές παρεμβάσεις προς όφελος της κοινωνικής ευημερίας. Επομένως, απαραίτητα πρέπει να διέπεται από διαφορετικότητα από εκείνη της ηπειρωτικής χώρας, ως προς τη χρηματοδότηση, εγκατάσταση, διακίνηση κ.λπ.
«...η μεγάλη απόσταση από την ηπειρωτική χώρα έχει ως συνέπεια την αύξηση του κόστους μεταφοράς και τη μείωση των εξωτερικών οικονομιών και συγκεκριμένα των οικονομιών εγκατάστασης, ως συνέπεια της χαμηλής συγκέντρωσης επιχειρήσεων.
Δυστυχώς, όμως, μέχρι σήμερα όχι μόνο δεν λήφθηκε καμία ιδιαίτερη απόφαση για την περιφέρεια Δωδεκανήσου, σε εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 4 του Συντάγματος ως την νησιωτικότητα, απεναντίας για τα μεταφορικά, ενώ προηγούμενα ίσχυαν μειωμένοι συντελεστές 30%| με το Νόμο 2859/2000 καταργήθηκαν.
Ωστόσο, δεν παύει και ο νησιωτικός χώρος να έχει και τα δικά του συγκριτικά πλεονεκτήματα, υπό μορφή μάλιστα αειφορίας. Οπως είναι για παράδειγμα: Το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον, η υψηλής αξίας πολιτιστική κληρονομιά, κ.α. Πάντοτε, όμως, επί του προκειμένου, έχοντας ως μέτρο, ότι η πολυδιαφημιζόμενη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού έχει όρια. Και εξεταστέον, εάν σε πολλές περιοχές της Δωδεκανήσου τα έχει, ήδη, υπερβεί.
Αναμφίβολα, από μέρους της Πολιτείας κατεβλήθησαν και καταβάλλονται ορισμένες προσπάθειες προς την κατεύθυνση μιας, κατά το δυνατόν, αποδοτικής αναπτυξιακής πολιτικής για τα νησιά, στα πλαίσια της δημοσιονομικής στενότητας που διανύουμε. Γνωστή, εξάλλου, η ρήση του μεγαλύτερου ρήτορα της αρχαιότητας, πριν από δυόμιση χιλιάδες χρόνια, του αδιάλλακτου εχθρού του Φιλίππου, του Δημοσθένη:
«Δει δη χρημάτων και άνευ τούτεν ουδέν έστω γενέσθαι των δεόντων». Έτσι, για να αποδώσει αποτελεσματικά ένα σχήμα ισόρροπης ανάπτυξης της Περιφέρειας χρειάζονται κεφάλαια.
Δεν πρέπει επίσης, να παρακάμπτεται και το γεγονός ότι οι διαθέσιμοι προς τούτο πόροι δεν πρέπει να διατίθενται με μικροκομματικές σκοπιμότητες. Μόνο η αύξηση των δημοσίων εσόδων, η οποία προέρχεται από την αυτόματη αύξηση της παραγωγής, την αποταμίευση, τις επενδύσεις και τις κατάλληλες υποδομές, είναι οι συνισταμένες, που αποτελούν το υγιές θεμέλιο ορθολογικής αναπτυξιακής πολιτικής, τόσο σε περιφερειακό επίπεδο, όσο και σε εθνικό γενικότερα.
Και αυτά, φυσικά, μέσα στα πλαίσια της δίκαιης κατανομής του πλούτου και αύξησης της απασχόλησης. Καθόσον, ως γνωστό, η ανεργία στη Χώρα είναι «διαρθρωτικό φαινόμενο» και όχι «κυκλικό».
Σε μελέτη για τη διαμόρφωση αναπτυξιακής στρατηγικής στον ελληνικό νησιωτικό χώρο, που εκπονήθηκε το 2003 για λογαριασμό της Ακαδημίας Αθηνών, προτείνεται για την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου (Νομοί Δωδεκανήσου και Κυκλάδων), όπως μέσω των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (ΠΕΠ), οι άξονες προτεραιότητας είναι οι εξής:
α) Αντιμετώπιση των προβλημάτων του νησιωτικού χαρακτήρα- Βασικές υποδομές.
β) Προστασία περιβάλλοντος και βιώσιμη διαχείριση φυσικών πόρων.
γ) Έλεγχος της τουριστικής ανάπτυξης και αναπροσανατολισμός της.
δ) Ενίσχυση και αξιοποίηση των δυναμικών νησιωτικών κέντρων ανάπτυξης.
ε) Ανάπτυξη της υπαίθρου και ενίσχυση νησιών και περιοχών χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης».
(Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Επιστημονικές Μελέτες προς τιμήν του καθηγητή Νίκου Ι. Κόνσολα. Αθήνα 205, σελ. 211).
