Αγ. Ξάνθης: Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μέσα από μια ευέλικτη ρεαλιστική ματιά…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 652 ΦΟΡΕΣ
Γράφει o
Αγαπητός Ξάνθης
Αρχιτέκτονας
τ. Δ/ντής του ΕΟΤ
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις άρχισαν να επιδεινώνονται και να βαθαίνουν μετά την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, το καλοκαίρι του‘74. Αυτή ήταν και η έντονη ανάφλεξη των γεγονότων, που μέχρι και τώρα βασανίζουν την εξωτερική πολιτική της χώρας μας.
Οι διακυμάνσεις της καμπύλης είναι ενδιαφέρουσες για την εξωτερική ελληνική διπλωματία, στο περίγραμμα του χρόνου, με στιγμές ακραίας έντασης αλλά και στιγμές «ήρεμων νερών» μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
Η Ελλάδα, πιστή στο προληπτικό δόγμα «δεν απειλούμε, αλλά και δεν απειλούμαστε» διατηρεί από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τη μοναδική διαφορά που προκύπτει από τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των δύο χωρών. Μιλάμε για το εύρος των: 1.Υφαλοκρηπίδας και της 2.Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας με την πάγια θέση, ότι η Ελλάδα δικαιούται να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα μέχρι και τα 12 ν.μ από 6 ν.μ που είναι σήμερα, παρά τις σοβαρές αντιρρήσεις της Γείτονος (casus belli).
Ενώ η Τουρκία κατεβάζει στο «τραπέζι» των διαφορών με την Ελλάδα, (10) προβλήματα που υποστηρίζονται κατά την άποψη της Αγκύρας από τον θεσμό της ευθυδικίας, δηλαδή μπορεί η λύση αυτών να επέλθει μεταξύ των δύο μελών μετά από συνεννόηση.
Αυτή η πρόταση εάν και προβλέπεται εν μέρει από το Δίκαιο, δεν μπορεί να σταθεί, μιας και οι διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας εκφεύγουν του τοπικού και εντάσσονται στη διεθνή χωρική κλίμακα με την εκτίμηση των συνόρων της Ελλάδας να είναι πλέον και ευρωπαϊκά.
Όπως συμπληρωματικά είναι και τα ζητήματα με την Κύπρο, που σαν κράτος-μέλος της Ε.Ε. διατηρεί και αυτή όλα τα κεκτημένα που προκύπτουν σχετικά, ακόμη και της ευρωπαϊκής ΑΟΖ (Χάρτης της Σεβίλλης-2003).
Ο «Μίτος της Αριάδνης» που εκφράζει τις διαφορές μεταξύ των δύο Γειτόνων είναι ένα δυσεπίλυτο ζήτημα που όσο κρατεί, τόσο περίπλοκο θα γίνεται και με το όμορο πρόβλημα του «Κυπριακού». Είναι πράγματι ένα ανοιχτό θέμα, που εμπλέκονται πολλοί για «πολλά». Για τους Έλληνες ισχύει ένα μόνο ζήτημα διαφοράς αλλά για τους ανατολικούς γείτονες εμφανίζεται σωρεία ζητημάτων που άπτονται της εικόνας και της γεωπολιτικής της Ν.Α. Μεσογείου.
Η σχολή του –ευέλικτου ή μετριοπαθούς ρεαλισμού- προκρίνει τρεις (3) λύσεις για την επίλυση του ζητήματος «Ε-Τ»1 :
1. Με διμερή διαπραγμάτευση και συμφωνία (το επιδιώκει η Τουρκία).
2. Ο δρόμος της επιδίκασης μέσω συνυποσχετικού του θέματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
3. Με τη χρήση βίας και σ’ επέκταση στρατιωτικής σύγκρουσης.
• Η πρώτη φαίνεται απόμακρη, μιας και οι εμμονές της Τουρκίας περί αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων και υπόστασης των νησιών ως επίσης ελληνικής αυτοάμυνας αλλά και της χάραξης δύο κρατών για την Κύπρο, βάζουν στο κάδρο θέματα που δεν μπορούν να έχουν κατάληξη, προσθέτοντας αρνητικά και το νεοοθωμανικό όνειρο της τουρκικής «Γαλάζιας Πατρίδας-Mavi Vatan»του τ. υποναυάρχου Cihat Yayci.
