Ναρκοπέδια στα Δωδεκάνησα και ιδιαίτερα στην Κάρπαθο
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1348 ΦΟΡΕΣ
Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε εκτεταμένη χρήση ναρκών. Οι Ιταλοί έδωσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα Δωδεκάνησα που βρίσκονταν στη πρώτη γραμμή των αντιμαχόμενων. Άρχισαν από την Ρόδο και συνέχισαν στην Κω και Κάρπαθο που διέθεταν αεροδρόμια και στην Λέρο που υπήρχε ναυτική βάση. Στην Ρόδο τοποθέτησαν και θαλάσσιες νάρκες. Τον Αύγουστο του 1943, μια από αυτές, γύρω από την Αλιμιά, ξέφυγε από την αλυσίδα που την συγκρατούσε και βούλιαξε το καΐκι που μετέφερε τα τρόφιμα της Speza (δελτίου) στην Κάρπαθο, με αποτέλεσμα η Κάρπαθος να υποφέρει από την έλλειψη τροφίμων.
Στην Κάρπαθο
Οι Ιταλοί ναρκοθέτησαν με νάρκες κατά προσωπικού τους κάτω κάμπους της Παναγίας στην Αγία Αγκάρα στα Πηγάδια, από τον αυτοκινητόδρομο μέχρι την παραλία, εκτός από τον αυλόγυρο του μοναστηριού. Ο υπόλοιπος κάμπος ήταν φυτεμένος με πασσάλους ύψους ενός μέτρου, που απείχαν μεταξύ τους γύρω στα δυο μέτρα και συνδέονταν ο ένας με τον άλλο με λεπτά σύρματα. Όπως έλεγαν, τα σύρματα ήταν ενωμένα με νάρκες τοποθετημένες μέσα στο χώμα σε ξύλινα κουτιά, κι όταν κοβόταν το σύρμα η νάρκη εκρήγνυτο.
Στις 17 Οκτωβρίου 1944, όταν ήρθαν οι Άγγλοι στην Κάρπαθο, αρκετοί Καρπάθιοι κατέβηκαν στα Πηγάδια για να τους υποδεχθούν και όταν μια ομάδα από αυτούς έφτασε στην Αγία Αγκάρα, ξαφνικά, ένας σκύλος μπήκε στο ναρκοπέδιο. Κατατρομαγμένοι αποτραβήχτηκαν 100 μέτρα πιο πίσω στο ύψωμα “Κεφάλι” φοβούμενοι πως ο σκύλος θα έκοβε κάποιο σύρμα και θα τους εύρισκ
αν τα βλήματα, τελικά όμως ο σκύλος βγήκε από το ναρκοπέδιο. Την εκκαθάριση αυτού του ναρκοπεδίου πραγματοποίησαν οι Άγγλοι, όπου σκοτώθηκε ένας Ινδός αξιωματικός και τραυματίστηκε ένας στρατιώτης.
Στο Σταυρί και στο Προνί
Επειδή οι Ιταλοί είχαν συγκεντρωμένες τις στρατιωτικές τους δυνάμεις στη Νότιο Κάρπαθο, ναρκοθέτησαν με ατομικές νάρκες τους δυο κύριους άξονες επικοινωνίας με στην Βόρειο Κάρπαθο, για να δυσκολέψουν εκεί Συμμαχική απόβαση. Ανατολικά ναρκοθέτησαν το Σταυρί, στην περιφέρεια Απερίου, και δυτικά το Προνί, στην περιφέρεια Πυλών.
Όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Κάρπαθο ανέθεσαν στο Νικόλαο Κρ. να προμηθεύει τον Γερμανικό στρατό με κρέας, κατάσχοντας ποιμενικά και γεωργικά ζώα (βόδια, αγελάδες). Σε μια από αυτές τις αποστολές, μετέφερε ποιμενικά ζώα από την Βόρειο Κάρπαθο με την βοήθεια ενός 18χρονου. Περνώντας από το Σταυρί, δυο τρεις κατσίκες ξέκοψαν και στην προσπάθεια του 18χρονου να τις περιμαζέψει, έπεσε μέσα στο ναρκοπέδιο και από έκρηξη νάρκης τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι. Μη μπορώντας να του προσφέρουν καμμιά βοήθεια, τον μετέφεραν στην Βωλάδα σε κάποιο σπιτάκι κοντά στο νεκροταφείο, όπου μετά από λίγο ξεψύχησε. Η Βωλάδα και το Απέρι έκλαψαν τον άδικο χαμό του παλικαριού.
Τη νύχτα της 24ης Αυγούστου 1944, σε ερημική ακτή των Πυλών, αποβιβάστηκε περίπολος του Ιερού Λόχου και προχωρώντας προς το εσωτερικό έπεσε μέσα στο ναρκοπέδιο στο Προνί, με αποτέλεσμα να φονευθεί ο δεκανέας Κωνσταντίνος Ψίλης και να τραυματιστεί σοβαρά, πεθαίνοντας μετά από λίγες μέρες, ο στρατιώτης Στ. Μανώλας.
Την εκκαθάριση των Ιταλικών ναρκοπεδίων στο Σταυρί και Προνί ανέλαβαν οι Έλληνες μετά την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 1949 ήρθαν έξι Έλληνες ναρκοσυλλέκτες με ένα λοχία που έμεναν στο Δημοτικό Σχολείο στο Κονάκι και έγιναν αντικείμενο φιλικών εκδηλώσεων εκ μέρους των Πηγαδιωτών και ιδιαίτερα των πιτσιρίκων. Όταν ανατίναζαν τις νάρκες στο Σταυρί, ακούγαμε από τα Πηγάδια τις εκρήξεις και βλέπαμε τους καπνούς.
Γερμανικά ναρκοπέδια
Οι Γερμανοί ενίσχυσαν την άμυνα της Καρπάθου με αντιαρματικά ναρκοπέδια. Τοποθέτησαν 10.000 νάρκες στην παραλία των Πηγαδίων, για να αποτρέψουν απόβαση, και 12.000 στην παραλία του Μακρύ Γιαλού στον Αφιάρτη, για να προστατεύσουν το αεροδρόμιο. Όπως έλεγαν, για να εκραγεί μια αντιαρματική νάρκη έπρεπε να πιεστεί με βάρος πάνω από 300 κιλά. Άνθρωποι και ζώα περνούσαν ακίνδυνα μέσα από τα αντιαρματικά ναρκοπέδια. Για να δυσκολέψουν την εκκαθάριση των ναρκοπεδίων μαζί με τις αντιαρματικές νάρκες έβαζαν μερικές ατομικές και ορισμένες αντιαρματικές με δεύτερο καψούλι.
Στο Βρόντη
Το ναρκοπέδιο των Πηγαδίων άρχιζε από την παραλία του Άμμου και τελείωνε στην παραλία στο Βρόντη. Δεν ναρκοθέτησαν τα πρώτα 100 μέτρα, που τα χρησιμοποιούσαν για να προσθαλασσώνονται τα υδροπλάνα. Την εποχή εκείνη, προτού αρχίσει η αμμοληψία, υπήρχε παχύ στρώμα άμμου. Αυτοί που περνούσαν από τον αυτοκινητόδρομο, πηγαίνοντας από τα Πηγάδια στο Απέρι, έβλεπαν τους Γερμανούς να σκάβουν λάκκους που τοποθετούσαν νάρκες.
