Βασ. Τζαβέλλας, ο πρώτος σύμβουλοςδιοικητής του Καστελλορίζου και οι πρώτες του ενέργειές Γιατί αναγκάστηκε σε παραίτηση σε λίγους μήνες Α΄ Είναι ντοκουμέντο. Το υπουργικό Συμβούλιο στις 19 Ιουλίου 1913 παίρνει απόφαση να αποστείλει στο Καστελλόριζο ένα Σύμβουλο. Οι ευρισκόμενοι στην Αθήνα αντιπρόσωποι του νησιού Βαρθολομαίος Κοντός και Μ.Γ. Πετρίδης το πληροφορούνται από επίσημα χείλη και στις 23 Ιουλίου ο δεύτερος, γράφει στους συμπατριώτες του, αναγγέλλοντας τη συγκλονιστική, τη μεγάλη είδηση: «Χαράς ευαγγέλια. Ευλογητός ο Θεός, όστις επεσκέψατο και τον λαόν της νήσου ημών. Δεδοξασμένον είη το Άγιον Όνομα αυτού. »Κύριοι, μετ` ανεκλαλήτου χαράς και αγαλλιάσεως σπεύδομεν να σας αναγγείλωμεν ότι το ζήτημα της νήσου μας έσχε την αισίαν εκείνην λύσιν, την εκείνην λύσιν, την οποίαν πάντες ωνειρεύθημεν και εποθήσαμεν. Τα οστά των γονέων και προπατόρων μας θα σκιρτώσιν εκ χαράς επί τη αισία εκβάσει του εθνικού ζητήματος της Πατρίδος μας. Προχθές την Παρασκευήν 19ην Ιουλίου ημέραν ήτις θα μείνη ιστορική διά την νήσον μας, συνήλθε το Υπουργικόν Συμβούλιον υπό την Προεδρίαν του κ. Λάμπρου Κορομηλά και εκτός των άλλων διά πρακτικού υπογραφέντος παρ` όλων των Υπουργών απεφάσισε να στείλη Διοικητήν εις την νήσον μας μετ` αναγκαιούσης Χωροφυλακής. Τούτο μας ανηγγέλθη χθες την πρωίαν, υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης κ. Ρακτιβάν κ.λπ., κ.λπ…». Η υποδοχή που επιφυλάσσεται στον πρώτο Έλληνα διοικητή του Καστελλορίζου Βασίλειο Τζαβέλλα, δικηγόρο, υπήρξε χωρίς προηγούμενο(1). Το πρωί, την 1η Αυγούστου ακούστηκαν από το σηματογράφο της Παναγίας Παλαιοκάστρου πέντε πυροβολισμοί και μετά από λίγο εμφανίζεται η σιλουέτα του ατμοπλοίου «Αιγαίο», όπου επέβαινε ο Διοικητής και οι άντρες της Χωροφυλακής. Αμέσως οι φρουρές του Αγίου Στεφάνου και της Μούντας , και αυτές με τη σειρά τους, άρχισαν να πυροβολούν, συμμετέχουσες στον πανηγυρισμό. Κανένας μα κανένας δεν έμεινε στο σπίτι του τις μεγάλες αυτές στιγμές που ζούσε ο τόπος. Όλοι κατέκλυσαν το λιμάνι ανεμίζοντας χιλιάδες ελληνικές σημαίες, περιμένοντας τον κατάπλου του πλοίου. Όταν το «Αιγαίο» έριξε άγκυρα, το πλεύρισε η βενζινάκατος του Στ. Βογιατζή για να παραλάβει το διοικητή τον οποίο υποδέχτηκαν και προσφώνησαν για το ευ παρέστη οι δάσκαλοι Ιωάννης Διαμαντής και Νικόλαος Παπαθανασίου. Στη συνέχεια μίλησε για λίγο ο Τζαβέλλας, ευχαριστήσας το πλήθος για την υποδοχή. Τις ομιλίες έκλεισαν ο αντιπρόσωπος των Καστελλοριζίων στην Αθήνα Μιχ. Πετρίδηςεπέβαινε του πλοίουκαι ο αρχηγός της Χωροφυλακής Ανδρεαδάκις. Ακολούθως σχηματίστηκε πομπή που κατευθύνθηκε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου όπου εψάλη δοξολογία. Μίλησαν ο δάσκαλος Κ.