Γιάννης Κατσιμπράκης: Ο αγαπημένος και αυθεντικός Ροδίτης καλλιτέχνης
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 8864 ΦΟΡΕΣ
Έχει συμπληρώσει πέντε δεκαετίες από τότε που ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη μουσική, «γρατζουνώντας» μία… σπασμένη κιθάρα που παζάρεψε να αγοράσει με δόσεις και έφθασε να τραγουδάει με τον Πάριο και τη Λίτσα Διαμάντη, ο Γιάννης Κατσιμπράκης!
Ο Ροδίτης καλλιτέχνης-«μουσικός είμαι», ξεκαθαρίζει με υπερηφάνεια-που περισσότερο από τη βελούδινη φωνή του, που «έντυσε» τα πιο γνωστά ελαφρολαϊκά και αθάνατα τραγούδια μας, είναι γνωστός για το ήθος και τον καλοσυνάτο, αυθεντικό, χαρακτήρα του.
Άλλη μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου που επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι εκείνοι που δεν τα βρήκαν όλα εύκολα και έπρεπε να παλέψουν για τα αυτονόητα, μεγαλουργούν κάνοντας αυτό που θέλει η καρδιά τους.
Στη συνέντευξή του στη «Ροδιακή» μάς αφηγείται βέβαια την πορεία του αλλά μας γυρίζει και στο παρελθόν, αρκετές δεκαετίες πριν, τότε που η Ρόδος ήταν σημείο αναφοράς για τη νυχτερινή ζωή στη χώρα και θρύλοι της μουσικής σκηνής ερχόταν για να δουλέψουν στα νυχτερινά κέντρα της ή ακόμα ξεκίνησαν και την καριέρα τους από εδώ, όπως ο Πασχάλης Τερζής, η Δέσποινα Βανδή αλλά και η Νατάσα Θεοδωρίδου πέρασαν από εδώ στις αρχές της καριέρας τους.
Όσο για το σήμερα: ο Γιάννης Κατσιμπράκης συνεχίζει να δουλεύει, να τραγουδάει και νιώθει πλούσιος με την αγάπη που συνεχίζει να εισπράττει από τον κόσμο αλλά κυρίως για τα τέσσερα παιδιά του, που τα αναφέρει και λάμπει, και βέβαια, χαράσσουν τη δική τους πορεία στο τραγούδι, τη μουσική και το θέατρο.
Ας πάμε μία βόλτα στο παρελθόν, αρκετές δεκαετίες πριν, με οδηγό τον Γιάννη Κατσιμπράκη…
Όλα ξεκίνησαν με μια σπασμένη κιθάρα…
«Από μωρό τραγουδώ. Όλη η οικογένεια τραγουδάει γιατί η μανούλα μου είχε πολύ ωραία φωνή. Και ο πατέρας μου είχε πολύ ωραία φωνή. Όταν ήμουν παιδάκι δούλευα σε ένα μαγαζί σαν υδραυλικός και το βράδυ πήγαινα σχολείο. Πήγαινα στον “Νηρέα”, τελείωσα μηχανολόγος και θυμάμαι που έπαιρνα τη σκούπα με μακρύ ξύλο και το έκανα σαν κιθάρα, σαν μπουζούκι, και τραγουδούσα στη δουλειά.
Κάποια στιγμή ήρθε κάποιος Κλεάνθης-αν θυμάμαι καλά-και μου λέει “έχω μια σπασμένη κιθάρα, τη θέλεις;” Λέω “ναι τη θέλω! Πόσο τη δίνεις;”. Μου λέει 90 δραχμές. “Θα σου δίνω κάθε βδομάδα 5 δραχμές”, του λέω. Τα οικονομικά της οικογένειας ήτανε… δράμα. Δηλαδή, δεν θυμάμαι παιδί να είχαμε, εκτός από το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, γιατί ο πατέρας μου δούλευε χαμάλης στο Τελωνείο. Και είμαι πολύ υπερήφανος! Είναι πολύ υπερήφανος για τον μπαμπά μου ο οποίος ήταν εκπληκτικός άνθρωπος, με πολλή σοφία. Ήμασταν επτά παιδιά…
…Όταν τελείωνα από το σχολείο, το δημοτικό, για να πάω στο σπίτι, έβλεπα τη μανούλα μου στον δρόμο και της έλεγα “μαμά τι φαγητό έχουμε;” Και έλεγε “έλα παιδάκι μου, έλα. Έχουμε κρέας με τις πατάτες». Και πηγαίναμε στο σπίτι και βρίσκαμε μία φετούλα ψωμί με νερό και ζάχαρη. Έτσι μεγαλώσαμε…».
…Δεκατεσσάρων χρονών, αφού πήρα την κιθάρα και την έφτιαξα, από τον Κλεάνθη, ήρθε κάνα δυο φορές, του έδωσα από 5 δραχμές και μετά δεν είχα και μου λέει “άντε βρε, στη χαρίζω”! Αλλά ήταν μία σπασμένη κιθάρα, της έβαλα εγώ κάτι καρδούλες από ξύλο και όλα καλά. Τώρα, όμως, πού θα έβρισκα κάποιον να με μάθει; Βρήκα, λοιπόν, κάποιον Μιχάλη Γρηγοράκη και του λέω “Μιχάλη, μπορείς να μου μάθεις κάνα-δυο ακόρντα;”. Μου έμαθε λοιπόν το παιδί-να ‘ναι καλά-και έμαθα κιθάρα. Δίπλα μου ήταν ο κ. Γιακουμάκης, ο Τάσος. O πατέρας του μεγάλου κιθαρίστα Γιακουμάκη και του λέω “κύριε Τάσο, να με μάθετε κιθάρα;”. Πήγα λοιπόν στο σπίτι του, ξεκίνησα μαθήματα και όταν τον ρώτησα πόσο κάνει τον μήνα, μου λέει δεν κάνει τίποτα. Και έμαθα κιθάρα από τον Γιακουμάκη δωρεάν…».
Όταν ζήτησε το Εθνικό Θέατρο για συναυλία από τον δήμαρχο Γ. Βρούχο!
«Ο παππούς μου ήταν μουσικοδιδάσκαλος στη βυζαντινή μουσική, στη Σύμη. Η καταγωγή μου είναι από τη Σύμη, και η μάνα μου και ο πατέρας μου. Αφού έμαθα κάποια πράγματα, βρέθηκα με άλλα τρία παιδιά: τον Μιχάλη τον Παπαδογιάννη, τον Σταύρο τον Τσιγάρο και τον Γιώργο τον Αλεξανδρίδη. Τότε η εποχή ήταν των Beatles. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, να τραγουδάμε, σε τρεις φωνές, τραγούδια των Beatles, στο σπίτι.
Ξέχασα να πω ότι κάποιος Γιώργος Μισίκος, ήτανε στη Φιλαρμονική, με σύστησε στον μαέστρο, τότε Ιερόθεο Σχίζα, να πάω στη Φιλαρμονική και να μάθω ένα όργανο πνευστό. Και εκείνος ο μαέστρος μού έδωσε τρομπόνι ατίρο. Έκατσα στη Φιλαρμονική… σαράντα χρόνια! Για όλους αυτούς ένα μεγάλο ευχαριστώ. Είμαι μουσικός πρώτα. Παίζω κιθάρα, πιάνο, τρομπέτα, μπουζούκι, μπαγλαμά, τζουρά. Δίδασκα φωνητική γιατί έκανα μαθήματα σε μία καταπληκτική δασκάλα φωνητικής…
…Όταν φτιάξαμε τη μπάντα τη νεανική, δεκατεσσάρων-δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών, είχα γνωρίσει τότε τον δήμαρχο, τον Γιώργο τον Βρούχο, και του ζήτησα το Εθνικό Θέατρο για να κάνουμε συναυλία εμείς! Είχε κόσμο μέσα (σ.σ. στο γραφείο του), εκπληκτικός άνθρωπος και μας είπε: “Σωπάστε όλα τα πουλιά να κελαηδήσει ο γλάρος”!..Το πήραμε το θέατρο και παρ’ όλα αυτά ήρθε και κάθισε σε όλη τη συναυλία, την παρακολούθησε και μας έφερε και λουλούδια! Το θέατρο ήταν γεμάτο. Τότε ήταν που άρχισαν να γίνονται τα γκρουπ και υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ μας. Ήταν η πρώτη φορά που τραγούδησα μπροστά σε κοινό.
Εν τω μεταξύ, τελείωσα με τη σχολή, πήρα το πτυχίο του μηχανολόγου και πήγα φαντάρος. Υπηρέτησα στην Αεροπορία, στο Ελληνικό, και γινόταν μία γιορτή. Είχε έρθει μία ορχήστρα του Γιώργου Κατσαρού και τραγουδούσε σ’ αυτήν ο Γιάννης Πάριος, η Λίτσα Διαμάντη, στις αρχές της καριέρας τους. Οπότε, με φώναξε ο μαέστρος και μου λέει “μπορείς να βγαίνεις τα βράδια να τραγουδάς μαζί μου σε μαγαζί της Αθήνας”; Έτσι, βρέθηκα να τραγουδάω στη “Νεράιδα”, στο Καλαμάκι. Ήμουνα 18-19 χρονών. Συμμετείχα στο σχήμα τους, έβγαινα πρώτος. Οι δυνατότητες μου ήτανε επαγγελματία, ανεξάρτητα πόσο χρονών ήμουνα.
