Ξεχασμένα από το χρόνο έργα και μελέτες περιμένουν τους ερευνητές. Η περίπτωση της καθηγήτριας Μαρίας Οικονομίδου-Κωνσταντάκη.
Η Ιστορία τιμωρεί
Σε προηγούμενα σημειώματά μας γράφαμε για τους ανθρώπους εκείνους που στις αρχές του περασμένου αιώνα κατέγραφαν τη δημώδη ροδιακή διάλεκτο, λέξεις σπάνιες, διάφορες φράσεις που λαλούνταν στα χωριά και την πόλη της Ρόδου.
Και διέσωσαν την ντοπιολαλιά. Υπήρξαν, όμως, και άλλοι, επιστήμονες ή απλοί άνθρωποι, που με αγάπη προς τον τόπο τους, κατέγραφαν διάφορα γεγονότα, ήθη και έθιμα, τραγούδια ερωτικά, χορευτικά, θρήνους, γαμήλια, πατριωτικά. νανουρίσματα και ό,τι άλλο αναφερόταν στον πνευματικό πλούτο αυτού του τόπου.
Για παράδειγμα στα μέσα του 19ου αιώνα (1870) είδε το φως από τον Παναγιώτη Βενετοκλή μελέτη στην οποία παραλλήλιζε κυπριακές λέξεις και παροιμίες με ροδίτικες, που έκαμαν μεγάλη εντύπωση στους φιλολογικούς κύκλους της εποχής.
Η μελέτη αυτή δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Παν-δώρα» σε συνέχειες, που κάλυψαν 16 ολόκληρες σελίδες!..
Ήδη ο Παναγιώτης Βενετοκλής είχε δημοσιεύσει στην «Εφημερίδα των Φιλομαθών», ροδίτικες λέξεις και παροιμίες αν και εμποδιζόμενος και βαρυνόμενος, όπως γράφει, «υπό του βάρους της γεροντικής ηλικίας μου, εκών άκωνέπαυσα (δεν συνέχισε).
Και τα δύο αυτά πονήματα κυκλοφόρησαν το έτος 1872 σε βιβλίο με τίτλο «Βραχείαι παρατηρήσεις εις τινας λέξεις και παροιμίας της καθ ημάς Ελληνικής Γλώσσης, εκ των ατάκτων του μακαρίου σοφού Κοραή και εκ των Κυπριακών, του καθηγητού κυρίου Σακελλαρίου υπό Π. Βενετοκλέους».
Πολλοί έγραψαν, δημοσιοποίησαν το έργο τους από τις στήλες εφημερίδων και περιοδικών, όπως ο Θεόδωρος Κωνσταντινίδης, ο οποίος και κατέθεσε τα χειρόγραφά του στην Ακαδημία Αθηνών και πριν λίγα χρόνια (2002), η οικογένειά του, εξέδωσε το έργο του, με τίτλο «Λεξιλόγιον της Δημώδους Ροδιακής διαλέκτου-μετ αρχαιολογικών σημειώσεων, μετά το πωνυμίων, μετά διαφόρων φράσεων, μετά λαϊκών ασμάτων και ποιημάτων».
ʼλλοι τα άφησαν σε κάποιο συρτάρι και τα σκέπασε ο χρόνος και η σκόνη, περιμένοντας τον ερευνητή να τα βρει και να τα εκτιμήσει. Μια τέτοια-πολύ νεώτερη, της τωρινής εποχής μας, που άφησε τα χειρόγραφά της, για το μέλλον, είναι η καθηγήτρια Φιλολογίας Μαρία Οικονομίδου-Κωνσταντάκη, σύζυγος του επίσης καθηγητή της Φιλολογίας και ποιητή Γιάννη Κωνσταντάκη.
Η Μαρία Κωνσταντάκη υπήρξε υπόδειγμα καθηγήτριας, αυστηρή, σοβαρή, σεβαστή, ευαίσθητη, είχε το χάρισμα να μεταλαμπαδεύει τις γνώσεις της στους μαθητές της, άξια ακούραστη. Μας άφησε θησαυρό κειμένων της, με γραφή πρωτότυπη σχολιασμένη, εύληπτη.