Ι. Μύρικλης και ο Αρχιερατικός Επίτροπος Θεοδόσιος Σιμωνίδης. Η Χωροφυλακή Σάμου ανακοίνωσε την αποστολή του τμήματος της Χωροφυλακής που θα συνόδευε τον Τζαβέλλα με καταπληκτικό κείμενο που λίγες φορές αν όχι καμιά βλέπει το φως. Αποκαλεί το Καστελλόριζο ομαίμονα ηρωικήν νήσον, δηλαδή από το ίδιο αίμα, συγγενή εξ αίματος, αδελφή, πλησιέστερο συγγενή. Γράφει η ανακοίνωση: «Εξαιρετική τιμή επεφυλάσσετο εις την νεότευκτον Σαμιακήν Χωροφυλακήν διά της αποστολής παρ` αυτής αποσπάσματος εις την ελευθερωθείσαν νεαράν και ομαίμονα ηρωικήν νήσον Καστελλόριζον. Η Ελληνική Κυβέρνησις διά του υπ` αριθμ. 2153 από 23 Ιουλίου εγγράφου του Υπουργείου επί των Εξωτερικών προς τον ενταύθα Πρόεδρον της προσωρινής Κυβερνήσεως, ανακοινωθέντος ημίν διά της υπ` αριθμ 3914 διαταγής του, ενετείλατο όπως την Αστυνομικήν Διοίκησιν της απωτάτης και Ελληνικωτάτης εκ των νήσων του Αιγαίου πελάγους αναλάβη η ημετέρα Χωροφυλακή διά καταλλήλου προσωπικού…». Επικεφαλής της Δυνάμεως Καστελλορίζου ορίστηκε ο Ανδρεαδάκις Κωνσταντίνος υπομοίραρχος , αρχηγός της Σαμιακής Χωροφυλακής, με το βαθμό του ταγματάρχη. Προϋπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό, παρασημοφορηθείς με τον χρυσούν Σταυρό του Σωτήρος. Είναι γνώστης της τουρκικής. Επίσης τη Χωροφυλακή αποτελούν οι Βουδούρογλου Σπυρίδων ανθυπασπιστής, Σαρρής Γεώργιος ενωμοτάρχης, δύο υπενωμοτάρχες και δεκατέσσερις χωροφύλακες. Από τις πρώτες αποφάσεις που λαμβάνονται είναι η Δημογεροντία που κατάργησε η επανάσταση, ως εκλεγμένη από το λαό αναλαμβάνει δημαρχικά καθήκοντα. Έτσι οι Κ. Κιοσόγλους, Ηλίας Φτιαράς και Παρασκευάς Κακούλας εγκαθίστανται στο Δημαρχείο και προσπαθούν να συνεργαστούν με το νέο διοικητή. Την πρώτη μέρα των καθηκόντων τους αποδέχονται την παραίτηση τού μέχρι την ημέρα της αφίξεως της Χωροφυλακής, στρατιωτικού διοικητή του νησιού Ι. Λακερδήπροέδρου και μόνου κύριουο οποίος ύστερα από λίγες μέρες αναχωρεί για την Αθήνα. Θα επιστρέψει στο Καστελλόριζο, μέσω Χίου, στις 5 Νοεμβρίου όπου οι οπαδοί του θα τον υποδεχτούν θριαμβικά με πυροβολισμούς, χαρές και τραγούδια. Λίγες μέρες πριν οι συμπατριώτες του τον εξέλεξαν στη νέα Επιτροπή για τη Δημαρχία. Είναι γεγονός ότι η προσωπικότητά του και ειδικά κάθε ενέργειά του βαρύνουν στα δημόσια πράγματα του νησιού. Και δεν περνούν όλα αυτά απαρατήρητα από τη νέα κατάσταση πραγμάτων, τους διοικούντες. Με την παραίτηση του Λακερδή η Δημαρχία, περιορίζει τη δύναμη των πολιτοφυλάκων Καστελλοριζιών από 120 σε 40. Γίνονται προσπάθειες και πολλές ενέργειες να επιστραφούν τα όπλα που διανεμήθηκαν εκείνες τις πρώτες ημέρες της επαναστάσεως και μετέπειτα κατά την αναχώρηση των Κρητών ανταρτών. Η πειθώ του επικεφαλής της Χωροφυλακής Ανδρεαδάκι βρίσκει έδαφος και τα όπλα μαζεύονται σχεδόν όλα, φυσικά αυτά που είναι γνωστά, σε διάστημα ωρών. Είναι επίσης ακόμη νωπές οι εντυπώσεις γι` αυτά που συνέβησαν πριν λίγους μήνες, που μετρούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού, για να εξαρθεί η γενναιότητα και η τόλμη του Ι. Λακερδή από τη μεγάλη πλειοψηφία του καστελλοριζιακού λαού, όταν