Κατά μήκος της παραλίας, 200 μέτρα από τον “Τηλέγραφο” και για 100 μέτρα, το υπέδαφος, κάτω από λεπτό στρώμα άμμου, ήταν πετρώδες. Σ’ αυτό το μέρος δεν έβαλαν νάρκες, αλλά ναρκοθέτησαν το συνεχόμενο χωράφι προς την μεριά του αυτοκινητόδρομου. (“Τηλέγραφο” αποκαλούσαν το πετρόκτιστο κτίριο, μέσα στο οποίο βρίσκονταν τα εξαρτήματα του υποθαλάσσιου καλωδίου Καρπάθου-Ρόδου. Γύρω από το κτίριο και μέχρι την οροφή οι Ιταλοί συσσώρευσαν άμμο και φύτεψαν θάμνους, που από ψηλά έμοιαζε με αμμόλοφο. Αργότερα, όταν οι Γερμανοί ναρκοθέτησαν την παραλία, ναρκοθέτησαν και τον “Τηλέγραφο”, που περιέφραξαν με συρματοπλέγματα που στηρίζονταν πάνω σε πασσάλους).
Τα πρώτα θύματα
Πρώτος που έχασε τη ζωή του στο ναρκοπέδιο των Πηγαδίων ήταν ο Ιταλός στρατιώτης Cosenza Mario. Έμενε στο στρατόπεδο που βρισκόταν απέναντι από τον “Τηλέγραφο” όπου οι Γερμανοί είχαν συγκεντρώσει τους Ιταλούς αιχμαλώτους. Στις 12 Νοεμβρίου 1943, όταν πήγε να πάρει τους πασσάλους που περιστοίχιζαν τον “Τηλέγραφο” για να κατασκευάσει ένα ράντζο, μια νάρκη τον τίναξε στον αέρα και πέταξε το σώμα του στον αμμόλοφο. Οι Ιταλοί δεν τολμούσαν να πλησιάσουν για να τον σηκώσουν. Τελικά οι Γερμανοί απόσπασαν τον νεκρό και οι Ιταλοί τον έθαψαν στο ιταλικό νεκροταφείο στο Πλατύολο.
Δεύτερος που έχασε τη ζωή του στο ναρκοπέδιο των Πηγαδίων, ήταν ένας Γερμανός αεροπόρος. Όπως προαναφέρθηκε, οι Γερμανοί δεν ναρκοθέτησαν τα πρώτα 100 μέτρα της παραλίας για να προσθαλασσώνονται τα υδροπλάνα. Τον Απρίλιο του 1944, στο μη ναρκοθετημένο τμήμα ήταν αραγμένα τρία γερμανικά υδροπλάνα, που βομβαρδίστηκαν από συμμαχικά αεροπλάνα. Ένας αεροπόρος έχασε τον προσανατολισμό του και έπεσε μέσα στο ναρκοπέδιο.
To σημερινό μνήμα του ιερολοχίτη Κωνσταντίνου Ψίλη στο νεκροταφείο των Πυλών. The current tomb of Konstantine Psilis in Pyles cemetery.
Ένας Ιταλός στρατιώτης που έμεινε στην Κάρπαθο μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ήταν ο τρίτος που έχασε τη ζωή του στο ναρκοπέδιο των Πηγαδίων. Είχε κάποια ναρκοσυλλεκτική εμπειρία και συμφώνησε με τον ιδιοκτήτη του χωραφιού να καθαρίσει το χωράφι του έναντι αμοιβής (Ήταν το χωράφι που ναρκοθέτησαν οι Γερμανοί επειδή το υπέδαφος της παραλίας ήταν πετρώδες). Στις 10 Οκτωβρίου 1944 μια νάρκη τον τίναξε στον αέρα και πέταξε το σώμα του πάνω σε μια ελιά. Εκεί έμεινε κρεμασμένος μέχρι που ήρθαν οι Άγγλοι που πήραν τον νεκρό και τον έθαψαν στο Ιταλικό νεκροταφείο.