• Ο δρόμος προς τη «Χάγη» χρειάζεται ένα συνεχή διάλογο διερεύνησης θέσεων και αντιθέσεων από τις δύο πλευρές σε κλίμα εμπιστοσύνης, οριοθέτησης και συμπερίληψης με ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο προετοιμασίας στην αντίληψη win/win (kazan-kazan). Η θεματολογία εξαρτάται από τις θέσεις των δύο, πάνω στη βάση του Διεθνούς Δικαίου που αποδέχονται και τα δύο μέρη (έστω και με τη συμμετοχή επιδιαιτητή).
• Η τελευταία περίπτωση δεν χρειάζεται ανάλυση, γατί μιλάνε τα όπλα αντί ημών και υμών.
Ο καθηγητής Παναγιώτης Ιωακειμίδης αναφέρει στο βιβλίο του «Ευρώπη, Ελλάδα, Τουρκία», (2019) εκδόσεις: Παπαζήση, το πνεύμα της ανάγκης αλληλοκατανόησης των δύο χωρών και ειδικότερα γράφει: «Δεν συμφέρει μια Τουρκία απομονωμένη, αλλά μια Τουρκία που συνομιλεί με τη Δύση.
Όσο για τις εξελίξεις στις σχέσεις Ε-Τ διατυπώνει τέσσερις (4) βασικές παραδοχές: 1. Ο χρόνος δεν εργάζεται υπέρ της Ελλάδας, 2. Οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν μπορούν να λυθούν με «όρους ισχύος», 3. Οσο μακρύτερα είναι η Τουρκιά από την Ευρώπη τόσο επιθετικότερη γίνεται και τέλος, 4. Η Τουρκία δεν είναι μονολιθική χώρα, αλλά περίπλοκη με πολλές διαιρέσεις».
Η κατεύθυνση που τώρα η κυβέρνηση χειρίζεται τις Ε-Τ σχέσεις μεταξύ διάλογου σε υψηλό επίπεδο (βλ. Διακήρυξη των Αθηνών), οικονομικής συνεργασίας (βλ, «χρυσή βίζα») και παράλληλα καταθέτει την οριοθέτηση των κόκκινων γραμμών μας σηματοδοτεί την αντίληψη μιας έξυπνης διπλωματίας.
Απομακρυσμένη από εθνικιστικές φωνές και μαξιμαλιστικές απόψεις που πάντοτε απομονώνουν στο σημερινό πολύπλοκο κόσμο, κερδίζει πόντους στο διεθνές στερέωμα, τη στιγμή μάλιστα, που στις ΗΠΑ έχει εκλεγεί ο Ντόναλντ Τραμπ, ακόλουθος της σχολής του αμείλικτου ρεαλισμού και της σκληρής πολιτικής οικονομίας.
Κρατάμε τον λόγο του πρωθυπουργού στην πρόσφατη επίσκεψη στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που μίλησε περί σταθερότητας και συνέχισης των άριστων φιλικών και εταιρικών σχέσεων με τις ΗΠΑ, ανεξάρτητα ποιος θα εκλεγεί στον προεδρικό θώκο της υπερδύναμης του «δυτικού τόξου».
Τα βήματα των Ε-Τ σχέσεων είναι βέβαιο ότι θα περπατήσουν, γιατί η στασιμότητα δεν απηχεί το εξελισσόμενο γεωπολιτικό τοπίο στη Ν.Α. Μεσόγειο, φτάνει να τεθούν καθαρά και πιστικά τα όρια και προϋποθέσεις της εθνικής μας κυριαρχίας και των δικαιωμάτων που πηγάζουν από το Διεθνές Δίκαιο.
Στο χέρι μας είναι…
Υ.Γ. Τις ώρες που γραφόταν το άρθρο, οι δύο υπ. Εξ, κ.Γεραπετρίτης και κ.Φιντάν, συναντιόντουσαν στην Αθήνα με τη στόχευση της συνέχισης της «ατζέντας συνομιλίας» πάνω σ΄ ένα περίγραμμα: ότι παρά τις διαφωνίες, η συνέχιση του διαλόγου και της διατήρησης του κλίματος ηρεμίας μεταξύ των δύο χωρών είναι προς όφελος και των δύο πλευρών.
*Ο αρθρογράφος είναι αρχιτέκτονας, μεταδιδακτορικός υπότροφος του Πανεπιστημίου Αιγαίου, διδάσκων στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του μεταπτυχιακού προγράμματος «Περιβαλλοντική Εκπαίδευση»
1. Βλ. σχετ. το άρθρο του Αλέξη Παπαχελά στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» στις 27.10.20204 με τίτλο: «Τρεις λύσεις στα Ελληνοτουρκικά».

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News