Δεν είχα καταλάβει το πόσο μεγάλο ήτανε αυτό. Απλά, επειδή στην οικογένεια όλοι τραγουδούσαν, πίστεψα ότι όλα ήταν φυσιολογικά… Έμεινα πολύ λίγο-είχα απολυθεί από τον στρατό βέβαια-γιατί ο πατέρας μου είχε πάθει την καρδιά μου και εγώ επειδή είχα μεγάλη αδυναμία στην οικογένεια και ειδικά στους γονείς μου, αποφάσισα να φύγω από εκεί για να έρθω στη Ρόδο».
Επαγγελματικά πια…
«Στην Παλιά Πόλη υπήρχε ένα μαγαζί σαν μπουάτ που λεγόταν “Διόνυσος”. Όταν με σύστησε ο μαέστρος ο Σωτήρης εκεί, με πήγε στον ιδιοκτήτη και λέει “δεν μπορώ να τον πάρω γιατί το παιδί είναι μικρό”-είχα πολύ νεανική εμφάνιση-και του είπε “έχει τελειώσει φαντάρος” και είπε εντάξει. Το πρώτο μεροκάματο εκεί, και στην Αθήνα, ήταν 150 δραχμές, που ήταν αρκετά χρήματα. Όταν σε θέλει…
Αφού τελείωσε η σεζόν στο “Διόνυσος”, είχε ανοίξει το “Απόλλων” στου Κόβα, το μετέπειτα “Show center”. Γινότανε πρόβα και πήγα γιατί οι μουσικοί ήτανε φίλοι μου. Εκεί θα τραγουδούσε η Μαίρη Ζαχαράκη, μεγάλο όνομα τότε. Πήγα να παρακολουθήσω την πρόβα και ενώ υπήρχαν οι άλλοι τραγουδιστές εκεί που θα πλαισίωναν το πρόγραμμα, δεν υπήρχε άλλος που να κάνει δεύτερη φωνή στη Μαίρη Ζαχαράκη. Ρώτησε, λοιπόν, εκείνη αν ξέρει κάποιος να της κάνει δεύτερη φωνή και δεν ήξερε κανένας και λέω “μπορώ να σας κάνω εγώ;”. Λέει “ξέρεις;”, λέω “ναι, νομίζω ότι ξέρω!”. Πήρα το μικρόφωνο και της έκανα δεύτερη φωνή και πήγε στον μαγαζάτορα και λέει “αυτόν θα τον πάρεις”! Λέει εκείνος “μα το μπάτζετ του μαγαζιού δεν χωράει άλλος τραγουδιστή”. Του λέει τότε: “Αν δεν πάρεις τον Γιάννη, εγώ θα φύγω”! Και το μεροκάματο τότε ήταν 500 δραχμές.
Αφού έκλεισε, λοιπόν, το μαγαζί αυτό, υπήρχε το “Bel Passo”. Εκεί ήταν ο Νιόνιος ο Χατζηδάκης ιδιοκτήτης. Ζήτησε, λοιπόν, να πάω εγώ εκεί και έτσι ξεκίνησε η καριέρα μου το 1973. Και έκτοτε το ένα έφερνε το άλλο…
Οι «ΝΗΣΙΩΤΕΣ»
«Γνωριστήκαμε με την Ηλία τον Καρακατσάνη και μαζί φτιάξαμε τους “ΝΗΣΙΩΤΕΣ”-με κεφαλαία να το γράψεις! Ένα υπέροχο συγκρότημα που το αποτελούσαν εκτός από μένα ο Ηλίας ο Καρακατσάνης, ο Σταύρος ο Χαρτοφύλλης, ο Νίκος ο Μαστόρου, ο Γιάννης ο Μπαριανός και ο Φίλιππας ο Γεωργίου. Έξι χρόνια ήμασταν μαζί κα παίζαμε σε διάφορα μαγαζιά της Ρόδου. Μας κάλεσαν στο Ισραήλ και είχαμε μεγάλη επιτυχία τότε. Νομίζω πήγαμε δύο ή τρεις φορές από τρεις μήνες. Τραγουδούσαμε Χατζηδάκη, Θεοδωράκη, όμως κάναμε διασκευές κομματιών. Όταν ξεκινήσαμε με τους “ΝΗΣΙΩΤΕΣ”, το μαγαζί άνοιγε στις 9:00 μ.μ. και από τις 8:00 μ.μ. περίμενε ο κόσμος να μπει μέσα!
Συνέχισα μετά μόνος μου, έκανα δυο συναυλίες στο Εθνικό Θέατρο και έτσι ξεκίνησε η καριέρα μου. Πολύ παλαιότερα είχα κάνει και έναν δίσκο με κάποιους συναδέλφους.
