ΠΟΞ προς υπουργείο Εθνικής Οικονομίας: «Πού πήγαν τα 588 εκατ. ευρώ από το τέλος ανθεκτικότητας;»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1133 ΦΟΡΕΣ
Να καταργηθεί το τέλος ανθεκτικότητας ζητά από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων, καθώς όπως τονίζει, πλήττει την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προϊόντος της χώρας.
Μάλιστα, η διοίκηση της ΠΟΞ σε επιστολή που έστειλε στον αρμόδιο υπουργό Κυριάκο Πιερρακάκη, επισημαίνει ότι μέχρι σήμερα κανένας δε γνωρίζει πού διοχετεύτηκαν τα έσοδα από την επιβολή του τέλους το 2025 και τα οποία ανήλθαν σε 588 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η γεωπολιτική αστάθεια και ειδικότερα, η κρίση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, στο οποίο η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος καθίσταται πιο σημαντική από ποτέ, καθώς οι ταξιδιώτες εμφανίζονται ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε ζητήματα τελικού κόστους και συγκρίνουν όλο και περισσότερο εναλλακτικούς προορισμούς.
Ως εκ τούτου, η ΠΟΞ εκτιμά ότι η ύπαρξη πρόσθετων επιβαρύνσεων, όπως το Τέλος Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση και να επιβαρύνει περαιτέρω την τιμολογιακή θέση των ελληνικών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.
Επειδή όμως το τέλος έχει ήδη προβλεφθεί στον κρατικό προϋπολογισμό, ζητά για το 2026 τη μεταφορά σημαντικού μέρους των εσόδων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ και Β’ βαθμού, μέσω ειδικού λογαριασμού και με σαφή δέσμευση σκοπού για συγκεκριμένα έργα υποδομών και πρόληψης απέναντι σε φαινόμενα που συνδέονται με την κλιματική κρίση. Επίσης, ζητά να διατηρηθεί το Τέλος Ανθεκτικότητας για το διάστημα Απριλίου - Ιουνίου 2026 στα ίδια επίπεδα με εκείνα της χειμερινής περιόδου.
Η επιστολή που κοινοποιείται και στην υπουργό Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη έχει ως εξής:
«Αξιότιμε κύριε υπουργέ,
Έχουμε κατ’ επανάληψη επισημάνει πως η επιβολή του Τέλους Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση, καθώς και η σημαντική αύξησή του πριν τη συμπλήρωση ενός (1) έτους από τη θέσπισή του, πλήττει την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προϊόντος της χώρας.
Επίσης, το συγκεκριμένο τέλος προκαλεί σύγχυση στους πελάτες, καθώς δεν υφίσταται σαφής, ορατή και τεκμηριωμένη σύνδεση μεταξύ της επιβάρυνσης αυτής και συγκεκριμένων δράσεων ή πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 5162/2024, με το οποίο νομοθετήθηκε η αύξηση του τέλους, προβλέπεται πως “Στο πρόγραμμα φυσικών καταστροφών του εθνικού σκέλους του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων εγγράφονται ετησίως πιστώσεις τουλάχιστον ισόποσες των εσόδων που κατά το εκάστοτε τρέχον έτος εκτιμάται ότι θα εισπραχθούν από την επιβολή του τέλους του παρόντος, προκειμένου να καλυφθούν δαπάνες πρόληψης και αποκατάστασης φυσικών καταστροφών, έργα προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, έργα υποδομών και δαπάνες βελτίωσης των υποδομών για τη στήριξη του τουριστικού προϊόντος της χώρας”. Παρά ταύτα, μέχρι σήμερα παραμένει ασαφές σε ποιες συγκεκριμένες δράσεις έχουν κατευθυνθεί οι σχετικοί πόροι που κατά το έτος 2025 ανήλθαν σε 588.000.000 ευρώ.