Ένα απ αυτά αναφέρεται στη Μητέρα και ίσως να το έγραψε όταν η ίδια απολάμβανε το θείο δώρο της δημιουργίας. Κρίναμε σκόπιμο να το δώσουμε στη δημοσιότητα. Πρέπει να γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1940, όταν νεαρή, υπηρετούσε στο Γυμνάσιο Καλπάκα στους Αμπελοκήπους των Αθηνών. Ήδη από την ίδια χρονιά είχε νυμφευθεί το ρόδιο καθηγητή Γιάννη Κωνσταντάκη.
Ιδού το κείμενο που τιτλοφορεί η ίδια «Μητέρα»: Ένα θαύμα είναι η ζωή. Σ όλη την κλίμακα των ανθρωπίνων συγκινήσεων, τίποτα δεν βρήκα, τόσο γεμάτο αγωνία και τόσο ικανοποιητικό. Μέσα στην καρδιά μου γεννιόταν ένας καινούριος ατραγούδιστος σκοπός, με τον πανάρχαιο ήχο στη συμφωνία του κύκλου της ζωής, την πρώτη πονεμένη κραυγή του παιδιού.
Οι πρώτοι μήνες της εγκυμοσύνης με σάστιζαν, με ζάλιζαν, και μου είπανε πολλά γι αυτό. Μα κανένας δε μου μίλησε για το πώς θα ένιωθα, ότι η ζωή αρχίζει. Κανένας δεν μου μίλησε για το ξαφνικό, γρήγορο φτερούγισμα του μωρού, πού ναι απαλό, σαν θρόισμα που κάνει το ροδόφυλλο στον άνεμο.
Απαλό και τρυφερό ξεχυνότανε στο κορμί μου κι ανέβαινε όλο ανέβαινε, ώσπου ξεσπούσε στην καρδιά μου, την έκανε να χτυπά. Μέσα στο κορμί μου κάτι γινότανε, κάτι σημαντικό και θαυματουργό.
Μέσα σ ένα μικρό κύτταρο, μια ψυχή σάλευε. Από τότε, όσο η ζωή έπαιρνε σχήμα και μορφή, κατάλαβα πώς δημιουργήθηκε μια ατομικότητα εκεί όπου υπήρχε πρώτα μια κατάσταση. Ήτανε το παιδί μου.
Ήτανε μια λευκή μορφή σαν άγγελος που πετάει, χωρίς να μπορώ να τον αγγίξω. Ζούσα τρισευτυχισμένη μέρα και νύχτα με την φανταστική εικόνα του παιδιού μου, που σε λίγους μήνες θα έφερνα στον κόσμο. Και οι μήνες κύλισαν γοργά.
Και να. Μέσα σε αλλεπάλληλα κύματα πόνων, πόνων φρικτών μα και ανέκφραστα γλυκών, άκουσα να κλαίει ένα παιδί -το παιδί μου. Ω! θείες στιγμές. Μια ανέκφραστη γοητεία ήταν χυμένη σ όλο μου το είναι και δεν χόρταινα να βλέπω το δημιούργημά μου.
Οι πόνοι ξεχάστηκαν σαν να ήταν μακρινό παρελθόν.
Ένα ταξίδι
Να ρθεις και να φύγεις από τούτο τον κόσμο είν ένα ταξίδι. Είχα τραβήξει λιγάκι στο θάνατο κι έφερνα πίσω ένα παιδί, που ήρθε από την ανυπαρξία σε τούτη τη γνωστή γη.
Δεν μπορώ να το πάω μακριά, ίσαμε το τέλος του τα ξιδιού.
Μπορώ μονάχα να του προσφέρω το ταξίδι μέρα και νύχτα, τολμηρό και γεμάτο παλμό. Μπορώ να του ευχηθώ θάρρος, δύναμη μέσα του, γέλιο στην καρδιά, γαλήνη στην ψυχή.