Σαν έκτη προϋπόθεση αναπτυξιακής στρατηγικής στο δωδεκανησιακό χώρο, εμείς θα προσθέταμε, λαμβανομένης υπόψη και της τωρινής οικονομικής κρίσης, η προώθηση του αγροτικού εν γένει τομέα, σε συνδυασμό με την ορθολογική αξιοποίηση της εναπομείνασας δημόσιας δωδεκανησιακής αγροτικής γης. Υπάρχουν έτοιμες προηγούμενων ετών μελέτες, οι οποίες πρέπει να ανασυθρούν από τα συρτάρια της Διεύθυνσης Γεωργίας Δωδεκανήσου και εν ανάγκη να επικαιροποιηθούν. Σύμφωνα με τη γνώμη των ειδικών, εκτός του ότι θα αναδειχθεί αυτάρκεις σε γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα η δωδεκανησιακή περιοχή, θα υπάρξουν και περιθώρια εξαγωγής.
Δυστυχώς στη Δωδεκάνησο τα μεταπελευθερωτικά χρόνια συντονισμένη διαχρονική ιεράρχηση των βασικών υποδομών δεν είχαμε. Η σοβαρή αυτή παράλειψη και διορατικότητα, με τη σύμπλευση και άλλων αρνητικών συγκυριών, συνετέλεσαν ώστε επί 64 χρόνια ελεύθερου εθνικού βίου, να μη διαμορφωθεί μια ευρεία περιφερειακή αναπτυξιακή στρατηγική στο δωδεκανησιακό σύμπλεγμα, βασισμένη στη νησιωτική ιδιαιτερότητα, παρόλο, στα χαρτιά τουλάχιστο, τόσο συνταγματικά, ως και με αποφάσιες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αναγνωριστεί οι νησιωτικές ιδιαιτερότητες.
Εξάλλου, έναν άλλο παράγοντα, που δεν υπολογίζουμε, όσο πρέπει επί του προκειμένου, είναι ότι αγνοούμε τη συμπαράσταση που μπορούν να μας παράσχουν οι δωδεκανησιακές Οργανώσεις, που εδρεύουν στην υπόλοιπη χώρα, ιδιαίτερα αυτές της Αθήνας.
Στον τελευταίο αυτό χώρο υπολογίζεται ότι διαβιούν περί τις 100.000 Δωδεκανήσιοι, με προσβάσεις στη δημόσια διοίκηση, τον τύπο, καθώς την οικονομική και κοινωνική ζωή της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας. Το κομμάτι αυτό του δωδεκανησιακού λαού αντιπροσωπεύεται από 18 πρωτοβάθμιες Οργανώσεις και με συντονιστικό όργανο την Ομοσπονδία Δωδεκανησιακών Σωματείων με ανάλογο πολιτικό βάρος.
Έτσι, από χρόνια στα νησιά μας, στο δωδεκανησιακό σύμπλεγμα, παρουσιάζεται η εξής αντίφαση: ενώ όλοι γνωρίζουμε, αντιλαμβανόμαστε, ότι η οικονομική και κοινωνική κατάσταση, ιδιαίτερα στα μικρά νησιά, δεν είναι καλή, εντούτοις, αρκούμαστε μόνο στις επισημάνσεις.
Περιοριζόμαστε, κάπου-κάπου, σε κάποιο υπόμνημα κι αυτό χλιαρής μορφής και πάντως με προτάσεις βραχυπρόθεσμης προοπτικής... και δεν έχουμε την τόλμη και την αρετή, κατά τον ποιητή, να πάρουμε στα σοβαρά την υπόθεση στα χέρια μας.
Εκ των προαναφερθέντων καθίσταται εμφανές, ότι τα προβλήματα που απασχολούν το δωδεκανησιακό χώρο δεν είναι συγκυριακής μορφής, αλλά καθαρά διαρθρωτικής. Και σαν τέτοια, απαιτούν από τη φύση τους τις κατάλληλες πολιτικές αντιμετώπισης.
Όσον, δε, κι αν ακούγεται παράξενα, γεγονός είναι ότι στα Δωδεκάνησα σοβαρός, στρατηγικός περιφερειακό σχεδιασμός ούτε υπάρχει, ούτε εφαρμόστηκε μέχρι σήμερα, όπως τονίζεται και στην αρχή της ανάπτυξης του θέματος. Ωστόσο, μέχρι εδώ και μη παρέκει.
Έχοντες ως ανθρώπινη προσδοκία, ότι το καλύτερο είναι πάντα μπροστά, ας αδράξουμε την ευκαιρία να αξιοποιήσουμε εμείς οι ίδιοι τοπικά, εδώ στα Δωδεκάνησα, την εκφρασθείσα επίσημα από τον Πρωθυπουργό της χώρας βούληση συγκροτημένης περιφερειακής ανάπτυξης.
Έχοντες, πάντοτε, ως γνώμονα ότι το σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων περιλαμβάνει ομάδα νησιών, που από αρχαιοτάτων είχαν και έχουν εν πολλοίς μεταξύ τους αλληλεξαρτήσεις.
Και όπως τονίζει ο Οικονομολόγος κ. Γιάννης Σπιλάνης, «...είναι δυνατόν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νησιών, που μέχρι τώρα θεωρούνταν ως φυσικά μη αναστρέψιμα μειονεκτήματα και, κατά συνέπεια, ως εμπόδια στην ανάπτυξη, να μεταβληθούν σε πλεονεκτήματα ή να ουδετεροποιηθούν».
*Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας