Οι αρνητικές σκέψεις είναι γνωστές στο χώρο της Ψυχολογίας ως «γνωστικές διαστρεβλώσεις» ή ως «λάθη στη σκέψη» και αποτελούν τη βάση πολλών συναισθηματικών διαταραρχών και εκδηλώσεων άγχους. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, τους άλλους ή γενικότερα ο τρόπος που ερμηνεύουμε τον κόσμο και την πραγματικότητα (κοσμοθεωρία) επηρεάζει τα συναισθήματά μας, τις πεποιθήσεις μας και ανάλογα τις συμπεριφορές και τις πράξεις μας. Η παρατεταμένη εστίαση σε αρνητικές σκέψεις ενέχει τον κίνδυνο να εγκλωβιστεί το άτομο σε έναν φαύλο κύκλο «αρνητικής προκατάληψης», όπου οι αρνητικές ερμηνείες είναι πιθανό να εγείρουν ανσφάλειες, φόβους, ενοχές, θυμό, απογοήτευση, άγχος, θλίψη, ζήλια παραίτηση αδράνεια, γενικευμένη απαισιοδοξία, αίσθημα αποτυχίας και απώλεια του νοήματος στη ζωή. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμηση του ατόμου βρίσκονται υπό συνεχή αποδυνάμωση, καθώς το ίδιο μοιάζει να μην είναι ποτέ ικανοποιημένο από τον εαυτό του, εστιάζοντας μονίμως στην αρνητική πλευρά των πραγμάτων (ελαττώματα, κριτική από τους άλλους, συγκρίσεις). Πώς μπορεί όμως ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει ότι οι σκέψεις του δεν είναι ρεαλιστικές και αντικειμενικές; Συνήθως όσοι παρασύρονται σε τέτοιου είδους σκέψεις: • δυσκολεύονται πολύ να είναι θετικοί • νιώθουν ότι η ζωή είναι εναντίον τους • πάντα φαντάζονται το χειρότερο • αισθάνονται ότι δεν αξίζουν και δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των άλλων • υποφέρουν από «οδυνηρές» αναμνήσεις του παρελθόντος • δυσκολεύονται να αποδεχθούν θετικά σχόλια • πιστεύουν ότι είναι άχρηστοι • νιώθουν συχνά οργισμένοι, αγχωμένοι, στεναχωρημένοι και δυσκολεύονται να απολαύσουν τη ζωή • δεν τους γεμίζει η δουλειά, η ερωτική ζωή τους και δεν μπορούν να βρουν κίνητρο για ο,τιδήποτε • αισθάνονται ότι οι άλλοι δεν τους στηρίζουν, όπως θα ήθελαν οι ίδιοι. Πρόκειται για αρνητικές εσωτερικές αντιδράσεις/πεποιθήσεις που παγιώνονται με την πάροδο του χρόνου. Τα πιο συνηθισμένα «λάθη» στις σκέψεις, τα οποία και πυροδοτούν τις γνωστικές διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας συμβαίνουν α) όταν βγάζουμε αυθαίρετα γρήγορα συμπεράσματα, β) όταν σκεφτόμαστε περισσότερο με το συναίσθημα παρά με τη λογική, γ) όταν υποβιβάζουμε συνεχώς τα θετικά στοιχεία και εμμένουμε στα αρνητικά, δ) όταν αντιμετωπίζουμε πρόσωπα και καταστάσεις με βάση τη διπολική σκέψη του τύπου «όλα ή τίποτα», «άσπρο ή μαύρο», ε) όταν υπεργενικεύουμε ή υπεραναλύουμε, κινδυνεύοντας να υποπέσουμε σε εμμονές και τέλος στ) όταν ξεχνάμε ότι ένα γεγονός είναι δυνατό να υπόκειται σε πολλαπλές διαφορετικές ερμηνείες πέραν της δικής μας. Άνθρωποι που κατακλύζονται συνεχώς από αρνητικές σκέψεις θέτουν οι ίδιοι εμπόδια στη ζωή τους. Πιο συγκεκριμένα, καταβάλλονται συχνά από το φόβο της αποτυχίας («δε ρισκάρω να αποτύχω»), υποβάλλουν τον εαυτό τους σε συνεχείς συγκρίσεις («οι άλλοι θα το έκαναν καλύτερα»), αισθάνονται απροθυμία