Ένα θαύμα είναι η ζωή. Και η κρύα όψη του θανάτου όχι μόνον δεν αφαιρεί, αλλ αντίθετα τονίζει το αιώνιο εναλλασσόμενο αυτό θαύμα. Δεν ξέρω αν χωρίς τα κύματα των πόνων μέσα στους οποίους ένιωθα την ύπαρξή μου να σβήνει, θα μπορούσα να είχα σωστή αντίληψη της ιδανικής μου αποστολής, σαν πρωταγωνίστρια, στο θαύμα της ζωής. Έτσι αρχίζει η ζωή.
Μ αυτά τα υπέροχα συναισθήματα φέρνει στον κόσμο η Μάνα το παιδί της. Κι από δω και πέρα αρχίζει το δύσκολο έργο της. Το μεγάλωμα, η ανατροφή του παιδιού της. Η σκέψη της, μέρα και νύχτα είναι σ αυτό, προσεύχεται για την υγειά του, για την προκοπή του. Μέρα και νύχτα ξαγρυπνά, χτυπά ανήσυχα η καρδιά της στο κάθε σάλεμά του. Σκύβει στην κούνια του και το κοιτά, με μάτια ανήσυχα, μην έπαθε τίποτε το μικρό της.
Με νανουρίσματα γλυκά κλείνει τα βλέφαρά του. Το κλάμα του φέρνει αναστάτωση στη μητρική καρδιά της. Τι να χει άραγε και τι να ζητά; Και το γέλιο του ω! μεγάλη ευτυχία - χύνει θείο φως στη μορφή της. Το αγγελικό γέλιο του παιδιού, όλους τους γοητεύει, μα τη Μάνα τη μετουσιώνει, την ανεβάζει σε ουράνιους κόσμους.
Την κάνει να ξεχνά όλες τις πίκρες και τα βάσανα που χει το μεγάλωμά του. Για ρωτήστε μια οποιαδήποτε Μάνα να σας πει, τι νιώθει όταν της χαμογελά το παιδί της. Την απάντησή της θα την βρείτε χυμένη στη μορφή της. Δεν χρειάζονται λόγια. Το θαύμα της ζωής, εκείνη τη στιγμή, αποτυπώνεται έντονα στο πρόσωπό της και μοιάζει σαν να σου λέει:
-Είσαι Μάνα; Τι με ρωτάς λοιπόν; Μόνο άμα γίνεις θα το νιώσεις. Και η φωνούλα η γλυκιά; Όλους τους γοητεύει, μα για τη Μάνα μοιάζει με γλυκό κελάηδημα τ αηδονιού, με το κελάρυσμα του ρυακιού, μ απαλό φύσημα τ ανέμου, με χερουβικό ψαλμό. Κι οι μέρες κι οι μήνες περνούν και το μπουμπούκι μεγαλώνει κι ανοίγει τα ροδοπέταλά του, στον ήλιο, το φως, στον αέρα.
Κι η Μάνα το καμαρώνει και χαίρεται η Μητρική καρδιά της κι αναπνέει το άρωμά του κι ευχαριστεί το Θεό για το ανεκτίμητο δώρο του, για τη μεγάλη αποστολή της.
Τώρα οι φροντίδες της μεγάλωσαν, αρχίζει η ηθική διαπαιδαγώγησή του. Θέλει να δει μια μέρα το γιό της άνδρα μεγάλο, καλόν οικογενειάρχη, χρήσιμο στέλεχος στην κοινωνία, και την κόρη της καλή νοικοκυρά και καλή Μάνα.
