Ανθρακοποιία: μια επαγγελματική δραστηριότητα των Καστελλοριζίων

Ανθρακοποιία: μια επαγγελματική  δραστηριότητα των Καστελλοριζίων

Ανθρακοποιία: μια επαγγελματική δραστηριότητα των Καστελλοριζίων

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 809 ΦΟΡΕΣ

Γράφει o Κυριάκος Μιχ. Χονδρός
chondros.kyr@gmail.com


Μια δραστηριότητα των Καστελλοριζίων που έχει τις ρίζες της σε περασμένους αιώνες και διεκόπη στο τέλος του 19ου αιώνα, ήταν η παραγωγή κάρβουνων, την οποία εξήγαγαν σε χώρες της Μέσης Ανατολής με τον ιστιοφόρο εμπορικό στόλο.

Η επαγγελματική αυτή δραστηριότητα, είναι μέχρι σήμερα άγνωστη στη σύγχρονη ιστοριογραφία, δεν αναφέρεται σε κανένα σύγγραμμα, ενώ αποτελούσε ένα κεφάλαιο του εξαγωγικού και μεταφορικού εμπορίου του ακριτικού νησιού για πολλούς αιώνες.
Αυτό το ανεξερεύνητο κεφάλαιο, αποτέλεσε μία ακόμα παραγωγική δραστηριότητα η οποία μαζί με τη ναυτιλία, τη ναυπήγηση, τη σπογγαλιεία και την αλιεία, πρόσφεραν σημαντικά οικονομικά, πνευματικά και πολιτισμικά ευμάρεια και ανάπτυξη, στην τοπική κοινωνία, υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Έχουμε επισημάνει και καταγράψει πάνω από 30 θέσεις με καμίνια παραγωγής κάρβουνου, σε διάφορες θέσεις εκτός οικισμού. Τα υπαίθρια αυτά καμίνια, κατασκεύαζαν ειδικοί τεχνίτες, που γνώριζαν την αρχιτεκτονική τους, τις καιρικές συνθήκες και τη μορφή του εδάφους για την καλύτερη λειτουργία τους. Μια τέτοια περιοχή με μικρές βιοτεχνίες κάρβουνου ήταν το Μανδράκι, στην ανατολική πλευρά του νησιού.

Η κατασκευή του καμινιού γινόταν με πρακτικό τρόπο.
Μετρούσαν το εμβαδόν του καμινιού με τα βήματα, ανατολικά προς δυτικά και μετά βόρεια προς νότια. Αν τα βήματα ήταν 6 περίπου μέτρα, το καμίνι θα έβγαζε χίλιες με χίλιες διακόσιες οκάδες κάρβουνου, ενώ αν ήταν 8 μέτρα, η παραγωγή του κάρβουνου θα ζύγωνε τις 2.000 οκάδες. Το Καστελλόριζο, δεν διέθετε δάση για κοπή δέντρων κατάλληλων για την παραγωγή. Ξυλεία διέθεταν οι απέραντες εκτάσεις στην απέναντι Λυκία, όπου οι Καστελλορίζιοι με ελάχιστο κόστος αγόραζαν και μετέφεραν στο νησί τους.

Τόση ήταν η κατανάλωση του κάρβουνου ώστε αγόραζαν ή κατασκεύαζαν οι ίδιοι στα παράλια της Μικράς Ασίας.
Κατάλληλα δέντρα ήταν η αγριοελιά, η βελανιδιά, κουμαριά, και κάθε άλλο είδος άγριου δέντρου.
Για να παρασκευαστεί το κάρβουνο, τοποθετούσαν τα ξύλα περιμετρικά αρχικά τα πλέον αδύνατα και κατόπιν τα πιο χοντρά με μια κλίση σαν να σχημάτιζαν ένα μεγάλο χωνί. Εσωτερικά ο χώρος ήταν κούφιος ώστε να διευκολυνθεί η κίνηση του αέρα για να μην σβήσει η φωτιά και για να βγαίνει ο καπνός και να μην εκραγεί. Η φωτιά ξεκινούσε πάντα από κάτω και επεκτεινόταν προς τα πάνω.

Σημαντικό στάδιο στην καύση ήταν το γέμισμά του με ξύλα και με μεγάλη προσοχή ώστε να μην καταρρεύσει. Η καύση γινόταν με αργό ρυθμό. Η καύση διαρκούσε δυο εβδομάδες.
Τριάντα τόνοι ξύλων παρήγαγαν οκτώ περίπου τόνους κάρβουνο.
Η παραγωγή ξεκινούσε από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο. παρά το γεγονός ότι το επάγγελμα ήταν εποχικό, απασχολούσε αρκετές οικογένειες.

Εκείνα τα χρόνια το κάρβουνο ήταν πολύ χρήσιμο για θέρμανση, για μαγείρεμα. για παραγωγή ενέργειας κ.λπ. Χρησιμοποιήθηκε ως καύσιμη ύλη για ατμομηχανές.
Η δραστηριότητα αυτή, των μικρών βιοτεχνιών, σταμάτησε το 1943.
Το κάρβουνο αυτό, αφού το τοποθετούσαν σε τσουβάλια, το φόρτωναν στα καράβια και τον εξήγαγαν σε Αίγυπτο, Συρία, Κύπρο, Παλαιστίνη και σε νησιά του Αιγαίου.

Αναφορές στον κλάδο αυτό της τοπικής παραγωγής αλλά και εξαγώγιμου προϊόντος, που έπαψε πλέον να υφίσταται, έχουμε γραπτές μαρτυρίες, όσων ασχολήθηκαν με την ιστορία του Καστελλορίζου.
Ο διδάσκαλος του Γένους και λαογράφος Αχιλλεύς Σπ. Διαμαντάρας, γράφει για την περίοδο των τελευταίων χρόνων της οθωμανικής κυριαρχίας:
[…] διά των λέμβων ποριζόμεθα εκ της απέναντι ηπείρου την καύσιμον ύλην, την οικοδομήσιμον και ναυπηγήσιμον κυλείαν […].

Ο Ευάγγελος Δ. Σπάρταλης, ο γλυκύτατος αυτός άρχοντας, καταθέτει τη δική του μαρτυρία:
Πολλοί εμποροπλοίαρχοι είχαν δικές τους εργολαβίες κι έφτιαχναν εκεί (στη Μικραστιακή γη), ξυλοκάρβουνο.
Στη δούλεψή τους βρίσκονταν πολλοί Τούρκοι μα και δικοί μας, που δούλευαν στο κάρβουνο. Αυτός ο «μαύρος χρυσός» κουβαλιόταν στο λιμάνι της Αλεξάντρας, του Πόρτο Σαϊτιού και του Βερουτιού και στην επιστροφή γινόταν κίτρινος. Το ‘χαν να λεν οι Καστελλοριζιοί: «δίουμε μαύρον χρυσό τσε παίρνουμε τσίτρινο».

Ο Λάζαρος Χατζηγιαννάκης, ιατρός, μας λέει πως:
Κύριο ανέκαθεν επάγγελμα των κατοίκων ήτο το του ναυτικού με αποκλειστική απασχόλησι στο διακμετακομιστικό εμπόριο.
Ο συγγραφέας παραθέτει ένα απόσπασμα από το δεκαενθήμερο φιλολογικό περιοδοικό του νησιού Φιλία, (1910-1912), στο οποίο καταγράφεται πως:
Ξυλεία. Εις το είδος τούτο εργάζονται δύο εμπορικοί οίκοι: του κ. Σάββα Ιωαννίδου και Λ. Ευθυμίου και υιών με αποστολήν αυτής εις εμπορικούς οίκους της Συρίας και της Τριπολίτιδος, οι οποίοι και την προαγαροράζουν. Ξυλάνθρακες:
Εις το είδος τούτο μόνον ο κ. Μιχ. Ι. Σταματίου επιδίδεται.

Μια ακόμα καταγραφή έχουμε από τον συγγραφέα Παντελή Κων. Παντελή, ο οποίος γράφει:
Από τις μεταφορές των ποικίλων εμπορευμάτων – προπαντός ξυλείας και ξυλανθράκων – οι καπιτάνοι πλούτισαν. Ο πλούτος αυτός τους ανεβίβασε κοινωνικά, ώστε αποτέλεσαν την άρχουσα τάξη του νησιού.
Για τους ξυλάνθρακες μας μιλά και ο Ευάγγελος Ν. Βαρδαμίδης:

Διενεργούσαν δε το εμπόριον τούτο δια μικρών και μεγάλων ιστιοφόρων εκ της αντιπέραν Ανατολής και ιδίως ξυλεία όλων των ειδών, ξυλάνθρακας, πευκοφλοιούς, βαλανίδια και τα τοιαύτα, τα οποία επώλουν εις Αίγυπτον, Συρίαν, Παλαιστίνην, Κύπρον και τας νη΄σηους του Αιγαίου.
Ο πολυγραφότατος Μιλτιάδης Λογοθέτης, αναφερόμενος στο εμπόριο των Νοτίων Σποράδων, κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, γράφει, για τη ανθρακοποιία της Ικαρίας, γεγονός που αφορά και το Καστελλόριζο, πως:

Το 1880 η Τουρκία επέβαλε φόρους και διατυπώσεις στην υλοτομία, πράγμα που σε συνδυασμό και με την εμφάνιση των κεχαγιάδων (επιχειρηματίες ανθρακοποιίας), οδήγησε σε κρίση τον κλάδο με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν οι Ικαριώτες την Μικρασία και να γυρίσουν στην πατρίδα τους ξαναρχίζοντας τις γεωργικές τους εργασίες.