μπροστά στη λήψη αποφάσεων και δράσεων («δεν ήθελα ποτέ να το κάνω») ή αντίθετα αναπτύσσουν τάσεις τελειομανίας («πρέπει πάντα να το κάνω τέλεια»), ενώ ξεχνούν να ανταμείβουν τον εαυτό τους («δεν επαινώ ποτέ τον εαυτό μου»). Όταν αυτός ο αρνητισμός διαχέεται σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας: εργασία, κοινωνικές και προσωπικές σχέσεις, οικογένεια, ενδιαφέροντα δραστηριότητες, τότε γίνεται αντιληπτό ότι το άτομο μπορεί να βιώνει ένα γενικότερο αίσθημα δυσφορίας, το οποίο ίσως και να το καθιστά ψυχολογικά ευάλωτο. Η στροφή προς το αλκοόλ, το τσιγάρο, την κατάχρηση φαρμάκων, τις ναρκωτικές ουσίες αποτελούν σε αυτές τις περιπτώσεις μια «ψευδαίσθηση» διαφυγής και αποφυγής της πραγματικότητας η οποία έχει επενδυθεί με ένα αρνητικό νόημα. Οι σκέψεις «δεν είμαι ικανοποιημένος με τον εαυτό μου» ή «κανείς δεν με συμπαθεί», «δεν αξίζω τίποτα» αυξάνουν τις πιθανότητες για εκδήλωση καταθλιπτικών τάσεων, δυσθυμικών διαταραχών, ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, ή συμπεριφορών που υποδηλώνουν γενικευμένο άγχος. Από την άλλη μεριά, πεποιθήσεις του τύπου «όλος ο κόσμος είναι εναντίον μου» μπορούν να οδηγήσουν σε σταδιακή απομόνωση, ακοινωνικότητα ή ακόμα και σε παραβατικές συμπεριφορές. Στο ερώτημα «είναι δυνατό να αλλάξει ο αρνητικός τρόπος σκέψης;», οι ψυχολόγοι απαντούν καταφατικά. Η γνωστική συμπεριφορική προσέγγιση της ψυχολογίας υποστηρίζει ότι ο τρόπος σκέψης ενός ανθρώπου είναι προϊόν μάθησης και επομένως με τις κατάλληλες τεχνικές που θα οδηγήσουν στην επίγνωση των αρνητικών πεποιθήσεων μπορεί να γίνει η επιθυμητή αναθεώρησή τους. Τα άτομα μπορούν να εκπαιδεύσουν τον εαυτό τους στη θετική σκέψη αν: • αναγνωρίζουν/ συνειδητοποιούν το είδος σκέψεων που επιλέγουν να κάνουν • αντιλαμβάνονται την ρεαλιστική διάσταση των πραγμάτων • χρησιμοποιούν λέξεις και φράσεις με θετική χροιά • αποφεύγουν την έντονη αυτοκριτική • αξιοποιούν εποικοδομητικά τις αναμνήσεις τους αντί να εγκλωβίζονται σε αυτές • θέτουν στόχους και αρχίζουν να εμπιστεύονται τις ικανότητές τους για την επίλυση των προβλημάτων • αυξάνουν την σωματική και ψυχική ευεξία τους • καλλιεργούν συνειδητά ένα νόημα σκοπό στη ζωή τους • επιλέγουν τη συναναστροφή με θετικούς και αισιόδοξους ανθρώπους, δημιουργούν νέες φιλίες Η ανάπτυξη ενός εσωτερικού διαλόγου και η συνεχής αναζήτηση εναλλακτικών σκέψεων εμποδίζει τις αρνητικές σκέψεις να διεισδύσουν στην καθημερινότητά μας και στην σχέση μας με τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Οι όποιες δυσκολίες ή προβλήματα αποτελούν «εμπειρίες» οι οποίες εμείς επιλέγουμε πώς θα τις αξιοποιήσουμε: είτε ως εμπόδια που μας καταβάλλουν, μας ακινητοποιούν, μας κάνουν να εγκαταλείπουμε, είτε ως ευκαιρίες για απόκτηση μεγαλύτερης αυτογνωσίας και διεύρυνση της αντιληπτικότητάς μας, στοιχεία που αποτελούν πολύτιμα ψυχικά «εφόδια» για πιο ισορροπημένες αντιδράσεις σε μελλοντικές καταστάσεις πίεσης ή δυσάρεστων συμβάντων. Καρίκη ΜαρίαΨυχολόγος