Θάνος Ζέλκας: Η εποχή που δεν χωρούσε τον Τέσλα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 591 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Θάνος Ζέλκας
Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη παραδείγματα όπου οι κοινωνίες απέρριψαν εκείνους που αργότερα έμελλε να τις αλλάξουν. Η απόρριψη αυτή είχε πολλές εκφράσεις. Άλλοτε περιθωριοποίηση, άλλοτε εκ των υστέρων αναγνώριση, εφόσον βέβαια έπαψαν να πιστεύουν ότι οι άνθρωποι αυτοί αποτελούσαν πλέον κίνδυνο, ότι τις έφερναν αντιμέτωπες με τα όριά τους.
Οι άνθρωποι που ξεπερνούν τον μέσο όρο, που σκέφτονται «έξω από τα κουτάκια», που αναζητούν λύσεις σε σύνθετα προβλήματα, είναι εκείνοι που στοχοποιούνται ευκολότερα. Εκείνοι που, στην καλύτερη περίπτωση, αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, αμηχανία ή απλή αδιαφορία. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο Νίκολα Τέσλα. Ένας θρύλος της επιστήμης, αλλά και το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της διαχρονικής μας υποκρισίας.
Μπορεί σήμερα να θεωρείται ο αδιαμφισβήτητος πατέρας του εναλλασσόμενου ρεύματος και πολλών ακόμη καινοτομιών. Μπορεί η σύγχρονη επιστήμη να αναγνώρισε τη μεγαλοφυΐα και την εφευρετικότητά του, όμως στην εποχή του τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Το σύστημα δεν κατάλαβε ποτέ το μέγεθός του και τον έστειλε στο περιθώριο. Δεν μπόρεσε ποτέ να χωρέσει στη μετριότητα, στο γρήγορο αποτέλεσμα, στην εμπορική εκμετάλλευση.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ειρωνεία της ιστορίας. Το σύστημα δεν απορρίπτει πάντα το ασήμαντο. Συχνά απορρίπτει και ό,τι δεν μπορεί να καταλάβει. Ό,τι δεν χωρά σε μικρά μυαλά και στενά περιθώρια. Ό,τι δεν φέρνει χρήμα και ξεφεύγει από τη λογική της γρήγορης απόδοσης. Αντί να προσπαθήσει να κατανοήσει μια πιο εξελιγμένη σκέψη, προτιμά να την απορρίψει ως άβολη και αντικομφορμιστική.
Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην επιστήμη. Το βλέπουμε στην πολιτική, στην εργασία, στην τέχνη, στη δημόσια ζωή. Τα βραβεία πολλές φορές δεν καταλήγουν σε αυτούς για τους οποίους προορίζονται. Καταλήγουν εκεί όπου η εικόνα και οι δημόσιες σχέσεις είναι ισχυρότερες από την ίδια την αξία. Στην εποχή μας, με την έκρηξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αυτό συμβαίνει κατά κόρον. Οι μάζες αδυνατούν να εμβαθύνουν. Έχουν μάθει να έλκονται από τη «γοητεία της προβολής». Το πιο πιθανό είναι ότι, ακόμη και σήμερα, αν ζούσε ο Τέσλα, πάλι στο περιθώριο θα κατέληγε.
Αυτή όμως η υπόθεση θα έπρεπε να μας απασχολεί ιδιαίτερα. Όχι γιατί θα είχαμε παρεξηγήσει μια ιδιοφυΐα, αλλά κυρίως γιατί οι αισθητήρες και τα συλλογικά αντανακλαστικά μας έχουν αλλοιωθεί τόσο, ώστε αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε αυτό που αξίζει από εκείνο που πουλάει. Κι ενώ τάχα αναζητούμε τους μοναδικούς, εκείνους που δεν θα φοβηθούν να τολμήσουν, εκείνους «που θα βγάλουν το κάρο από τη λάσπη», στην πραγματικότητα δεν έχουμε την κουλτούρα να τους αποδεχτούμε. Θέλουμε το νέο, αλλά μόνο όταν είναι βολικό. Θέλουμε την πρόοδο, αλλά μόνο όταν δεν ανατρέπει τα κριτήριά μας. Θέλουμε ανθρώπους με ταλέντο, αρκεί να μην ξεπερνούν τόσο πολύ το πλαίσιο ώστε να μας εκθέτουν.
Ο Τέσλα, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια μεγάλη μορφή του παρελθόντος. Είναι ένας καθρέφτης. Μας δείχνει ότι κάθε εποχή έχει την τάση να αφήνει στην άκρη εκείνους που δεν μπορεί να κατανοήσει εγκαίρως. Και μετά, όταν περάσει ο χρόνος και το έργο τους αποδειχθεί θεμελιώδες, σπεύδει να τους υιοθετήσει, να τους εξιδανικεύσει, να τους εντάξει με ασφάλεια στο πάνθεον των «μεγάλων». Είναι ένας εύκολος τρόπος να θαυμάζουμε το αποτέλεσμα, αποσιωπώντας την αποτυχία της ίδιας της κοινωνίας να το αναγνωρίσει την ώρα που γεννιόταν.
Αν κάτι αφήνει πίσω του ο Τέσλα, δεν είναι μόνο το έργο του. Είναι ένα ενοχλητικό ερώτημα προς κάθε εποχή: αν έχει το ανάστημα να αναγνωρίσει το μεγάλο όσο είναι ακόμη ζωντανό ή αν χρειάζεται πρώτα να το εξοντώσει, να το απομονώσει, να το καθυστερήσει, για να το τιμήσει αργότερα με ασφάλεια. Γιατί τότε η δικαίωση δεν είναι τιμή. Είναι καθυστερημένη ενοχή.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News