Μηνάς Λυριστής: Το Αιγαίο Πέλαγος ως πεδίο γεωπολιτικών επιδιώξεων
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1814 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*
Κάθε καλοκαίρι, η εικόνα του Αιγαίου πελάγους προβάλλει ως συνώνυμο της γαλήνης. Το απέραντο γαλάζιο, ο λαμπερός ήλιος και η λευκή γραμμή των νησιών στον ορίζοντα συνθέτουν ένα τοπίο που μοιάζει ευλογημένο από την ειρήνη. Η ειδυλλιακή όμως αυτή εικόνα μάλλον αποκρύπτει την γεωστρατηγική του σημασία και τους ιστορικούς γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς διεθνών και περιφερειακών δυνάμεων για τον έλεγχο και τον ελεύθερο πλου του. Από τα γεγονότα της Κύπρου και μετέπειτα των Ιμίων, με αυξομειούμενη ένταση ανακινείται μια συζήτηση εθνικής σημασίας για το Αιγαίο και την ελληνική εξωτερική πολιτική περισσότερο η λιγότερο εμπεριστατωμένα. Προφανώς κορυφαία ανησυχία αποτελεί η Τουρκία και η κατάσταση που θέλει να διαμορφώσει με τις διεκδικήσεις της.
Σε επίπεδο δημόσιου διάλογου στην Ελλάδα, κυριαρχεί συχνά μια αφήγηση μάλλον αντιφατική, αφενός επένδυση στην στρατιωτική αποτροπή και αφετέρου μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και απροκάλυπτη ελπίδα. Η ελπίδα ότι ο διάλογος θα επιλύσει τις διαφορές, η ελπίδα ότι το Διεθνές Δίκαιο θα επικρατήσει, η ελπίδα ότι μια αλλαγή ηγεσίας στη γείτονα χώρα θα επιφέρει μια νέα, κατάσταση.
Αυτή η προσέγγιση, αν και εύκολα κατανοητή λόγω του μεγέθους, της θέσης της χώρας αλλά και των συμφερόντων, συνιστά και μια μορφή στρατηγικής νάρκης. Αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής είναι η παθητική στάση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής η όποια ειδικά μετά την κρίση του 2010 κινείται μάλλον προβλέψιμα και πίσω από τις εξελίξεις που προκαλούν οι δράσεις άλλων κρατών. Τέλος κεντρικό σημείο της ελληνικής στρατηγικής έναντι της Τουρκίας είναι διαχρονικά η αναζήτηση παρόχου ασφαλείας και πιο συγκεκριμένα ο ρόλος των ΗΠΑ.
Αν και θα ήταν χρήσιμη μια ανασκόπηση των τελευταίων πενήντα ετών εξωτερικής πολιτικής και της αξιολόγησης τους, το παρόν κείμενο θα επικεντρωθεί στη νέα περιφερειακή και διεθνή συγκυρία και θα καταλήξει με κάποιες προτάσεις για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Η αναδιάταξη της παγκόσμιας ισχύος και το μέλλον του Νατοϊκού Αιγαίου.
Από την εποχή του ψυχρού πολέμου έως και «χθες» το Αιγαίο αποτελούσε προτεραιότητα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Οι ΗΠΑ ασκούσαν έλεγχο είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω των τοπικών συμμάχων της στο ΝΑΤΟ. Οι εντάσεις μεταξύ συμμάχων ελέγχονταν περίπου αποτελεσματικά αν και οι γνώμες διίστανται για τον αμερικανικό χειρισμό των Ιμίων. Ειδικά μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ η μονοκρατορία των ΗΠΑ έγινε γνωστή και ως Pax Americana. Μια κατάσταση που έχει παρέλθει οριστικά.
Η Ουάσιγκτον δεν έχει πάψει να είναι η ισχυρότερη δύναμη του πλανήτη, αλλά η προσοχή της έχει μετατοπιστεί στρατηγικά και μόνιμα προς την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, εκεί όπου ανατέλλει η πραγματική πρόκληση για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της: η Κίνα. Αυτή η «στροφή στην Ασία» δεν είναι μια παροδική πολιτική μιας κυβέρνησης, αλλά μια δομική αναγκαιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που θα συνεχιστεί για τις επόμενες δεκαετίες.
Αυτό δημιουργεί ένα κενό ισχύος στην άμεση γειτονιά μας. Το κενό αυτό δεν καλύπτεται από μια νέα ηγεμονική δύναμη, αλλά πυροδοτεί τον ανταγωνισμό φιλόδοξων περιφερειακών δυνάμεων που αισθάνονται πλέον απελευθερωμένες από τον ασφυκτικό έλεγχο του παρελθόντος.