στις 24 Ιουνίου, ημέρα της ονομαστικής του γιορτήςΓενέθλιον του Ιωάννου Προδρόμου και Βαπτιστούεγκρίθηκε σε γενική συνέλευση στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου να γιορταστεί η ημέρα αυτή. Ο στρατιωτικός διοικητής δεν το δέχτηκε και ζήτησε να γίνει δέηση υπέρ των αγωνιζομένων αδελφών μας και των ελληνικών όπλων. Ιδού πώς καταγράφει τις δηλώσεις Λακερδή ο χρονικογράφος της εποχής: «…Εις εποχήν καθ` ην το πανελλήνιον απεκδύεται εις νέον αγώνα επικρατήσεως κατά των προαιωνίων εχθρών της φυλής μας είναι εντροπή να λιβανίζωμεν μίαν απλήν εκτέλεσιν του καθήκοντος διά την πατρίδα. Το εθνικώτερον θα ήτο να γίνη μία δέησις όπως η νίκη στέψη και αύθις τα όπλα των αγωνιζομένων αδελφών μας…». Έτσι κι έγινε αμέσως μετά τη γενική συνέλευση. Μίλησαν οι δάσκαλοι Αχ. Διαμαντάρας και Μ.Γ. Πετρίδης και ο Ι. Διαμαντής απήγγειλε τον «Βράχο και το κύμα» ποίημα του Α. Βαλαωρίτη. Ήταν η εποχή των «μεγάλων ερώτων» του Λακερδή, όχι μόνο με τους οπαδούς του αλλά με την πλειοψηφία του λαού της νήσου. Από τα πρώτα μελήματά του ως στρατιωτικού διοικητή ήταν να θεσπίσει Κανονισμό Μνηστειών και Γάμων, μια μάστιγα που απειλούσε και κατέτρωγε τις σάρκες, εδώ και πολλά χρόνια του Καστελλόριζου. Με λίγα λόγια κατάργησε τα πολλά ανόητα έξοδα επιδείξεως που γίνονταν κατά τη διάρκεια της μνηστείας μέχρι την ημέρα του γάμου με την παρουσίαση των προικιών της νύφης με τα χρουσά, τα ασημικά, τους σετσετέδες και τις αμύθητες φορεσιές. Τις χρουσές μπούκλες, τις σειρές τις λίρες στο λαιμό, στ` αυτιά και στα χέρια, τις μεταξωτές μαντίλες από το Κολόμπο, το Βερούττι(2) και την Κίνα, τις μεταξένιες πουκαμίσες και το τσακί με την καρφίτσα και τις λίρες. Κυριολεκτικά όταν οι νεαρές τα φορούσαν μπορεί να πει κανείς ότι ήταν κινητό θησαυροφυλάκιο. Πρωτοστατούσαν η μητέρα και η πεθερά της νύφης και γινόταν συναγωνισμός ή μάλλον ανταγωνισμός επιδείξεως μεταξύ των ευκατάστατων οικογενειών, γεγονός αντίθετο προς το μεγάλο μέρος του πληθυσμού που ανήκαν στη λαϊκή τάξη. Στις 19 Ιουνίου 1913 εγκατέλειψαν το Καστελλόριζο για την Αθήνα οι Τούρκοι αιχμάλωτοι. Τους συνόδευαν 10 Καστελλοριζιοί πατριώτες, οπλισμένοι και «στρατιωτικά ενδεδυμένοι(3)».Περνώντας από τη Ρόδο το πλοίο, ζητήθηκε να αποβιβαστούν 4 αιχμάλωτοιείχαν εκεί τις οικογένειες τους, αίτημα το οποίον δεν έγινε αποδεκτό Ο Λακερδής με απόφασή του δημιουργεί τον Ιερό Λόχο του Καστελλορίζου, αποτελούμενο από 20 νέους, τους πιο νεαρούς στην ηλικία πατριώτες του, που θέλησαν να υπηρετήσουν την πατρίδα. Οι είκοσι νέοι βρίσκονταν υπό την κηδεμονία του Ευάγγελου Κ. Ζερβού τον οποίο ο Λακερδής διόρισε με το βαθμό του λοχαγού. Οι νέοι αυτοί είναι η μαγιά του μετέπειτα Ελληνικού Στρατού στη Μέση Ανατολή, του ΒΕΣΜΑ (Βασιλικός Ελληνικός Στρατός Μέσης Ανατολής), και της Γ΄ Ορεινής Ταξιαρχίας του Ρίμινι στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. ΑΥΡΙΟ: Το Β΄ μέρος