Σημειώνεται πως, ενώ σύμφωνα με την ανωτέρω ρύθμιση μέρος των σχετικών εσόδων πρόκειται να αξιοποιηθούν για την υλοποίηση έργων υποδομών, παρατηρούμε την ίδια στιγμή πως Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α βαθμού, πέραν των σημαντικών αυξήσεων που εφαρμόζουν στα ήδη υφιστάμενα τέλη (τέλη καθαριότητας και φωτισμού, τέλος διαμονής παρεπιδημούντων κ.λπ.), επικαλούμενοι την ανάγκη αντιμετώπισης των ακραίων καιρικών φαινομένων και των συνεπειών της κλιματικής κρίσης “εφευρίσκουν” και νέα τέλη. Τα νέα αυτά τέλη, σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις, προορίζονται επίσης για τη χρηματοδότηση έργων υποδομών, γεγονός που δημιουργεί την εικόνα πολλαπλής επιβάρυνσης του ίδιου κλάδου για συναφείς σκοπούς, χωρίς σαφή κατανομή ευθυνών και πόρων.
Πέραν των ανωτέρω, η γεωπολιτική αστάθεια και ειδικότερα η κρίση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για τη διεθνή τουριστική ζήτηση, επηρεάζοντας κρίσιμες αγορές και διαμορφώνοντας νέα δεδομένα για τον παγκόσμιο τουρισμό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος καθίσταται πιο σημαντική από ποτέ, καθώς οι ταξιδιώτες εμφανίζονται ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε ζητήματα τελικού κόστους και συγκρίνουν όλο και περισσότερο εναλλακτικούς προορισμούς. Η ύπαρξη πρόσθετων επιβαρύνσεων, όπως το Τέλος Ανθεκτικότητας στη Κλιματική Κρίση ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση και να επιβαρύνει περαιτέρω την τιμολογιακή θέση των ελληνικών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.
Kατόπιν των ανωτέρω:
• Εμμένουμε στο αίτημά μας για άμεση κατάργηση του Τέλους Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση. Το κόστος που απαιτείται για την αντιμετώπιση των ακραίων φαινομένων που πλήττουν (και) τη χώρα μας οφείλει να κατανέμεται ισότιμα σε όλους τους τομείς της εθνικής οικονομίας, καθώς η χρηματοδότηση του Εθνικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για φυσικές καταστροφές δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική επιβάρυνση ενός μόνο κλάδου.
• Με δεδομένο ότι το τέλος έχει ήδη προβλεφθεί στον κρατικό προϋπολογισμό, ζητούμε για το 2026 τη μεταφορά σημαντικού μέρους των εσόδων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ και Β’ βαθμού, μέσω ειδικού λογαριασμού και με σαφή δέσμευση σκοπού για συγκεκριμένα έργα υποδομών και πρόληψης απέναντι σε φαινόμενα που συνδέονται με την κλιματική κρίση. Με τον τρόπο αυτό αφενός η ανταποδοτικότητα του μέτρου θα καθίσταται εμφανής σε τοπικό επίπεδο, αφετέρου οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις δεν θα βρίσκονται αντιμέτωπες με την επιβολή νέων επιβαρύνσεων για την ίδια αιτία.
• Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που διαμορφώνει η συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή, θεωρούμε κρίσιμο η Πολιτεία να αναλάβει πρωτοβουλία έμπρακτης στήριξης της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουρισμού, διατηρώντας το Τέλος Ανθεκτικότητας για το διάστημα Απριλίου έως και Ιουνίου 2026 στα ίδια επίπεδα με εκείνα της χειμερινής περιόδου.
Μια τέτοια επιλογή θα συνιστούσε σαφές δείγμα θεσμικής ανταπόκρισης σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, θα επέτρεπε στις επιχειρήσεις να διαχειριστούν αποτελεσματικότερα την τιμολογιακή τους πολιτική και, παράλληλα, θα ενίσχυε τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, θα αποτελούσε και ένα ουσιαστικό μήνυμα προς τη διεθνή αγορά ότι η χώρα κατανοεί τις πιέσεις που δέχεται σήμερα ο ταξιδιώτης από το αυξημένο κόστος διακοπών διεθνώς και επιλέγει, μέσα σε αυτή τη συγκυρία, να αναλάβει πρωτοβουλίες που στηρίζουν τη ζήτηση, την προσβασιμότητα και τη συνολική ελκυστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Παραμένουμε στη διάθεσή σας για κάθε διευκρίνιση.
Με εκτίμηση
Γιάννης Χατζής, Πρόεδρος Δ.Σ.
Άγγελος Καλλίας, Γενικός Γραμματέας»

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News