Με φιλιά κι ευχές το οδηγεί για πρώτη φορά στο σχολείο. Και γίνεται καθοδηγητής, συμπαραστάτης και ακοίμητος φρουρός στα πρώτα του δύσκολα χρόνια. Με έγνοιες πέφτει να κοιμηθεί και με έγνοιες ξυπνά για το παιδί της. Οι κόποι την τσακίζουν. Μα εκείνη τι τήν νοιάζει;
-«Όλα η Μάνα τα αψηφάει για το τέκνο που αγαπάει για το τέκνο που φιλεί», μας λέει ο ποιητής μας, στο ωραίο του ποίημα η «Μάνα». Το παιδί μεγαλώνει, γίνεται έφηβος. Οι κίνδυνοι που το τριγυρίζουν τώρα είναι πολλοί. Παρακολουθεί την κάθε κίνησή του και δεν παύει με λόγια που βγαίνουν από την πλούσια σ αγάπη μητρική καρδιά της, να το καθοδηγεί και να του δείχνει το δρόμο τον καλό, της Αρετής και της Αγάπης, το δρόμο του Θεού. Μαρτύριο της γίνεται η ζωή αν τυχόν παραστρατήσει το παιδί της.
Υποφέρει, πονά, βλέπει ερείπιο μπροστά της σωριασμένο το μεγάλο, το ανεκτίμητο έργο της. Το γέννησε το βύζαξε τ ανάθρεψε, του δωσε πλούσια τα δώρα της καρδιάς της, και τώρα, ω! τώρα μάγισσες της το ρπαξαν και παν να το γκρεμίσουν.
Μα δεν απελπίζεται, μέρα και νύχτα θερμοπαρακαλεί τον Ύψιστο, για τη λύτρωσή του και όταν εκείνο ξεγλιστρήσει από τα όμορφα τα μάγια και συνέλθει, ανοίγει διάπλατα τη μητρική αγκάλη. Χύνει παρηγοριά και βάλσαμο στην πληγωμένη του ψυχή κι εκείνο γοητευμένο απ τήν ασύγκριτη μητρική καρδιά δεν φεύγει πια από κοντά της.
Η καρδιά της Μάνας
Ω! θεία καρδιά της Μάνας, να πώς σε υμνεί ο μεγάλος ποιητής Ζαν Ρισπέν (1849-1926), στο αριστούργημά του «Η Καρδιά της Μάνας», σε μετάφραση ʼγγελου Βλάχου:
Ένα παιδί, μοναχοπαίδι αγόρι, αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη-Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά, μ αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου, της μάνας σου να φέρεις την καρδιά να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου. Τρέχει ο νιος τη μάνα του σκοτώνει και την καρδιά τραβά και ξεριζώνει.
Και τρέχει να την πάει, μα σκovτάφτει και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη. Κυλάει ο γιος και η καρδιά κυλάει και την ακούει να κλαίει και να μιλάει. Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει: -Εχτύπησες, αγόρι μου; ...και κλαίει. Δεν είναι δυνατόν ωραιότερα λόγια να εκφράσουν τήν απέραντη, την ασύγκριτη αγάπη της μητρικής καρδιάς.
Η Μητέρα είναι επί της γης η πιο γλυκιά προσωποποίηση της αγάπης, στο πρόσωπό της ανθίζει το ωραιότερο χαμόγελο, γιατί η καρδιά της κρύβει, τον πιο πλούσιο θησαυρό. Η μητρική καρδιά είναι η πηγή αυτής της αγάπης, που αποτελεί το θεμέλιο της ζωής.
Αύτη είναι η θεία καρδιά της Μάνας, σε κάθε εποχή και σε κάθε Έθνος.
Μα τι θα μπορούσε να πει κανείς ξέχωρα για την Ελληνίδα Μάνα;
Ορθώνει πάντα το ανάστημά της ανάμεσα στις χιλιάδες άλλες μανάδες τον κόσμου. Είναι περήφανη για την καταγωγή της, δεν ξεχνά την πανάρχαια ιστορία της, τα ηρωικά κατορθώματα των προγόνων της, που γαλουχημένοι με τα υπέροχα εκείνα πατριωτικά συναισθήματα, δημιούργησαν ένα ασύγκριτο πολιτισμό και σκόρπισαν σ όλη την Οικουμένη, Σοφία, Αρετή, Δικαιοσύνη, Αλήθεια, διαλύοντας τα σκοτάδια της αμάθειας και της βαρβαρότητας.
