Ένας αυτόπτης μάρτυρας απαθανατίζει τις πρώτες ημέρες της γαλλικής Κατοχής15 Δεκεμβρίου 1915 Η σύλληψη του Ι. Μαύρου που χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός Σε προηγούμενα σημειώματα αναφέρθηκε ότι υπήρξε ένας ακόμη μάρτυρας που απαθανάτισε τα γεγονότα των πρώτων ημερών της γαλλικής κατοχής και όχι μόνον αυτά. Είναι ο δρ Ι. Κωνσταντινίδης ο οποίος χρησιμοποιήθηκε και ως διερμηνέαςγνωρίζοντας τη γαλλικήτων ναυτικών δυνάμεων της Γαλλίας, μάλιστα δε για την εργασία του αυτή τον παρασημοφόρησαν. Είναι ο μοναδικός επίσης που αναφέρει ότι μαζί με το ευζωνικό Σώμα που παραλείφθηκε την τελευταία στιγμή από τη Σάμο, από το καταδρομικό «Έλλη», για να το μεταφέρει στο Καστελλόριζο, βρισκόταν και ο Καστελλορίζιος Ι. Μαύρος που θα χρησιμοποιούνταν ως οδηγός για να συλληφθεί ο Ιωάννης Λακερδής. Ο Ι. Μαύρος δεν είναι άλλος από τον πατέρα του μετέπειτα πολιτικού ηγέτη Γεωργίου Μαύρου, η οικογένεια του οποίου λίγους μήνες πριν είχε εγκαταλείψει το Καστελλόριζο και εγκαταστάθηκε στη Σάμο. Το ευζωνικό Σώμα βρισκόταν στο νησί αυτό του βορειοανατολικού Αιγαίου, σε ειδική αποστολή. Να συλλάβει την ομάδα των ληστών Γιαγιάδων. Ο Κωνσταντινίδης έφτασε στο Καστελλόριζο με τη σύζυγό του από το Παρίσι, για μόνιμη εγκατάσταση, λίγες μέρες μετά την άφιξη του πρώτου Έλληνα διοικητή Β. Τζαβέλλα. Ο ίδιος, λίγα χρόνια μετά, γράφει για τις ημέρες εκείνες: «…Κατά την εποχήν όμως ταύτην ο πανευρωπαϊκός πόλεμος ευρίσκετο εν μεγάλω αναβρασμώ η δε γαλλική κυβέρνησις κατέλαβε την νήσον την 15ην Δεκεμβρίου του 1915 και εχρησιμοποίησε τον λιμένα της ως ναυτικήν βάσιν διά την περιπολούσαν Τρίτην Μοίραν της Μεσογείου. Από της ημέρας ταύτης νέα δεινά επέπρωτο να υποστούν οι δυστυχείς νησιώται, διότι αμέσως εκηρύχθη ο στρατιωτικός νόμος και ωργίαζεν η συκοφαντία και αι ψευδείς καταγγελίαι των διαφόρων τυχοδιωκτών φραγκολεβαντίνων, οι οποίοι εχρησίμευον ως κομισέρηδες και δραγομανέοι. Πολλοί των κατοίκων εφυλακίζοντο ή εδέροντο ανηλεώς από τους διαφόρους αστυνομικούς οι οποίοι δεν ήσαν άλλοι παρά τρόφιμοι των διαφόρων φυλακών της Τουρκίας, οίτινες δραπετεύσαντες κατετάχθησαν εις την Αστυνομίαν ταύτην. Τα πρόστιμα δεν περιγράφονται και τούτο, ίνα εκ του προϊόντος τούτου τροφοδοτείται το ταμείον προς μισθοδοσίαν διαφόρων αργομίσθων, τους οποίους διετήρει το εκστρατευτικόν Σώμα κατοχής και εχρησιμοποίει ως κατασκόπους εις την απέναντι Μικρασιατικήν ακτήν και δι` επιδρομάς και λεηλασίας των παραλίων πόλεων και χωρίων της απέναντι τουρκικής ακτής. Μία τοιαύτη επιδρομή έλαβε χώραν ολίγας ημέρας μετά την κατάληψιν της νήσου εις την απέναντι κωμόπολιν, Αντίφελον υπό τα όμματα του ναυάρχου Μορώ μετά του επιτελείου του, εδρεύοντος επί του θωρηκτού Amiral Charné ναυλοχούντος εν τω λιμένι του Καστελλορίζου μετά πλειάδος άλλων μικροτέρων πλοίων. Εις την επιδρομήν ταύτην εχρησιμοποιήθη το ανταρτικόν Σώμα αποτελούμενον, από διαφόρους κακοποιούς καταφυγόντας εκ της μικρασιατικής ακτής, περί