Δυνάμεις όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος και το Ισραήλ νιώθουν ότι έχουν το περιθώριο να επιδιώξουν τα συμφέροντα τους πολύ πιο επιθετικά, γνωρίζοντας ότι ο κίνδυνος μιας άμεσης και αποφασιστικής αμερικανικής παρέμβασης είναι σημαντικά μειωμένος. Το διεθνές σύστημα μετατρέπεται από μονοπολικό σε πολυπολικό, και αυτή η μετάβαση είναι ιστορικά μια περίοδος αστάθειας και συγκρούσεων.
Την κατάσταση περιπλέκει περαιτέρω η ευκαιριακή πολιτική της Ρωσίας και της Κίνας. Η Ρωσία, μέσω της στρατιωτικής της εμπλοκής στη Λιβύη αλλά και σε πλειάδα αφρικανικών χωρών, έχει αναβαθμίσει την σημασία της Ανατολικής Μεσόγειου για την πολιτική της, ενώ παράλληλα υπονομεύει τη συνοχή του ΝΑΤΟ και προκαλεί τριβές.
Η Κίνα, από την πλευρά της, ασκεί μια πιο αθόρυβη αλλά εξίσου σημαντική επιρροή μέσω της οικονομικής ισχύος. Η πρωτοβουλία “Belt and Road” και ο στρατηγικός έλεγχος υποδομών, όπως το λιμάνι του Πειραιά, της δίνουν ένα ισχυρό πάτημα στην Ευρώπη και τη δυνατότητα να επηρεάζει τις πολιτικές αποφάσεις. Βέβαια, ούτε η Μόσχα ούτε το Πεκίνο επιδιώκουν να ελέγξουν το Αιγαίο, αλλά αμφότερες ωφελούνται σύμφωνα με την οπτική τους από τη διαιώνιση της αστάθειας και την αποδυνάμωση της νότιας πτέρυγας της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Η συνισταμένη αυτών των εξελίξεων είναι σαφής: η υποχώρηση των ΗΠΑ αυξάνει τις ευθύνες των Νατοϊκών συμμάχων της στην περιοχή έναντι της παρουσίας ρωσικών η κινεζικών πλοίων όμως παράλληλα ενισχύει τις φυγόκεντρες τάσεις που υπήρχαν εξού και οι πρωτοβουλίες της τουρκικής πολιτικής.
Ο τουρκικός αναθεωρητισμός ως μόνιμο κρατικό δόγμα
Ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της ανάλυσης εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα είναι η προσωποποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η επικέντρωση στον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αν και εξηγεί το ύφος και την ένταση της τουρκικής πολιτικής, συσκοτίζει τη βαθύτερη ουσία του προβλήματος.
Ο τουρκικός αναθεωρητισμός – η πολιτική δηλαδή που επιδιώκει την ανατροπή του υφιστάμενου status quo – δεν είναι προϊόν ενός ηγέτη. Είναι ένα μόνιμο, δομικό χαρακτηριστικό της τουρκικής στρατηγικής σκέψης, που πηγάζει από τη γεωγραφία, την ιστορία και την αντίληψη που έχει το τουρκικό κράτος για τον εαυτό του και τον ρόλο του. Είναι άποψη του γράφοντος - και όχι μόνο πως ακόμη και με διαφορετική ηγεσία, οι κεντρικοί άξονες αυτής της πολιτικής θα παρέμεναν οι ίδιοι.
Αν και γενεσιουργός αιτία αυτής της αντίληψης είναι ο κεμαλισμός, η πλέον πρόσφατη προσθήκη είναι το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan). Όπως είχα γράψει ήδη από το 2019 στη Ροδιακή Εφημερίδα (βλ. εδώ: https://www.rodiaki.gr/article/427936/mavi-vatan-pws-ephreazei-h-galazia-patrida-thn-ellada), δεν πρόκειται για ένα απλό σύνθημα, αλλά για ένα ολοκληρωμένο γεωπολιτικό όραμα που διδάσκεται στις στρατιωτικές ακαδημίες, υιοθετείται από όλο το πολιτικό φάσμα και διαποτίζει τη δημόσια σφαίρα.
Σύμφωνα με αυτό το δόγμα, το σημερινό καθεστώς στο Αιγαίο αποτελεί μια ιστορική αδικία, μια «θαλάσσια Συνθήκη των Σεβρών» που «φυλακίζει» την Τουρκία στις ακτές της και της στερεί τον ζωτικό της χώρο και τους φυσικούς της πόρους. Το τελικό ζητούμενο δεν είναι η συνδιαχείριση, αλλά η αναδιανομή της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων στη θάλασσα.