Το δεύτερο καψούλι
Οι Γερμανοί, για να καθυστερήσουν τους ναρκοσυλλέκτες, σε κάθε 10 με 20 νάρκες έβαζαν μια με δεύτερο καψούλι, που βρισκόταν πλάγια στο κάτω μέρος της νάρκης, συνδεόμενο με ένα σύρμα στερεωμένο σε ένα σιδερένιο έλασμα σε μικρή απόσταση από τη νάρκη. Όταν οι ναρκοσυλλέκτες αφόπλιζαν τη νάρκη και την τραβούσαν, κοβόταν το σύρμα και ακολουθούσε έκρηξη. Για κάθε νάρκη οι έμπειροι ναρκοσυλλέκτες έπρεπε να βεβαιωθούν ότι δεν είχε δεύτερο καψούλι, που απαιτούσε χρόνο και καθυστέρηση. Η άγνοια αυτής της λεπτομέρειας στάθηκε μοιραία για τους άπειρους ναρκοσυλλέκτες.
Μετά την άφιξη των Άγγλων, όταν περνούσαμε από τον αυτοκινητόδρομο στον “Τηλέγραφο” δίπλα στην αμμουδιά, μας έπιανε φόβος. Ο αέρας και η βροχή είχαν ξεθάψει δεκάδες νάρκες, που ήταν μαύρες σε σχήμα και μέγεθος μεγάλου τσουκαλιού (“τσουκάλια” τις αποκαλούσαν οι Καρπάθιοι). Μια βροχερή νύχτα ακούγαμε δυνατές εκρήξεις. Η δυνατή βροχή κίνησε τους ξεροπόταμους που περνούσαν μέσα από το ναρκοπέδιο, ξέθαβαν και παρέσυραν τις νάρκες. Όπως φαίνεται, το σύρμα των ναρκών που είχαν δεύτερο καψούλι κοβόταν και ακολουθούσαν εκρήξεις.
Οι Καρπάθιοι
Στο διάστημα της Γερμανικής κατοχής οι Καρπάθιοι δεν μπορούσαν να μπουν στα γερμανικά ναρκοπέδια, γι’ αυτό και δεν υπήρξαν θύματα μεταξύ των Καρπαθίων. Μετά την άφιξη των Άγγλων έμπαιναν στα ναρκοπέδια και αφόπλιζαν τις νάρκες παίρνοντας τον δυναμίτη για το ψάρεμα.
Τα περισσότερα δυστυχήματα συνέβησαν στον Μακρύ Γιαλό, που ήταν πιο απομακρυσμένος και δύσκολη η επιτήρησή του. Εκεί δραστηριοποιείτο ο Χατζηγιωργάκης, που πρόσφατα είχε φτάσει από την Αττική και αυτοδιαφημιζόταν ως “ειδικός” στον αφοπλισμό των ναρκών και στην αφαίρεση του δυναμίτη. Δεν πέρασε πολύς καιρός και από λανθασμένο χειρισμό σκοτώθηκε, μάλλον δεν γνώριζε την ύπαρξη δεύτερου καψουλιού. Όπως διηγείτο ο Μηνάς Ν. Παπακώστας, το σώμα του διαμελίστηκε. Τον έθαψαν στο νεκροταφείο των Μενετών.
Την ίδια εποχή (1945) ο Γεώργιος Μπάρκας, προσπαθούσε να αφοπλίσει μια νάρκη κοντά στον “Τηλέγραφο”. Πάνω στην ώρα έτυχε να περνά απ’ εκεί με μια βάρκα, ερχόμενος από την Αχάτα, ο Χριστόφορος Λιτός με τον νεαρό Κωστή Νικολαΐδη. Ο Μπάρκας ζήτησε την βοήθεια του Χριστόφορου. Ο Λιτός βγήκε στη στεριά ενώ ο Κωστής έμεινε στη βάρκα. Ξαφνικά, οι πιτσιρίκοι που ψάρευαν με το καλάμι στα Βρουλίδια, άκουσαν μια δυνατή έκρηξη και είδαν καπνό να βγαίνει από την παραλία στον “Τηλέγραφο”. Ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο ξεκίνησε από τα Διοικητήρια, αλλά δεν μπορούσαν να περάσουν μέσα από το ναρκοπέδιο για να κατέβουν στην παραλία. Επανήλθαν με μια βάρκα και βρήκαν τον Λιτό διαμελισμένο, τον Μπάρκα νεκρό και τον Κωστή τρομοκρατημένο. Χρόνια αργότερα, πιο πέρα στην παραλία του Βρόντη, ανήγειραν μνημείο στη μνήμη του Χριστόφορου Λιτού, που στην διάρκεια της ιταλογερμανικής κατοχής ανέπτυξε πλούσια πατριωτική δράση.