τους 40 και υπό την ηγεσίαν του γνωστού Ι. Λακερδή. Το Σώμα τούτο βοηθούμενον διά θαλάσσης από διαφόρους μικράς μονάδας του γαλλικού στόλου απεβιβάσθη εν καιρώ νυκτός εις τα δύο άκρα της πόλεως του Αντιφέλου και δια κυκλωτικής κινήσεως ενωθέν, εβάδισεν προς την πόλιν, την οποίαν εφύλαττον απλώς περί τους τριάκοντα, εθνοφρουροί Τούρκοι υπό την ηγεσίαν λοχαγού τινος. Μετά την αιχμαλωσίαν του Σώματος τούτου και την μεταφοράν του εις Καστελλόριζον ο ναύαρχος επέτρεψε την λεηλασίαν της πόλεως μέχρι της εσπέρας και τοιουτοτρόπως το ανταρτικόν τούτο Σώμα εκαρπώθη ουκ ολίγα εις χρήμα και εμπορεύματα. Το τοιούτον όμως εξηρέθισε τας Τουρκικάς αρχάς και ήρχισε συστηματική οχύρωσις των παραλίων και η μεταφορά βαρέως πυροβολικού, το οποίον εβομβάρδισε κατόπιν την νήσον μας επενεγκών ουκ ολίγας ζημίας και ανθρώπινα θύματα. Το ανταρτικόν τούτο Σώμα των κακοποιών και υπό την ηγεσίαν, του Λακερδή, είναι εκείνο, το οποίον ολίγας ημέρας προ της κατοχής της νήσου υπό του γαλλικού στόλου, κατέλυσε τας Ελληνικάς αρχάς την 5ην Δεκεμβρίου περί το μεσονύκτιον. Εις το Σώμα τούτο συνηνώθησαν και τινες δυσηρεστημένοι με τας τοπικάς αρχάς πολιορκήσαντες το Σώμα της χωροφυλακής εις τον στρατώνα αυτού, καθώς και τας οικίας, εις ας διέμενον ο διοικητής, ο Ωρολογάς και ο ειρηνοδίκης Κλωσάκης και δια συνεχών πυροβολισμών και κωδωνοκρουσιών δόντες το σύνθημα κατήλθαν εις την πόλιν και εγένοντο κύριοι των δημοσίων καταστημάτων. Την πρωίαν δε συνεκάλουν γενικήν συνέλευσιν των προκρίτων και υπό το πρόσχημα δήθεν δυσαρέσκειας προς τας τοπικάς αρχάς, τας οποίας κατηγόρουν, ότι εξεμεταλλεύοντο τον δημόσιον πλούτον, πράγματι όμως οι μεμυημένοι αρχηγεύοντος του Λακερδή, ο οποίος απηλευθερώθη εκ των φυλακών, όπου εκρατείτο την νύκτα της επαναστάσεως, ενήργουν δε πράγματι κατ` έμπνευσιν του εν Ρόδω μισέλληνος Γάλλου Προξένου Λαφών, ο οποίος δύο ημέρας μετά την επανάστασιν, έστελλεν εις Καστελλόριζον 30 σάκκους αλεύρου επί τινος βοηθητικού πλοίου με τον Έλληνα Ν. Σισκαμάνην, διερμηνέα του εν Ρόδω γαλλικού προξενείου και διευθυντήν του εν Ρόδω Γαλλικού ταχυδρομείου. Παρά του απεσταλμένου τούτου οι δυστυχείς νησιώται έμαθον την πραγματικότητα και την 15ην του ίδιου μηνός, λίαν πρωί, ενεφανίζοντο προ του λιμένος τα γαλλικά πολεμικά θωρηκτά «Jeanne d` Arc» το οποίον εχρησίμευε και ως ναυαρχίς, το θωρηκτόν «Amiral Charné» και μικρότερα τινά σκάφη, τα οποία προέβαινον εις την επίσημον κατοχήν της νήσου. Ο λαός όμως προέβη εις την πρώτην αυτού διαμαρτυρίαν προς τον αρχηγόν του επιτελείου, του ναυάρχου Μορώ και τον πρώτον διοικητήν της νήσου Νταντεμάρ. Η διαμαρτυρία αυτή επανελήφθη μετά τριήμερον και προς τον Μορώ, όστις εξελθών εκ της ναυαρχίδος εις την οποίαν παρέμεινε καθ` όλον το τριήμερον διάστημα της κατοχής, ίνα επιθεωρήση τα αποβιβασθέντα αγήματα και τας διαφόρους σκηνώσεις αυτών απήντησεν επί λέξει τα εξής: «Καταλαμβάνομεν την νήσον σας, ουχί ως εχθρικήν χώραν, αλλ` ως φίλην, θέλομεν δε μεταχειρισθή