Οραματίζεται τήν υπέροχη Μάνα Σπαρτιάτισσα, που αγέρωχα, πνίγοντας κατάβαθα το μητρικό της πόνο, λέει στο παιδί της σαν φεύγει για τη μάχη, κρατώντας την ασπίδα «΄Η ταν ή επί τας». Ή να τη φέρεις πίσω νικητής η νά πέσεις πάνω σ αυτήν νεκρός.
Αυτά τα υπέροχα λόγια τα γραμμένα με χρυσά γράμματα στις δέλτους της Παγκοσμίου Ιστορίας τη γοητεύουν, τη συνεπαίρνουν και την κάνουν, να νιώθει πάντα τη βαριά μα μεγάλη αποστολή της.
Κι όταν έρθει η μεγάλη εκείνη στιγμή, η στιγμή του αποχωρισμού σφίγγει τα χείλη, πνίγει κατάβαθα στο είναι της, τον απέραντο μητρικό της πόνο και δίνει γαλήνια κι ατάραχη, σαν άλλη Σπαρτιάτισσα την ευχή της:
-«Η Μάνα Ελλάδα σε καλεί, πρόσεξε μη την ντροπιάσεις, θυμήσου τους προγόνους σου, έχε πίστη στο Θεό, κι η Νίκη είναι δική σου».
Οραματίζεται τη Θεία Μάνα του Χριστού, τη γλυκιά Παρθένα, την ενάρετη κόρη, που ο Θεός τη διάλεξε, να φέρει στα σπλάχνα της το Λυτρωτή του Κόσμου.
Η πάναγνη ζωή της και το θείο έργο της, την εμψυχώνουν.
Σαν χείμαρρος βγαίνουν απ το στόμα της τα ανυπέρβλητα διδάγματα του Σωτήρα-Θεού-θέλει να γίνει ο γιος της καλός Χριστιανός, φωτισμένος απ τη ζωή του Κυρίου κι η κόρη της πάναγνη κι αμόλυντη σαν τήν Παρθένα. Μπρος απ' τα μάτια της περνούν, γλυκιές οπτασίες, όλες οι καλές Χριστιανές μητέρες, που γαλούχησαν Βασιλείους, Γρηγορίους, Χρυσοστόμους.
Αυτή είναι ή Ελληνίδα μητέρα γενναία στο φρόνημα, αγνή στην ψυχή, ακλόνητος βράχος στις τρικυμίες και τις μπόρες της ζωής, πιστή στα πεπρωμένα της φυλής αφοσιωμένη δούλη του Θεού.
{--page-break--}
Προτροπή στους νέους-νέες
Γι αυτό καλοί μου νέοι και νέες, κλείστε βαθειά μες την καρδιά σας σαν το ανώτερο φυλαχτό του κόσμου τη γλυκιά σας Μανούλα.
Μη θελήσετε ποτέ να την πικράνετε. Δείξετε υπακοή και κατανόηση στις συμβουλές της. Νιώσετε βαθιά πώς ό,τι κάνει και ό,τι λέει είναι για την προκοπή σας. Μόνο έτσι θα μπορέσετε να συνεχίσετε τον τιμημένο και δοξασμένο δρόμο της φυλής μας. Τα χρόνια θα κυλήσουν γοργά και θα ρθει μια ευλογημένη μέρα, που και σεις θα νιώσετε αυτή τη θεϊκή χαρά, τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής.
Να είσαι Μάνα, λέγει κάποιος σοφός, σημαίνει την πιο μεγάλη χαρά της ζωής, αλλά και τη μεγάλη ευθύνη κι υποχρέωση απέναντι στη ζωή.
Να είσαι Μάνα θα πει να ξέρεις καλά, πως η χαρά και ο πόνος έχουν την ίδια ρίζα. Κι ακόμα να είσαι Μάνα σημαίνει να αισθάνεσαι τον εαυτό σου καλεσμένο από κάθε χαρά κι από κάθε πόνο, είτε εκφράζονται αυτά με λόγια είτε κρύβονται στην καρδιά. Να αισθάνεσαι τον εαυτό σου, έτοιμο για βοήθεια, υποστήριξη, θυσία και αφοσίωση. Νά γίνεις οδηγός με συνειδητή ευθύνη του παιδιού σου.