Τη δραστηριότητα αυτή, ανέπτυξαν και τα νησιά της Δωδεκανήσου και ακόμα και σήμερα υπάρχουν καμίνια που παράγουν κάρβουνο. Υπάρχει και κάρβουνο που εισάγεται από χώρες του εξωτερικού και υπάρχει διαβάθμιση στην ποιότητά του.

Με τη λέξη καρβουνιάρης, ονομάζουμε τον πωλητή κάρβουνου, τον κατασκευαστή ξυλανθράκων, το βοηθό του θερμαστή σε ατμόπλοιο, το βοηθό οδηγού ατμόπλοιου και το μικρόσωμο πουλί της οικογένειας τσιχλών, γνωστό και ως κοκκινούρη.
Επίσης καρβουνιάρη ονόμαζαν τα πλοία που χρησιμοποιούσαν κάρβουνο ως καύσιμη ύλη, αλλά και τα σύγχρονα που έβγαζαν μαύρο καπνό. Με την ονομασία αυτή υπάρχουν επώνυμα.

Ο λαός μας όπου ξέρει να κεντά στον καμβά της λαϊκής παράδοσης, στίχους και τραγούδια, δημιούργησε αυτές τις μαντινάδες:
1
Ας είχα κάρβουνα σβηστά
και φλόγες να μην καίνε,
να κάψω εκείνη πούκανε
τα μάτια μου να κλαίνε.

2
Αλλοίμονο φωτιά πούφαγα
και κάρβουνα κατάπια
δεν μου τη σβήσαν
τη φωτιά
όσα νερά κι αν τάπια.

3
Αφού θωρείς τα κάρβουνα
πως άφτουνε και καίνε,
άμα τα πιάσεις και καείς
οι άλλοι τι σου φταίνε;

4
Αρέσει μου να κάθομαι
στη παραστιά στο τζάκι
με τα καυτά τα κάρβουνα
να ψήνω καφεδάκι.

Πριν από λίγα χρόνια, υπήρχε ένας πωλητής κάρβουνου, ο γνωστός Λόντος, ο οποίος κάθιδρος, κουρασμένος και με βλέμμα απόγνωσης, τραβούσε ένα καρότσι φορτωμένο, γυρίζοντας στις γειτονιές της Ρόδου. Την εικόνα αυτή, άκρως εντυπωσιακή, κατέγραψε ο φακός του Νίκου Κασέρη και η εξαιρετική αυτή φωτογραφία του βρισκόταν σε γραφείο του Δήμου της Ρόδου. Μάλιστα η εφημερίδα «Ενημέρωση» καταχώρισε σχετικό χρονογράφημα.


Σημειώσεις:

1. Αχιλλεύς Σπ. Διαμαντάρας, «Η Νήσος Μεγίστη», Αλεξάνδρεια 1893, σ. 25. Για τη ζωή και το έργο του λαογράφου αυτού, βλ. Ευαγγελία Ν. Μωραίτου-Βάσου, Αχιλλέας Διαμαντάρας, Αθήνα 1990, σ. 70.
2. Ευάγγελος Δ. Σπάρταλης, «Τότες… στο Καστελλόριζο», Αθήνα, 1979, σ. 46.
3. Λάζαρος Χατζηγιαννάκης, «Λεύκωμα Καστελλορίζου», Αθήνα 1968, σ. 107.

4. Παντελής Κων. Παντελής, «Η ιστορία και η διάλεκτος των κατοίκων της νήσου Μεγίστης (Καστελλορίζου)», Αθήνα, σ. 2002, σ. 183.
5. Ευάγγελος Ν. Βαρδαμίδης, «Ιστορία της νήσου Μεγίστης (Καστελλορίζου)», Αλεξάνδρεια 1848, σ. 72.
6. Μιλτιάδης Λογοθέτης, «Όψεις του πολιτικού και οικονομικού βίου των Δωδεκανήσων, κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας (1821-1912)», Αθήνα 1994, σ. 18.
7. Τετράδιο συγγραφέα με καταγραφές ναυτικών (1964-1974).

Διαβάστε ακόμη

Κυριάκος Μιχ. Χονδρός: Οι διώξεις Καστελλοριζίων και άλλων Δωδεκανησίων κατά την περίοδο της ιταλικής Κατοχής

Κοσμάς Σφυρίου: Ώρα για κοινωνική δικαιοσύνη!

Αργύρης Αργυριάδης: Αν δεν είχε έρθει το ΠΑΣΟΚ το 1981...

Κοσμάς Σφυρίου: Στη Λιβύη, αποτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, δυστυχώς!

Γιάννης Σαμαρτζής: Γιατί η Ελλάδα υστερεί σε Επενδύσεις: Η θέση της στην ΕΕ και οι διαχρονικές φάσεις της Οικονομίας

Ηλίας Καραβόλιας: Η βολική μηχανική της ανεστραμμένης πραγματικότητας

Γιάννης Παρασκευάς: Κληρονομιά και κληρονόμοι

Θάνος Ζέλκας: Η διαφθορά δεν έχει πατρίδα