Σελίδες Ιστορίας-1821, τα 200 χρόνια: Ο Καστελλοριζιός Κουρσάρος, φόβος και τρόμος του άσπονδου εχθρού

Σελίδες Ιστορίας-1821, τα 200 χρόνια: Ο Καστελλοριζιός Κουρσάρος, φόβος και τρόμος του άσπονδου εχθρού

Σελίδες Ιστορίας-1821, τα 200 χρόνια: Ο Καστελλοριζιός Κουρσάρος, φόβος και τρόμος του άσπονδου εχθρού

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 802 ΦΟΡΕΣ

Η συνάντηση με τους γονείς του και το τέλος του

Του Αναστασίου Γιαρενάκη

Βρισκόμαστε στην εποχή της Ελληνικής Επαναστάσεως(1). Το μικρό κύμα που χαδιάρικα λίκνιζε με τον φλοίσβο του την πέτραν του γιαλού, γεμάτο άγρια λύσσα, πέφτει άξαφνα και μεταβάλλει σ’ ελεεινά συντρίμμια τον ακλόνητο βράχο της Τουρκικής Αυτοκρατορίας(2).

Οι αρματωλοί(3) στα βουνά κ’ οι κουρσάροι στη θάλασσα, πολεμώντας για της Πατρίδος την ελευθερία και για του Χριστού την πίστη την αγία, κατώρθωσαν μέσα σε λίγα χρόνια να ταπεινώσουν τον άγριον Ασιάτη καταχτητή, που ολόκληρη η Ευρώπη, τρόμαζε ν’ αντιμετωπίση.
Μέσα στα στήθεια του Έλληνα ραγιά, άναψε κ’ εφούντωσε η φλόγα της εκδικήσεως. Κι αρχινά ο Μεγάλος, ο Ιερός Αγώνας για την Ελευθεριά.

Οι νησιώτες του Αιγαίου, αψηφώντας μέσα στον μεγάλο ενθουσιασμό του ατιθάσου χαρακτήρα τους, την τρομερή ματιά του γίγαντα δυνάστη, πηδούν στες βαρκούλες τους, και κάμνοντας τον σταυρό τους, χαροπαλεύουν κι αυτοί για την απολύτρωσι της φτωχειάς μας Μάνας.

Όλα τα νησιά πολεμούν. Το Αιγαίον ανάστατο. Κι ερχόμαστε στη Μεγίστη-Καστελλόριζο, στο απομακρυσμένο εκείνο αλλά ηρωικό νησάκι του συμπλέγματος των Νοτίων Σποράδων που μέσα στην προσπάθειά του να βοηθήση κι αυτό την Μητέρα Ελλάδα, όλως τυχαίως ανέδειξε, ένα φανατικώτατον και άσπονδο διώχτη του Τούρκου, τον αρχικουρσάρο Νικήταν Παρπούτην, με μια πολύ παράδοξη και συγκινητική ιστορία(4).

Είναι ένα γλυκύ ανοιξιάτικο απομεσήμερο του Μάη. Η θάλασσα του Καστελλορίζου ήρεμη, γλυκειά, αναδίδει μια βαρειά μυρωδιά ιωδίου, που μεθά την γύρω ατμόσφαιρα. Τα πουλάκια στους θάμνους κελαδούν, τα λουλούδια στις πλαγιές ολάνοιχτα λαμποκοπούν και τα παιδάκια, χαρούμενα, πηδώντας τους βράχους, στριφογυρίζουν το καλαμίδι στα χέρια τους.

Ώρες ολόκληρες ψαρεύουν στα βράχια τα μικρά. Μαζί με τόσα άλλα είναι κ’ ένα ηλιοκαμένο μαυριδερό παιδάκι, ίσαμε 12 χρόνων, ο Νικήτας του Γιώργη του Μπαρπούτη(5), που πεισματάρικο καθώς είναι, απομακρύνεται από τα’ άλλα, και ρίχνει ακατάπαυστα τ’ αγκίστρι στη θάλασσα, ώσπου αποκοιμιέται στο βράχο.

Ένα κουρσάρικο καράβι περνώντας τυχαίως απ’ εκεί το παίρνει. Εκεί μέσα σε λίγα χρόνια γίνεται το πρωτοπαλίκαρο και σε μια συμπλοκή με κάποιο τούρκικο καράβι, που σκοτώθηκε ο κουρσάρος καπετάνιος του, παίρνει την αρχηγία. Από τότε, αρχινά μια δραματική ιστορία. Ξέρει καλά ποιος είναι. Θυμάται και νοσταλγεί τα’ αγαπημένο του νησάκι, λαχταρεί ν’ αγκαλιάση και να φιλήση τους γέρους γονιούς του και τ’ αδέλφια του που πεια τον είχαν για χαμένο, αλλά δεν μπορεί.
Οι Τούρκοι τον έχουν ξεγράψει και τον κυνηγούν με μανία, γιατί ήταν γι’ αυτούς το φόβητρο κ’ η καταστροφή όπου περνούσε.

Η σκληρή κουρσάρικη ζωή του μέσα στα μανιασμένα κύματα του γιαλού, ο μεγάλος πόθος του να δη τους δικούς του, απ’ τους οποίους άθελα χωρίστηκε, το πείσμα της εκδικήσεως τον έκαμαν άγριο και αδυσώπητον κυνηγητή των Τούρκων.
Θέριευε, λύσσαζε στ’ αντίκρυσμα καραβιού με την ημισέληνο. Σαν τίγρης έπεφτε με το κουρσάρικό του κι αφρισμένος ξέσχιζε με τα δόντια του τους τυράννους της Πατρίδας. Καταντούσε μανιακός…

Αλλά η μανία του αυτή δεκαπλασιάστηκε σαν έμαθε πώς το φτωχό του νησάκι, επειδή μερικοί Καστελλορίζιοι σκότωσαν το γυιό του Καπετάν Πασά της Τουρκίας σε μια σύγκρουσί τους στο στενό μεταξύ Ανατολής και Μεγίστης-τότε βγήκε το τραγούδι «Ο Κωνσταντής της Κουφής, από το αίμα το πολύ…, αφέθηκε έρημο, γιατί φοβούμενοι οι άνθρωποι την εκδίκησι του Καπετάν Πασά που διέταξε τον Στόλο του να τραβήξη στο Καστελλόριζο και να το κάψη, μπήκαν στα καράβια τους και πήγαν στ’ άλλα νησιά κ’ έμειναν 8-10 χρόνια, ως τότε που αναγνωρίστηκε η Ελλάς ελεύθερον κράτος, έκλεισε η ειρήνη κ’ εδόθηκεν αμνηστία.

Τότε γύρισαν ξανά στο εγκαταλελειμμένο τους νησάκι οι Μεγιστείς. Την εποχήν ακριβώς αυτήν εξελίσσεται μια απ’ τες πειό δραματικές και συγκινητικές σκηνές της ιστορίας μας.
Ο καπιτάν Παρμπούτης(6) που διψώντας εκδίκησι για την ερήμωσι του νησιού του, αποθρασύνεται τόσο, ώστε ανεπιφύλαχτα πειά πλέει σ’ όλες τες ακταίς και τα παράλια της Μεσογείου, ζητώντας και σκοτώνοντας τους Τούρκους-μια μέρα συναντά ένα πλοίο και το σταματά. Πηδά μέσα με μερικούς δικούς του και ζητά απ’ τους επιβάτες χρήματα και τρόφιμα γιατί βρισκόταν σε δύσκολη θέσι.