Ο ήλιος, λέει ο ποιητής, ανατέλλει για τον άνθρωπο μόνο μια φορά στη ζωή του, στα παιδικά του χρόνια, τον ζεσταίνει τότε και ύστερα αντλεί απ αυτή την πρώτη ζεστασιά που ποτέ δεν σβήνει, σ όλη του τη ζωή. Όλοι μας καταλαβαίνουμε καλά τα λόγια του ποιητή, την ανείπωτη την ανέκφραστη σε λόγια μαγική δύναμη, πού εκπέμπεται από τη γυναίκα που μας γέννησε.
Πνευματική αποστολή
Το έργο της μάνας αποτελεί την πιο πνευματική αποστολή από κάθε άποψη, της γυναίκας στον κόσμο. Το έργο της είναι συμπλήρωμα του έργου του Θεού.
Επειδή ο Θεός δεν ήθελε να τα κάνει όλα μόνος του έπλασε τη Μάνα, λέει μια ιαπωνική παροιμία.
Κι ο ποιητής μας ʼγγελος Σημηριώτης (1870-1944), ψάλλει:
Μάνες του ανθρώπου πώς σας νιώθω εντός μου
μακαρισμένα πλάσματα ιερά
όλη τη θλίψη κρύβετε του κόσμου
κι όλη του κόσμου είσαστε η χαρά
Απ την Εκάβη κι ως την Παναγία
οι δοξασμένες σεις κι οι ταπεινές
μια προσευχή σ εσάς σαν ευωδία
κι όλες οι σκέψεις νάνε μας αγνές
Μπρος σας θυμίαμα κι η ψυχή ν ανέβει
ένας Θεός σας κατοικεί κρυφός
μακριά από σας καλές, όλα είναι χλεύη
κι είσθε ο πηλός που πάει να γίνει φως
Οι έρευνες
Τα παλιά τα χρόνια, και συγκεκριμένα, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, οι συλλογείς δημωδών τραγουδιών αλώνιζαν κυριολεκτικά τα νησιά και τα χωριά και συνέλεγαν τους θησαυρούς της λαϊκής μας παράδοσης. Για παράδειγμα την εποχή εκείνη η Ελπίδα Βλασιάδου, από το χωριό Τριάντα, υπαγόρευσε δύο τραγούδια, την «Παναγιά Τριαντενή» και το «ώχου, το μάτι μου πονώ».
Μέγας συλλέκτης υπήρξε ο μεγάλος μας λαογράφος Αναστάσιος Βρόντης ο οποίος μας άφησε πραγματικούς θησαυρούς, οι περισσότεροι των οποίων είναι ανέκδοτοι. Ειδικά, από τη Λίνδο κατέγραψε δεκάδες τραγούδια. Μας άφησε επίσης πολλές ανέκδοτες μελέτες και μονογραφίες για τη Ροδίτισσα όπως «το τραγούδι της μάνας», «οι Ροδίτισσες στη μητρότητα», «οι Ροδίτισσες και τα τραγούδια τους», «οι Ροδίτισσες στη λαϊκή ποίηση και τέχνη» και άλλα, κείμενα που βρίσκονται σε αντίγραφα στους φακέλους μας.
Το τραγούδι μας λέγει:
Ω! Παναγιά Τριαντινή, βοήθησε κ μένα
που σε θερμοπαρακαλώ
με μμάτια δακρυσμένα
Ω! Παναγιά Καθολική με τα εκατόν κανδήλια,
γιάτρεψε την καρδούλα μου
να σου τα κάμω χίλια
Νάταν το στήθος γυαλί νάβλεπες
την καρδιά μου
να δεις πως με πλήγωσες μέσα
τα σωθηκά μου
Τα Νανουρίσματα
Η καλή και σχολαστική, καθηγήτρια της Φιλολογίας, Μαρία Οικονομίδου Κωνσταντάκη, ακολούθησε άλλες ατραπούς, στη συλλογή του πολύτιμου υλικού που υπήρχε και υπάρχει. Το συνέλεξε, έχοντας συνεργάτες-πολύτιμους βοηθούς, τους μαθητές και μαθήτριές της, που προέτρεπε να ζητούν από τις γιαγιάδες, τους παππούδες και τους ηλικιωμένους του χωριού τους, να τους πουν τα τραγούδια που έλεγαν τα περασμένα.