Αφού χωρίσαμε με τους “ΝΗΣΙΩΤΕΣ”, γιατί… ο ένας βαρέθηκε τον άλλο. Έξι χρόνια ήμασταν μαζί. Είμαστε φίλοι. Ξεκίνησα, λοιπόν, εγώ να κάνω συναυλίες και νομίζω ότι είχαν επιτυχία. Πήγα στου “Ζορμπά” τότε, που ήταν ένα μεγάλο μαγαζί και ξεκίνησα μαζί με τον Αγαπητό τον Πάχο-μεγάλο όνομα κι αυτός και μεγάλη φωνή, καταπληκτική φωνή. Και καλός άνθρωπος. Τον Λάκη τον Κουρκούλη, τον Παντελή τον Τσαβαρή, την Ισιδώρα Σιδέρη. Δούλευαν εδώ, έρχονταν όλη τη σεζόν, περνούσαμε πάρα πολύ ωραία.»
«Δεν το μετάνιωσα που επέστρεψα»
«…Έκανα έναν δίσκο με τον Μιχάλη Πολιά και τον Βασίλη Πολιά το 1994 και είχε πολύ μεγάλες πωλήσεις. Σε έναν μήνα πουλήθηκαν 3000 δίσκοι και ήρθε ο διευθυντής τότε της εταιρίας και μου ζήτησε να πάω στην Αθήνα και να τραγουδάω με τον Γιάννη Πάριο, ως δεύτερο όνομα εγώ, και αρνήθηκα γιατί το παιδί μου, ο γιος μου, μου είχε πει “τον δίσκο σου βλέπεις”. Και έτσι αποφάσισα να μην πάω. Δεν το μετάνιωσα. Ήτανε επιλογή μου να μείνω στη Ρόδο και το ευχαριστήθηκα.
Είτε έναν πελάτη έχει το μαγαζί είτε χίλια άτομα, εγώ το ίδιο τραγουδάω. Εγώ δεν έχω βάλει στο στόμα μου ούτε ουίσκι, ούτε κάπνισα ποτέ. Πίνω την αγάπη των ανθρώπων που έρχονται να μ’ ακούσουν!
Δεν το μετάνιωσα καθόλου που επέστρεψα. Ένα παιδί που ασχολείται (σ.σ. με τη μουσική), μπορεί να σπουδάσει ένα μέρος εδώ, να πάρει τα εφόδια από τη Ρόδο και μετά να πάει στην Αθήνα.
Έκανα κάποιες συναυλίες εγώ στο εξωτερικό και νομίζω ότι η ζωή μου ήταν όμορφη μέσα από τη μουσική. Και τα παιδιά μου κάνουν αυτό που τους αρέσει. Η Μαριτίνα και Χριστιάνα είναι χορεύτριες, έχουν τελειώσει την Κρατική Σχολή Χορού και η μικρή μου τώρα σπουδάζει θέατρο. Η μία χορεύει με τη Μαρίνα Σάττι και τραγούδησε πρόσφατα με την Ελεωνόρα Ζουγανέλη. Και οι δύο επίσης ασχολούνται με το θέατρο.
Ροδίτικες νύχτες…
«Στο “Bel Passo” τραγουδούσαμε με τη Χαρούλα Αλεξίου. Ο Πασχάλης Τερζής, όταν εγώ τραγουδούσα στο “Διόνυσος”, εκείνος ήταν στο “Κάστρο” (σ.σ. στην Παλιά Πόλη), από εκεί ξεκίνησε αυτός. Η Δέσποινα Βανδή, της έκανα φωνητικά το 1990.
Εκπληκτική ήταν η νυχτερινή διασκέδαση στη Ρόδο τότε, από το 1972 και μετά! Μέχρι που τη σταμάτησαν όλοι αυτοί που έπεσαν να “φάνε” τη νυχτερινή ζωή της Ρόδου, όταν άρχισαν οι μηνύσεις κ.λπ.. Δεν υπάρχει νυχτερινή ζωή τώρα… Δεν έκαναν συναυλίες εδώ τότε, έρχονταν και δούλευαν εδώ. Από ‘δω ξεκινούσαν. Η Ρόδος έχει βγάλει πάρα πολλούς μουσικούς, ο Νίκος ο Κούρος, ο Γιάννης ο Σαρίκος.
Τραγουδούσα με την Καίτη Χωματά, είχε έρθει εδώ το 1976, στο “Bel Passo”. Εκπληκτικός κόσμος. Εγώ δεν είμαι του παρελθόντος. Εγώ λέω τι θα κάνω από εδώ και πέρα.
Άλλη φορά πάλι η Βέμπο ήτανε στο μαγαζί που τραγουδούσα, σε μεγάλη ηλικία, στο “Bel Passo” το 1973. Ο Τόνις Μαρούδας επίσης στο “ Bel Ρasso”».

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News