Αυτή η ιδεολογική πρόθεση υποστηρίζεται από μια εντυπωσιακή υλική πραγματικότητα. Η Τουρκία επενδύει εδώ και δύο δεκαετίες συστηματικά στην οικοδόμηση ενός ισχυρού Πολεμικού Ναυτικού και μιας πρωτοπόρας αμυντικής βιομηχανίας. Η ναυπήγηση του μίνι αεροπλανοφόρου TCG Anadolu, οι φρεγάτες, οι κορβέτες και, κυρίως, η μαζική παραγωγή και εξαγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) δεν αποτελούν κινήσεις γοήτρου. Αποτελούν τη δημιουργία της απαραίτητης στρατιωτικής ισχύος για την υποστήριξη των αναθεωρητικών της διεκδικήσεων. Η Άγκυρα κατασκευάζει το όπλο που θα της επιτρέψει, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, να επιβάλει τη θέλησή της.
Τέλος, δεν πρέπει να υποτιμώνται οι εσωτερικές πιέσεις. Μια χώρα με πληθυσμό 85 εκατομμυρίων, με μια νεανική δημογραφία και με συχνές οικονομικές κρίσεις, βρίσκει συχνά διέξοδο στον εθνικισμό και στις περιπέτειες της εξωτερικής πολιτικής. Η στοχοποίηση ενός εξωτερικού εχθρού είναι ο κλασικός τρόπος για τη συσπείρωση της κοινής γνώμης και την απόκρυψη των εσωτερικών αποτυχιών.
Η συνέπεια όλων αυτών για το Αιγαίο είναι ότι η πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν είναι συγκυριακή, αλλά μόνιμη και δομική. Δεν θα εξαφανιστεί με μια αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα. Κάθε ελληνική στρατηγική για το μέλλον οφείλει να ξεκινά με αυτή τη θεμελιώδη παραδοχή. Ο στόχος δεν μπορεί να είναι η επίλυση του προβλήματος, αλλά η διαρκής διαχείριση του μέσα από μια στιβαρή και αξιόπιστη πολιτική αποτροπής.
Η εργαλειοποίηση των «νέων» απειλών
Το πεδίο του ανταγωνισμού ήδη δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή στρατιωτική αντιπαράθεση. Ο πόλεμος έχει επεκταθεί στις «γκρίζες ζώνες», σε εκείνες τις ενέργειες που βρίσκονται κάτω από το κατώφλι της κλασικής πολεμικής σύρραξης αλλά αποσκοπούν στη φθορά και την αποδυνάμωση του αντιπάλου.
Η πρώτη μορφή αυτού του υβριδικού πολέμου είναι η «νομική φθορά». Για παράδειγμα, η Τουρκία χρησιμοποιεί το Διεθνές Δίκαιο όχι ως πεδίο επίλυσης, αλλά ως όπλο. Οι συνεχείς επιστολές στον ΟΗΕ που αμφισβητούν την ελληνική κυριαρχία στα νησιά, η επίμονη επίκληση του ζητήματος της «αποστρατιωτικοποίησης» και η υπογραφή παράνομων μνημονίων, όπως το τουρκολιβυκό, δεν αποσκοπούν στο να κερδίσουν μια νομική μάχη.
Αποσκοπούν στο να δημιουργήσουν τετελεσμένα, να «γκριζάρουν» περιοχές με αδιαμφισβήτητη ελληνική κυριαρχία και να εξαντλήσουν τη χώρα μας σε μια ατέρμονη διπλωματική αντιπαράθεση, ομαλοποιώντας σταδιακά τις παράλογες διεκδικήσεις της στα μάτια της διεθνούς κοινότητας.
Η δεύτερη, και ίσως πιο ορατή, μορφή είναι η εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών. Υπό το πρίσμα του ρεαλισμού, το μεταναστευτικό δεν είναι απλώς ένα ανθρωπιστικό ζήτημα, αλλά έχει μετατραπεί σε ένα ισχυρό όπλο κρατικής πολιτικής. Ένα κράτος μπορεί να κατευθύνει ή να απειλεί να κατευθύνει μεγάλους αριθμούς ανθρώπων προς τα σύνορα ενός άλλου κράτους για να προκαλέσει κοινωνική αναταραχή, πολιτική κρίση, οικονομική επιβάρυνση και, τελικά, να αποσπάσει πολιτικά ανταλλάγματα.
Τα γεγονότα στον Έβρο τον Μάρτιο του 2020 δεν ήταν ένα τυχαίο συμβάν, αλλά μια καλά σχεδιασμένη επιχείρηση υβριδικού πολέμου που απέδειξε πόσο ευάλωτη μπορεί να είναι μια χώρα σε αυτού του είδους την ασύμμετρη πίεση. Για τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, αυτή η απειλή είναι τόσο υπαρκτή όσο και μόνιμη.