Οι Ινδοί
Εκτός από την εκκαθάριση του ιταλικού ναρκοπεδίου της Αγίας Αγκάρας, οι Ινδοί ανέλαβαν και την εκκαθάριση του γερμανικού ναρκοπεδίου των Πηγαδίων. Κάθε πρωί, δέκα ναρκοσυλλέκτες με ένα λοχία ξεκινούσαν από το σπίτι της Καλλιόπης Χατζηγεωργιάδη όπου έμεναν. Πήγαιναν στον Άμμο κρατώντας από ένα μυτερό σιδερένιο μπαστούνι που, όπως έλεγαν, στην μύτη του υπήρχε μαγνήτης. Το βράδυ, στην επιστροφή, ο λοχίας κρατούσε στην φούχτα του γύρω στους 10 λεπτούς μεταλλικούς κυλίνδρους, που όπως έλεγαν, ήταν τα καψούλια των ναρκών που αφόπλισαν εκείνη την ημέρα.
Μια μέρα, πέντε-έξι περίεργοι πιτσιρίκοι πήγαμε στον Άμμο να δούμε με τι ασχολούνταν οι στρατιώτες. Δεν μας άφησαν να πλησιάσουμε αλλά παρακολουθούσαμε από απόσταση. Οι στρατιώτες ήταν όρθιοι παρατεταγμένοι σε μια γραμμή που έπιανε το πλάτος της αμμουδιάς, έβλεπαν δυτικά και κρατούσαν δυο μέτρα απόσταση μεταξύ τους. Με το σιδερένιο μπαστούνι τρυπούσαν την άμμο όσο πιο βαθιά μπορούσαν, από αριστερά προς τα δεξιά σε απόσταση 15 εκατοστών. Όταν τελείωναν όλο το πλάτος της αμμουδιάς, προχωρούσαν 15 εκατοστά και ξανάρχιζαν από την αρχή.
Όταν το μπαστούνι κάποιου στρατιώτη κτυπούσε σε νάρκη και έβρισκε αντίσταση φώναζε mine (νάρκη). Οι άλλοι στρατιώτες άφηναν τα μπαστούνια τους καρφωμένα στην άμμο και απομακρύνονταν. Ο στρατιώτης που έβρισκε την νάρκη έμενε μόνος του, καθάριζε την άμμο ένα γύρω, για να βεβαιωθεί πως δεν υπήρχε δεύτερο καψούλι, και την αφόπλιζε. Αν έβρισκε δεύτερο καψούλι φώναζε τον λοχία. Η διαδικασία γινόταν πιο δύσκολη και κρατούσε περισσότερο.