Ένας γέρος μ’ άσπρη, κάτασπρη γενειάδα, διαμαρτύρεται κι ο Κουρσάρος αγριεύει.
Τότε επεμβαίνει μια γρηούλα και με το γλυκό εκείνο «γιάντα μωρό μου; Εν έχουμε;», αφήνει να εννοηθή πώς είναι Καστελλορίζιοι. Αμέσως το σκοτεινό και άγριο πρόσωπο του Νικήτα γαλήνεψε και μέσα στη μνήμη του ήρτε η ανάμνησι των δικών του και της Πατρίδος του. Έγνεψε στους ναύτες του ν’ απομακρυνθούν και πλησιάζοντας με συγκίνησι την γρηούλα, την ρωτά αν είναι απ’ το Καστελλόριζο και ποία είναι.

Αλλά Θεέ μου με πειό ανείπωτο ξεχείλισμα ψυχής, με ποία μεγάλη και ασυγκράτητη χαρά άκουσε την ίδια τη μάνα του να του λέη, πως είναι η οικογένεια του Γ. Μπαρμπούτη απ’ το Καστελλόριζο!
Η καρδιά του φούσκωσε απ’ τους παλμούς, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
-Είμαι ο γυιός σας, είμαι ο Νικήτας σας τους είπε κ’ έπεσε στην αγκαλιά τους, λιπόθυμος.

Η σκηνή δεν περιγράφεται. Γέροι και παιδιά, όλοι μαζί έκλαιαν απ’ την συγκίνησί τους. Αργότερα σαν πέρασε όλη εκείνη η πρώτη συγκίνησις, με πόση θέρμη κι επιμονή παρακάλεσαν τον Νικήτα να πάη μαζί τους στο Καστελλόριζο, αλλά εκείνος, έμεινε ανένδοτος.

Με μεγάλη λύμη τους χαιρέτισε, τους ζήτησε την ευχή τους κι έφυγε, αφού τους συνόδεψε αρκετά με το κουρσάρικό του.
Πέρασαν από τότε μερικά ακόμα χρόνια, χρόνια γεμάτα αφάνταστο πείσμα κι εκδίκησι, γεμάτα ηρωισμό και μεγαλουργήματα, χρόνια π’ άφησαν σταθμό στην κουρσάρικη ζωή του 1821, χρόνια που απαθανάτισαν κ’ εδόξασαν το απομακρυσμένο εκείνο νησάκι, την Μεγίστη, την περήφανη πατρίδα του ατρόμητου εκείνου θαλασσόλυκου, του αρχικουρσάρου Νικήτα Μπαρμπούτη.
Αλλά τέλος, επήλθε το Μοιραίον.

Ένα βράδυ, καθώς γλέντιζε σ’ ένα κέντρο της Αττάλειας ο δοκιμασμένος εκείνος ναύτης, προδόθηκε και συνελήφθη άξαφνα.
Σε λίγες μέρες, στο ίδιο εκείνο μέρος, τον κρέμασαν αφού τον ετυράννησαν αρκετά.
Μα ξεψυχώντας ο υπερήφανος εκείνος Καστελλοριζιός, εφώναξε προς τους Τούρκους:
- Αρκετά εκδικήθηκα, δουλεύοντας για την Πατρίδα!

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η Μεγίστη», Ιστορικόν, Λαογραφικόν και Κοινωνικόν περιοδικόν, Όργανον των Απανταχού Καστελλοριζίων, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1938, έτος Α’. Εκδότης –Διευθυντής Νικόλαος Στεφάνου. Το κείμενο έγραψε στις 4 Οκτωβρίου 1938 στην Αθήνα ο Αναστάσιος Γιαρενάκης. Το αφιερώνει στον εκδότη. Ποιος είναι ο Γιαρενάκης; Σιαννίτης, ανάπηρος εκ γενετής, λαογράφος, ποιητής ύμνησε το χωριό και την περιοχή του. Έμεινε στην Ιστορία ως θρύλος. Ένας κατάσκοπος και μέγας εχθρός των τυράννων της πατρίδας του, Ιταλών και Γερμανών.

