Έπαυσε η δίκη λόγω παραγραφής για ξέπλυμα «μαύρου χρήματος»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 878 ΦΟΡΕΣ
Έπαυσε χθες από το Τριμελές Εφετείο Β΄ Βαθμού Δωδεκανήσου η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, για τρία άτομα που κατηγορούνταν για την υπόθεση ξεπλύματος «μαύρου χρήματος», μέσω τράπεζας της Καρπάθου.
Πρόκειται για έναν 65χρονο με την 57χρονη σύζυγό του και έναν 77χρονο κάτοικο Καρπάθου, οι οποίοι κατηγορούνταν και δικάστηκαν χθες, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Το δικαστήριο μετέτρεψε την κατηγορία σε βαθμό πλημμελήματος και έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Αρχικά, οι τρεις εμπλεκόμενοι κατηγορούνταν για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και ηθική αυτουργία στη πλαστογραφία, όμως, με απόφαση που εξέδωσε το Τριμελές Εφετείο επί Κακουργημάτων Δωδεκανήσου (πρωτόδικο δικαστήριο) τον Δεκέμβριο του 2019, τους έκρινε ένοχους με ελαφρυντικό και για την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων, επιβάλλοντας ποινή κάθειρξης έξι ετών στον καθένα, ενώ τους είχε κρίνει αθώους για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στη πλαστογραφία.
Σε ό,τι αφορά τις εφέσεις τους, το πρωτόδικο δικαστήριο είχε αποφανθεί να έχουν αναστέλλουσα δύναμη.
Σύμφωνα με τη δικογραφία που έχει σχηματιστεί, οι τραπεζικοί λογαριασμοί των κατηγορουμένων φέρονταν να είχαν παίξει τον ρόλο «πλυντηρίου» για το ξέπλυμα «μαύρου χρήματος» που εξασφάλισε «κύκλωμα», με εικονικές εταιρείες και παράνομα ιδιωτικά συμφωνητικά αγοραπωλησίας εκτάσεων.
Η υπόθεση είχε διαλευκανθεί τον χειμώνα του 2009, οπότε και οι τραπεζικοί λογαριασμοί του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος διαθέτει κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στο νησί, είχαν «παγώσει» μετά από εντολή της Επιτροπής Καταπολέμησης Μαύρου Χρήματος.
Δύο χρόνια αργότερα ο 65χρονος και η σύζυγός του είχαν κληθεί ενώπιον της ανακρίτριας Ρόδου για να απολογηθούν και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, είχαν αφεθεί ελεύθεροι με τον περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου τους από τη χώρα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το ζευγάρι, είχε καταθέσει στην ανακρίτρια Ρόδου ότι ουδεμία σχέση έχουν με τα όσα τους καταλογίζονται, καθώς οι ίδιοι θέλησαν απλώς να πουλήσουν ένα ακίνητο που ανήκει στην 57χρονη, εμβαδού 8 στρεμμάτων το οποίο περιλάμβανε και οικήματα.
Ειδικότερα, όλα ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 2007, όταν στην Κάρπαθο μετέβη ένας Ιταλός ο οποίος τους προσέγγισε ως στέλεχος ιταλικής ασφαλιστικής εταιρείας και τους είπε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει το ακίνητο τους. Το ζευγάρι, δια μέσου ενός ημεδαπού ο οποίος ήταν μαζί με τον αλλοδαπό και έκανε το μεταφραστή, του είπε ότι ζητούσε 2,5 εκατ. ευρώ.
Τελικά, ο Ιταλός συμφώνησε να δώσει 2,3 εκατ. ευρώ για την αγορά του ακινήτου, και μάλιστα, το 1,5 εκατ. ευρώ θα το κατέθετε σε λογαριασμό του ζευγαριού τις αμέσως επόμενες ημέρες. Μόλις ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες για το ιδιωτικό συμφωνητικό, ο Ιταλός αναχώρησε για την πατρίδα του και λίγες μέρες αργότερα κατέθεσε πράγματι τα χρήματα στον λογαριασμό του 65χρονου.
Στις 2 Νοεμβρίου 2007, ο 65χρονος πήγε να πάρει τα χρήματα, όμως προτού προλάβει να ολοκληρώσει την πράξη του, ο Ιταλός τον ενημέρωσε ότι η εταιρεία άλλαξε γνώμη και δεν προτίθεται να προχωρήσει η αγοραπωλησία του ακινήτου. Για τον λόγο αυτό και ήθελε να επιστραφούν τα χρήματα που είχαν κατατεθεί στον λογαριασμό του 65χρονου. Ο τελευταίος – σύμφωνα πάντα με όσα είχε δηλώσει στην ανακρίτρια- του είπε πως δεν υπήρχε πρόβλημα, αρκεί να του δώσει τον αριθμό λογαριασμού που θα του έβαζε τα χρήματα. Ο 65χρονος έκανε πράγματι ανάληψη από τον λογαριασμό του το 1,5 εκατ. ευρώ, χρήματα τα οποία και παρέδωσε στον ημεδαπό με τον οποίο συνεννοούνταν κατά την επίσκεψη του Ιταλού στο νησί και φρόντισε παράλληλα να πάρει και απόδειξη για τα χρήματα που έδωσε πίσω.
Περίπου δέκα ημέρες όμως αργότερα, μία δυσάρεστη έκπληξη περίμενε τον 65χρονο, όταν σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του ο αρμόδιος της τράπεζάς του, του είπε ότι τα χρήματα που είχαν κατατεθεί στον λογαριασμό του και στη συνέχεια έκανε ανάληψη, ήταν κλεμμένα!
Ο 65χρονος είχε επισημάνει στην ανακρίτρια, ότι πριν γίνει η ανάληψη των χρημάτων, ο έλεγχος της τράπεζας δεν είχε δείξει το παραμικρό και πως όταν «χάλασε» η συμφωνία, ο Ιταλός ήταν ιδιαίτερα πιεστικός για να του τα επιστρέψει, σε σημείο που τον απείλησε ότι εφόσον δεν του έδινε πίσω τα χρήματα, θα κινδύνευε η οικογένειά του.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News