Οι Γερμανοί ξανάρχονται
Μετά την απελευθέρωση της Ρόδου, οι Άγγλοι έφεραν από την Ρόδο κλιμάκιο Γερμανών ναρκοσυλλεκτών για να εκκαθαρίσουν τα γερμανικά ναρκοπέδια. Μια δωδεκάδα Γερμανών εγκαταστάθηκε σε μια μεγάλη σκηνή στους πάνω κάμπους της Αγίας Αγκάρας, δίπλα στον Αλμυροπόταμο και άρχισε την εκκαθάριση από τον Βρόντη μέχρι τον ποταμό της Άφωτης. Όπως έλεγαν, οι Γερμανοί έφεραν ειδικά εργαλεία που έμοιαζαν με φτυάρια που στο μπροστινό τους μέρος υπήρχε δυνατός μαγνήτης. Με αυτό τον τρόπο εντόπιζαν πιο εύκολα τις νάρκες και τις αφόπλιζαν. Τις έκαναν βουναλάκια στην άμμο και όταν μάζευαν αρκετές τις ανατίναζαν.
Πριν από κάθε ανατίναξη, η αστυνομία έκλεινε τον δρόμο από την Άφωτη μέχρι το Βρόντη και ειδοποιούσε τις νοικοκυρές να κατεβάσουν τα πιάτα και τα γυαλικά τους από τα ράφια και να τα βάλουν στο δάπεδο. Οι πιτσιρίκοι, μόλις παίρναμε είδηση ότι επρόκειτο να γίνει ανατίναξη, μαζευόμασταν πίσω από τα Διοικητήρια και περιμέναμε, για να μη χάσουμε το θέαμα. Λάμψεις και καπνοί πηδούσαν μέσα από την άμμο και ακούγονταν εκκωφαντικοί κρότοι. Τις επόμενες μέρες, όσοι περνούσαν από τον “Τηλέγραφο” έβλεπαν τον δρόμο “σπαρμένο” από μικρά και μεγάλα βλήματα. Τις νάρκες από το χωράφι κοντά στο “Τηλέγραφο”, εκεί που σκοτώθηκε ένας Ιταλός στρατιώτης, δεν τις έβγαλαν. Τις εντόπισαν και τις ανατίναξαν μια-μια επί τόπου και το χωράφι γέμισε λάκκους βάθους ενός μέτρου, με δύο μέτρα διάμετρο.
Οι εκρήξεις συνεχίζονται
Για αρκετό διάστημα οι εκρήξεις και τα δυστυχήματα συνεχίστηκαν. Αρκετοί Καρπάθιοι είχαν αποθηκεύσει νάρκες σε απόμερους στάβλους για ψάρεμα. Οι Μανώλης Μ–ος και Μανώλης Λ–ος πήγαν για ψάρεμα και όταν εντόπισαν ένα κοπάδι ψάρια τους έριξαν ένα “τσουκάλι” (αντιαρματική νάρκη). Η νάρκη σκότωσε τα ψάρια, αλλά ξεπάτωσε και την βάρκα.
Το καλοκαίρι του 1949, οι Ναυτοπρόσκοποι κάναμε τον γύρο της Καρπάθου με φορτηγό, για να γνωρίσουμε τα χωριά του νησιού. Φθάνοντας στην Αρκάσα βρήκαν το χωριό αναστατωμένο, γυναίκες να κλαίνε και να τραβούν τα μαλλιά τους. Ο Μιχάλης Χ–ας, είχε αφοπλίσει μερικές νάρκες, έβαλε τα καψούλια στη τσέπη του και καβαλίκεψε τον γάιδαρό του, για να γυρίσει στο χωριό. Όμως, η τσέπη τριβόταν πάνω στο σαμάρι, τα καψούλια ζεστάθηκαν, πήραν φωτιά κι η έκρηξη τον σκότωσε.
Κακή τύχη
Στην γειτονιά μας έμενε ο Αλέκος Μπάρκας με την γυναίκα του Φωτεινή και τα τρία τους παιδιά Λώλη (Λεωνίδα), Σοφία και Νίκο και περίμεναν και τέταρτο (Αλεξάνδρα). Ο Αλέκος ήταν Ροδίτης, δούλευε για τον Γιάννη Παπανικήτα και οδηγούσε φορτηγό αυτοκίνητο. Με τον Μανώλη Μαλώφτη και ένα άλλο εργάτη πήγαιναν στον “Τηλέγραφο” και, περνώντας μέσα από τον ξεροπόταμο, φόρτωναν άμμο από την παραλία. Ήταν Σάββατο (Μάρτιος του 1950), ο Αλέκος περνώντας από το σπίτι του, είπε στην γυναίκα του πως ήταν το τελευταίο δρομολόγιο της ημέρας και της ζήτησε να του ζεστάνει νερό για να κάμει μπάνιο όταν θα γύριζε. Πήρε μαζί του και τους γιους του, για να τους κάμει βόλτα.