ταύτην δια τας πολεμικάς μας ανάγκας, μετά δε το τέλος του νικηφόρου πολέμου θέλομεν αποδώσει ταύτην εις την μητέρα σας Ελλάδα, από την οποίαν και την παραλαμβάνομεν». Οποία όμως ειρωνία, ως θέλομεν ίδει. Το άγγελμα της καταλύσεως των αρχών εγένετο γνωστόν εις το κέντρον, ο δε τότε πρωθυπουργός αείμνηστος και εθνομάρτυς Γούναρης διέταξε το καταδρομικόν «Έλλη», όπως παραλάβη νέας αρχάς υπό διοικητήν τον κ. Σταματίου, τον γνωστότατον εις τους κύκλους των Γραμμάτων Σταμ Σταμ, και προς ταχυτέραν ενέργειαν διετάχθη η «Έλλη» να μεταβή εις Σάμον και εκείθεν να παραλάβη το ευζωνικόν Σώμα το οποίον είχε μεταβή προς καταδίωξιν των περιφήμων ληστών της νήσου Γιαγιάδων Μόλις όμως το καταδρομικόν έφθασεν εις τον λιμένα Βαθύ της Σάμου ειδοποιήθη παρά του εκεί προξένου της Γαλλίας, όστις είχε μάθει τον σκοπόν του κατάπλου του πολεμικού, να μη καταπλεύση πλέον εις Καστελλόριζον, διότι η εκεί ναυλοχούσα Γαλλική μοίρα είχε σπείρει εις τα παράλια της νήσου νάρκας (πλωτάς τορπίλλας) και επομένως το πλοίον θα κατεστρέφετο. Ο πλοίαρχος πιστεύσας εις τας από σκοπού ψευδείς ταύτας πληροφορίας ειδοποίησε το εν Αθήναις υπουργείον των Ναυτικών περί του κινδύνου, τον οποίον διέτρεχε το πλοίον. Ο πρωθυπουργός όμως ο αείμνηστος Γούναρης υποπτεύσας το ψεύδος και την πονηρίαν του ξένου προξένου, διέταξε τον κυβερνήτην του σκάφους, αφού παραλάβη το στρατιωτικόν απόσπασμα των ευζώνων, να πλεύση το ταχύτερον εις τα ύδατα του Καστελλορίζου αψηφών πάντα κίνδυνον.Και ο μεν κυβερνήτης συνεμορφώθη προς την ανωτέρω διαταγήν του κέντρου, πλην όμως καθυστέρησεν ολόκληρον εικοσιτετράωρον, κατά το οποίον εκρίθη η τύχη της δυστυχούς νήσου, διότι κατέφθασεν εις τον λιμένα Καστελλορίζου δύο μόνον ώρας μετά την γαλλικήν κατάληψιν. Μόλις το ελληνικόν πολεμικόν εφάνη εις τον ορίζοντα ο λαός σύσσωμος κατήλθεν εις την προκυμαίαν και εν αλλαλαγμώ χαράς έβλεπεν την ολοέν αυξάνουσαν σιλουέτταν του περικαλλούς Ελληνικού πλοίου. Τα δε γαλλικά πολεμικά, τα οποία δύο ώρας πρότερον είχαν εισέλθει εις τον κυρίως λιμένα και απεβίβαζον αγήματα, εθορυβήθησαν και ητοιμάζοντο εις παράταξιν μάχης, εάν το πλοίον εξηκολούθει την εις τον κυρίως λιμένα είσοδόν του, και διά διαφόρων σημάτων ημπόδιζον αυτό να εισέλθη. Πράγματι δε ό κυβερνήτης ανέκοψε τον δρόμον του πλοίου και εσταμάτησεν υπό ατμόν εις τον λιμένα της νήσου και δι` ατμακάτου εξήλθεν ο ύπαρχος και εζήτησε συνέντευξιν μετά του ναυάρχου. Εντός της ατμακάτου ευρίσκετο και τις έμπορος Καστελλορίζιος διαμένων εν Σάμω, ονόματι Ι. Μαύρος, τον όποιον είχον παραλάβει ως οδηγόν, διότι τα αγήματα, τα οποία θα απεβιβάζοντο εις Καστελλόριζον βεβαίως θα έπραττον τούτο εις το οπίσθιον μέρος της νήσου, ίνα εξ απίνης καταλάβωσι τους πατριδοκαπήλους, τους καταλύσαντας τας αρχάς του Έθνους προς απολαυήν ψιχίων παρά της ξένης προπαγάνδας, της εδρευούσης εν Ρόδω, και επομένως εχρειάζοντο ως οδηγόν, δια να κατέλθωσιν εις την πόλιν, γνώστην του εδάφους. Μόλις όμως εξήλθον επί