Ειδικά συνέλεξε πάμπολλα Νανουρίσματα-Υπνωτικά με τις διάφορες παραφθορές τους. Για την ιστορία αναγράφουμε μαθητές που τη βοήθησαν, από το (τη) Μεσαναγρό ο Ιωάννης Καραγιάννης, τη Ρόδο ο Νικόλαος Βασιλαράς, την Προφύλια ο Φίλιππος Βρακάς, την Κάρπαθο ο Μιχαήλ Βασιλειάδης, την Κρεμαστή ο Μιχαήλ Ν. Καντιμοίρης, τα Λάερμα Αντώνιος Διακονικολάου και άλλοι. Διέσωσε πολλά από τη Λίνδο, Σύμη, Τριάντα, Χάλκη, Κατταβιά, Αφάντου κ.ά.
Επιλεκτικά παίρνουμε το Νανούρισμα από το (τη) Μεσαναγρό:
Νάνι, Νάνι, ύπνον ελαφρύ να κάνει
Κοιμήσου κούκλα μου καλή
στην κούνια τη χρυσή σου
Κι εγώ σαν το πιστό σκυλί
θα ξαγρυπνώ μαζί σου
Νάνα, Νάνι ύπνον ελαφρύ να κάνει
Ο ύπνος τρέφει τα μωρά
κι η υγειά τα μεγαλώνει
κι η Παναγιά και ο Χριστός
τα καλοξημερώνει
Κοιμήσου το πουλάκι μου
στην κούνια τη χρυσή του
κι η Παναγιά και ο Χριστός
να κάθονται μαζί του
Ύπνε που παίρνεις τα μωρά
έλα πάρε και τούτο
μικρό μικρό σου το δωσα
Μεγάλο φέρε μου το
Ο ερευνητής του τώρα και του αύριο, είναι βέβαιο ότι θα εγκύψει στις μελέτες αυτές και θα τις φέρει στο φως, όπως θα δώσει στην αιωνιότητα τα ονόματα αυτών που αγάπησαν τον τόπο τους, κράτησαν και διαφύλαξαν τα ήθη και έθιμα για τις μέλλουσες γενιές. Μια απ αυτές ήταν και η Μαρία Οικονομίδου-Κωνσταντάκη, που αναφερθήκαμε στο παρόν σημείωμά μας.
* Γράφει ο Κώστας Τσαλαχούρης
Δημοσιογράφος Ιστορικός Ερευνητής
Νικόλας Πασπάλης – Φτωχόπαιδο από το Καστελόριζο ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία για να βρει την τύχη του και έγινε ο πλουσιότερος καλλιεργητής μαργαριταριών στον κόσμο (pics+vid)
Η περιοδεία της Παναγίας της Σκιαδενής τη Σαρακοστή και τη Λαμπροβδομάδα: Θαυματουργές ιάσεις – πετρωμένα καράβια
Μ. Κολεζάκης: Η σημασία της 31ης Μαρτίου 1947 μέσα από τον τύπο της εποχής
Ν. Στ. Μανούσης: Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων και η στιγμή της συλλογικής λύτρωσης
Al Bowlly: Ο Έλληνας από τη Ρόδο που έγινε ο πρώτος «ποπ σταρ» στον κόσμο
Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα: Τα Ιταλικά του Μανώλη
Μανώλης Κασσώπης: Ένας Καρπάθιος της γενιάς της θυσίας και της δημιουργίας: Η ζωή του Γιάννη Καρακατσάνη