Φόρτωσαν το αυτοκίνητο και ξεκίνησαν να φύγουν περνώντας μέσα από τον ξεροπόταμο. Στο κάθισμα -δίπλα στον οδηγό- κάθονταν τα παιδιά και ο εργάτης στο φτερό του αυτοκινήτου από την ίδια μεριά, ενώ ο Μανώλης τους περίμενε στο δρόμο. Όπως το αυτοκίνητο περνούσε μέσα από τον ξεροπόταμο, η μπροστινή ρόδα στην μεριά του οδηγού πάτησε πάνω σε νάρκη και το αυτοκίνητο ανατινάχτηκε. Από την έκρηξη ο Αλέκος τραυματίστηκε θανάσιμα και τα παιδιά του σοβαρά. Ο εργάτης πετάχτηκε 20 μέτρα μακριά και ο Μανώλης έπαθε σοκ. (Όπως φάνηκε από το βάθος του λάκκου που άφησε η έκρηξη, η νάρκη είχε σκεπαστεί από τις προσχώσεις του ξεροπόταμου).
Δεν κτύπησε η καμπάνα
Μόλις ακούστηκε η έκρηξη, δυο τρεις Χωροφύλακες πήγαν στον “Τηλέγραφο” και έφεραν τους τραυματίες στο δημόσιο ιατρείο. (Διευθυντής του ήταν ο ιατρός Ανδρέας Λάμπρος). Ο Αλέκος μετά από λίγο ξεψύχησε, τα παιδιά σώθηκαν. Οι γειτόνισσες έφεραν τα παιδιά στο σπίτι, αλλά δεν άφησαν την Φωτεινή να πάει να δει τον Αλέκο. Της είπαν ότι τραυματίστηκε σοβαρά και, ότι με ένα καΐκι, τον πήραν στην Ρόδο. Την άλλη μέρα έγινε πάνδημη η κηδεία του. Η καμπάνα της Βαγγελίστρας δεν κτύπησε για να μη μάθει η γυναίκα του την αλήθεια.
Ευτυχώς
Είχε μπει ο Ιούνιος, κόντευε να τελειώσει το σχολικό έτος του 1952. Σχολάσαμε και με το λεωφορείο κατεβαίναμε από το Απέρι στα Πηγάδια. Μαζί μας ήταν και δυο – τρεις καθηγητές, που κατέβηκαν στο Βρόντη για να κάμουν μπάνιο και στην επιστροφή θα τους έπαιρνε το λεωφορείο στα χωριά που έμεναν. Δεν είχε περάσει μια ώρα όταν ακούσαμε μια έκρηξη και είδαμε καπνό να βγαίνει από την παραλία του Βρόντη. Ανησυχήσαμε, νομίσαμε ότι κάποιο ατύχημα συνέβη στους καθηγητές μας. Δεν ήταν έτσι: Ένα φορτηγό πήγε να πάρει χαλίκι από την παραλία και στην επιστροφή πάτησε πάνω σε νάρκη, ευτυχώς με την πισινή ρόδα. Εκτός από σοκ κανένας από τους εργάτες και τον οδηγό δεν έπαθε τίποτε. (Η νάρκη βρισκόταν 50-100 μέτρα από την παραλία, εκτός του ναρκοπεδίου που εκκαθάρισαν οι Γερμανοί).
πηγή: anamniseis.net

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News