Θάνος Ζέλκας: Η σιωπή και το κενό
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 697 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Θάνος Ζέλκας
Το δικαίωμα της σιωπής αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες της ποινικής δικονομίας. Κατοχυρώνεται ρητά και λειτουργεί ως εγγύηση απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας. Κανείς δεν υποχρεούται να συμβάλει στην ενοχοποίησή του. Η αρχή αυτή δεν αμφισβητείται και δεν θα έπρεπε να αμφισβητείται. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι το δικαίωμα καθαυτό, αλλά το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτό ενεργοποιείται.
Η πρόσφατη επίκληση του δικαιώματος της σιωπής από τον αποκαλούμενο «φραπέ», στο πλαίσιο της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, λειτούργησε ως αφορμή για μια ευρύτερη δυσφορία της ελληνικής κοινωνίας. Όχι επειδή η επιλογή αυτή ήταν παράνομη ή καταχρηστική, αλλά επειδή εντάχθηκε σε μια διαδικασία, η οποία, όπως όλοι υποψιαζόμαστε, σπανίως οδηγεί σε ουσιαστικά συμπεράσματα.
Οι εξεταστικές επιτροπές έχουν απολέσει μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας τους τα τελευταία χρόνια. Αντί να αποτελούν μηχανισμούς ενδελεχούς διερεύνησης και απόδοσης πολιτικών και ποινικών ευθυνών, συχνά εκλαμβάνονται ως πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης με προκαθορισμένο τέλος. Η διαδρομή είναι σχεδόν προβλέψιμη. Υψηλοί τόνοι στην αρχή, σταδιακή εξάντληση του ενδιαφέροντος και τελικά καταλήγει σε πορίσματα που ουδεμία σχέση έχουν με την υπόθεση, άρα ελάχιστα προσθέτουν στη δημόσια κατανόηση των υποθέσεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή δεν λειτουργεί απλώς ως άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος. Λειτουργεί ως υπενθύμιση των ορίων της ίδιας της διαδικασίας. Ένας υποψιασμένος πολίτης δεν εξοργίζεται επειδή κάποιος αρνείται να απαντήσει στα ερωτήματα που του θέτει η εξεταστική επιτροπή. Εξοργίζεται επειδή γνωρίζει ότι ακόμη και αν απαντούσε, δύσκολα θα προέκυπτε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ατομικό αλλά συστημικό. Δεν αφορά τον εξεταζόμενο, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο η κοινοβουλευτική διερεύνηση αδυνατεί να παράξει ουσία. Έτσι, όταν μια διαδικασία δεν μπορεί να φτάσει στην ουσία, ακόμη και η απολύτως νόμιμη άρνηση συνεργασίας αρκεί για να τη σταματήσει εντελώς.
Το υγιές κομμάτι της κοινωνίας δεν ζητά θεαματικές καταδίκες ούτε παραβίαση δικαιωμάτων. Ζητά θεσμούς που λειτουργούν. Ζητά συνέπεια των λειτουργών τους. Ζητά να υπάρχει αναλογία ανάμεσα στη σοβαρότητα των καταγγελιών και στη σοβαρότητα της διερεύνησής τους. Ζητά, τελικά, να μπορεί να εμπιστευθεί ότι η Βουλή δεν λειτουργεί μόνο ως χώρος λεκτικών αντιπαραθέσεων, αλλά και κυρίως ως χώρος ευθύνης.
Όταν όλα αυτά απουσιάζουν, το κόστος δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι θεσμικό. Κάθε εξεταστική που ολοκληρώνεται χωρίς ουσιαστικό συμπέρασμα παγιώνει την αίσθηση ότι η λογοδοσία είναι περισσότερο ρητορική παρά πραγματική. Και σε αυτό το περιβάλλον, η επίκληση απολύτως νόμιμων δικαιωμάτων παύει να εκλαμβάνεται ως εγγύηση του κράτους δικαίου και αρχίζει να βιώνεται ως αδυναμία του συστήματος να διαδραματίσει τον ρόλο του.
Σε μια ώριμη δημοκρατία, οι θεσμοί οφείλουν να λειτουργούν ακόμη και όταν οι πρωταγωνιστές αρνούνται να συνεργαστούν. Η επαναλαμβανόμενη αποτυχία των εξεταστικών επιτροπών να καταλήξουν σε ουσιαστικό αποτέλεσμα έχει διαμορφώσει μια επικίνδυνη κανονικότητα: τη μετατροπή της κοινοβουλευτικής διερεύνησης σε διαδικαστικό πρόσχημα. Μια τελετουργία εκτόνωσης, η οποία παράγει εικόνα αλλά όχι ουσία.
«Πολιτικά παιχνίδια» παίζονται από τότε που γεννήθηκε ο κοινοβουλευτισμός. Το ζήτημα, όμως, είναι άλλο. Όταν ένα πολιτικό παιχνίδι στήνεται αποκλειστικά για να αποσυμπιέσει τη δυσφορία της κοινωνίας, αφήνοντας ατιμώρητους τους ενόχους — όσο ψηλά κι αν βρίσκονται — τότε το κόστος δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι θεσμικό. Ζημιώνεται η ίδια η Δημοκρατία.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν κλονίζεται απλώς. Καταρρέει με κρότο. Και όταν αυτό συμβαίνει, η σιωπή παύει να είναι ουδέτερη στάση. Ανοίγει τον δρόμο σε πιο επικίνδυνες ατραπούς. Δίνει άλλοθι στο περιθώριο και χώρο στην ακρότητα.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News