Τέλος, η ανακάλυψη υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία, έχει ταυτόχρονα δημιουργήσει ένα νέο, εκρηκτικό πεδίο ανταγωνισμού. Ο καθορισμός των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ) και η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων είναι πλέον ζητήματα ύψιστης εθνικής ασφάλειας. Ο ανταγωνισμός για την ενέργεια δημιουργεί μόνιμες εστίες τριβής που μπορούν ανά πάσα στιγμή να κλιμακωθούν από μια απλή διπλωματική διαφωνία σε μια σοβαρή στρατιωτική κρίση.
Επίλογος
Η ανάλυση των τριών αυτών μεγάλων τάσεων – η αναδιάταξη της παγκόσμιας ισχύος, ο δομικός τουρκικός αναθεωρητισμός και η εργαλειοποίηση των υβριδικών απειλών – δεν αφήνει περιθώρια για αισιοδοξία. Το μέλλον που διαγράφεται δεν είναι εύκολο. Η υποχώρηση της παρουσίας των ΗΠΑ και η παράλληλη απουσία άλλης δύναμης ικανής να την αντικαταστήσει με την παράλληλη αδυναμία της ΕΕ να ολοκληρωθεί στρατιωτικά δημιουργούν μια σύνθετη εικόνα για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Η μόνη ορθολογική απάντηση σε αυτό το αβέβαιο μέλλον είναι η οικοδόμηση μιας στιβαρής, πολυδιάστατης και διαρκούς στρατηγικής αποτροπής. Αποτροπή δεν σημαίνει πόλεμος. Αποτροπή σημαίνει η δημιουργία τόσης ισχύος που ο αντίπαλος θα κρίνει ότι το κόστος μιας επίθεσης είναι ασύμφορα υψηλότερο από οποιοδήποτε πιθανό όφελος. Αυτή η αποτροπή θα πρέπει να έχει τρεις πυλώνες:
- Σκληρή ισχύς: Αυτό σημαίνει τη συνέχιση του εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, την επένδυση σε νέες τεχνολογίες, την άριστη εκπαίδευση του προσωπικού και τη διατήρηση της στρατιωτικής μας παρουσίας στα νησιά ως αδιαπραγμάτευτο δόγμα. Το προσωπικό πρέπει να εκπαιδεύεται με βάση πραγματικούς στόχους όχι ως ρουτίνα. Πρέπει οι κληρωτοί να μαθαίνουν πράγματα, όχι να κάνουν σκοπιές στο κινητό. Η αποκατάσταση του ηθικού των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, η διοίκηση με βάση την αποστολή και η από-γραφειοκρατικοποιήση του στρατού αποτελούν κύρια ζητήματα που πρέπει να αλλάξουν άμεσα.
- Εναλλακτικές συμμαχίες: Σε ένα πολυπολικό σύστημα, οι συμμαχίες δεν βασίζονται σε κοινές αξίες, αλλά σε κοινά συμφέροντα. Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να χτίζει ένα ευέλικτο πλέγμα συμμαχιών με χώρες που μοιράζονται τον ίδιο στόχο: τη διατήρηση της σταθερότητας και του status quo στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι περιφερειακές συνεργασίες πρέπει να πραγματοποιούνται σε δύο σημεία: Αρχικά τις οικονομικές σχέσεις, με συμμαχίες εμπορικές και διαμετακομιστικές. Αλλά και στρατιωτικές, σε επίπεδο συνεκπαίδευσης.
- Εθνική ανθεκτικότητα: Η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται μόνο σε αεροσκάφη, άρματα και φρεγάτες. Μετριέται στην ισχύ της οικονομίας του, στην κοινωνική του συνοχή, στην αποτελεσματικότητα των θεσμών του και στην ικανότητα του να αντιμετωπίζει συνολικά τις υβριδικές απειλές. Η κυβερνοασφάλεια, η προστασία των συνόρων και η διαμόρφωση ενός εθνικού αφηγήματος αυτοπεποίθησης είναι εξίσου σημαντικά με τα οπλικά συστήματα. Για αυτό και πρέπει να εστιάσει η πατρίδα μας και εκεί με όραμα, σχέδιο και άμεση εφαρμογή προτάσεων από ειδικούς.
Το Αιγαίο πέλαγος και το πού ανήκει, ορίζεται από την ισχύ μας. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Η προετοιμασία για τις αυριανές προκλήσεις δεν γίνεται να περιμένει στα χαρτιά. Πρέπει να ξεκινήσουμε σήμερα, με καθαρή σκέψη, αποφασιστικότητα και κυρίως, χωρίς ψευδαισθήσεις. Γιατί το μέλλον, στη διεθνή πολιτική, δεν χαρίζεται. Κερδίζεται.
*Ο Μηνάς Λυριστής είναι υποψήφιος Διδάκτορας του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και Ερευνητής στο Κέντρο Ανάλυσης Μεσανατολικής Πολιτικής - ΚΕΑΜΕΠ

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News