της προκυμαίας ο κ. Μαύρος μετά του υπάρχου, συνελήφθη αμέσως και ενεκλείσθη επί της ναυαρχίδος, όπου ενεκλείσθη εις την φυλακήν αυτής, θεωρηθείς ως κατάσκοπος. Εις ουδένα δε επετράπη να πλησίαση και να συνδιαλεχθή τόσον μετά του Έλληνος αξιωματικού, όσον και μετά των άλλων ανδρών της ατμακάτου. Ο ύπαρχος συνδιελέχθη μετά του ναυάρχου καί του επιτελείου του επί μίαν ολόκληρον ώραν δηλώσας εις τον ναύαρχον τον σκοπόν της αφίξεως της «Έλλης» διαμαρτυρηθείς συγχρόνως διά την καταπάτησιν της Ελληνικής νήσου και διά την υποστολήν της Ελληνικής σημαίας. Ο ναύαρχος επανέλαβε τους αυτούς φιλόφρονας λόγους, τους οποίους είπε και προς τους προκρίτους της νήσου και κατόπιν διαπραγματεύσεων παρέλαβε, την Ελληνικήν αστυνομικήν δύναμιν, την οποίαν οι απαίσιοι προδόται εκράτουν ως αιχμάλωτον. Θα απήρχετο δε το πολεμικόν αφήνον τον κ. Μαύρον αν μη ο γράφων τας γραμμάς ταύτας δεν ενήργει παρά τω διοικητή και τω αρχηγώ του επιτελείου κ. Ντουμενήλ με τους οποίους από της πρώτης στιγμής συνεδέθην λόγω του ότι εχρησίμευσα ως επίσημος διερμηνεύς μεταξύ ναυάρχου και των προκρίτων της νήσου, εξ ου και μοι απενεμήθη ο τίτλος του προέδρου των προκρίτων της νήσου. Κατόπιν πολλών ενεργειών κατωρθώθη η απελευθέρωσις τούτου και παρελήφθη επί του καταδρομικού το οποίον ανεχώρησε προς μεγάλην λύπην και απογοήτευσιν των κατοίκων. Από της ημέρας ταύτης, ήτοι 15ην Δεκεμβρίου άρχονται τα δεινά της δυσμοίρου νήσου. Πρόστιμα, φυλακίσεις και απελάσεις εις την ημερησίαν διάταξιν. Εφρόντισαν να εξαλειφθή το κυανούν χρώμα εξ ολοκλήρου. Οι πεπολιτισμένοι του βορρά επενέβησαν επί της παιδείας και επ` αυτής ταύτης της εκκλησίας. Όσοι εκ των κατεχόντων δημοσίαν τινά θέσιν δεν υπετάσσοντο εις τας θελήσεις των κατακτητών εστερούντο της θέσεώς των και τοιουτοτρόπως μετέβαλον τους πάντας εις όργανά των. Ως να μη ήρκουν τα δεινά των ταύτα, οι νησιώται εδοκίμασαν και τας κακουχίας του πολέμου και δη εν καιρώ βαρυτάτου χειμώνος. Λόγω των συχνών επιδρομών εις την απέναντι Μικρασιατικήν ακτήν οι Τούρκοι ή μάλλον οι προστάται αυτών Γερμανοί μετέφερον επί των υψωμάτων της Ανατολής, των δεσποζόντων της νήσου βαρέα πυροβόλα κατά την 28ην Δεκεμβρίου 1916, ήτοι εν έτος μετά την κατοχήν, οι Τούρκοι καιροφυλακτήσαντες την συνάθροισιν πολλών πλοίων εντός του λιμένος, εις εν των όποιων ευρίσκετο ο ναύαρχος, αρχηγός της τρίτης γαλλικής μοίρας, ήρχισαν σφοδρότατον βομβαρδισμόν κατά των εν τω λιμένι ορμούντων πλοίων. Εις την είσοδον του λιμένος ήτο ηγκυροβολημένον μέγα αγγλικόν αεροπλανοφόρον, το οποίον εις την δευτέραν βολήν εγένετο παρανάλωμα του πυρός και τούτο λόγω του ότι εθίγη η δεξαμενή της βενζίνης, η οποία εχρησίμευε προς τροφοδότησιν των εν αυτή αεροπλάνων. Κατά τον βομβαρδισμον τούτον κατέρρευσαν και τινες οικίαι επί της προκυμαίας εις απόστασιν εκατοντάδος μέτρων από της ακτίνος του στόχου των πυροβόλων. Κατά την κατάρρευσιν ταύτην υπήρξαν και ανθρώπινα θύματα, δυστυχώς εκ του αμάχου πληθυσμού της νήσου…».