Έγραφε…έγραφε…έγραφε. Σε ένα ποίημά του που έδωσε στη δημοσιότητα στη «Νέα Ρόδο» με τίτλο ο «Αδικημένος» στον τρίτο στίχο σημειώνει: «Μόν’ εγώ αδικημένος/ Σ’ ένα κόσμο λύπης πατώ/ Κ’ απ’ την μοίρα καταδικασμένος/ Δεν ’μπορώ να περπατώ». Και συμπληρώνει τη ζωή του σε ένα άλλο ποίημα γραμμένο κι αυτό στη «Νέα Ρόδο» με τίτλο «Το όνειρό μου». Με αυτά που μας άφησε έμεινε παντοτινά αιώνιος, ένας γίγαντας. Παρουσίαση-σχολιασμός Κώστας Τσαλαχούρης.

2. Βαλαωρίτη Αριστοτέλη (1824-1879), Ποίημα «Ο βράχος και το κύμα». Βράχος είναι ο κατακτητής και ο Ελληνισμός είναι το κύμα.
3. Ακολουθείται η γραφή του συγγραφέα.
4. Το διηγήθηκε ο εν Αιγύπτω μεγαλοβιομήχανος Μεγιστεύς Δημήτριος Πισπινής.
5. Τώρα το αναφέρει Μπαρπούτη. Νομίζουμε ότι το σωστό είναι Μπαρμπούτη.
6. Και πάλιν έτσι το γράφει.

Ο Αναστάσιος Γιαρενάκης στο Μαντράκι  με το καροτσάκι του. Ποιος δεν τον θυμάται!
Ο Αναστάσιος Γιαρενάκης στο Μαντράκι με το καροτσάκι του. Ποιος δεν τον θυμάται!
Τέλη του 19ου  με αρχές του 20ού αιώνα, το Καστελλόριζο  σε εποχές υπέρτατης ευημερίας και προόδου
Τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα, το Καστελλόριζο σε εποχές υπέρτατης ευημερίας και προόδου
Πανόραμα Καστελλορίζου.  Φωτό παρμένη από τον Άγιο Στέφανο
Πανόραμα Καστελλορίζου. Φωτό παρμένη από τον Άγιο Στέφανο
Το Καστελλόριζο, οι νησίδες του και απέναντι τα Μικρασιατικά παράλια
Το Καστελλόριζο, οι νησίδες του και απέναντι τα Μικρασιατικά παράλια
Τα νεότερα χρόνια. Ένα από τα εναπομείναντα σκάφη  του Καστελλορίζου στη δεύτερη δεκαετία του 1900. Η ιταλική  σημαία δεν μπορεί  να… αναπετάσει για να μολύνει τον αέρα του νησιού…
Τα νεότερα χρόνια. Ένα από τα εναπομείναντα σκάφη του Καστελλορίζου στη δεύτερη δεκαετία του 1900. Η ιταλική σημαία δεν μπορεί να… αναπετάσει για να μολύνει τον αέρα του νησιού…

Διαβάστε ακόμη

Η περιοδεία της Παναγίας της Σκιαδενής τη Σαρακοστή και τη Λαμπροβδομάδα: Θαυματουργές ιάσεις – πετρωμένα καράβια

Μ. Κολεζάκης: Η σημασία της 31ης Μαρτίου 1947 μέσα από τον τύπο της εποχής

Ν. Στ. Μανούσης: Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων και η στιγμή της συλλογικής λύτρωσης

Al Bowlly: Ο Έλληνας από τη Ρόδο που έγινε ο πρώτος «ποπ σταρ» στον κόσμο

Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα: Τα Ιταλικά του Μανώλη

Μανώλης Κασσώπης: Ένας Καρπάθιος της γενιάς της θυσίας και της δημιουργίας: Η ζωή του Γιάννη Καρακατσάνη

Οι Ιταλοί εξοπλίζουν την Κάρπαθο στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Οι Δωδεκανήσιοι φοιτητές υπό φασιστική επιτήρηση