Νικόλαος Μορόπουλος: In memory of my father – Πατρικές αναμνήσεις

Νικόλαος Μορόπουλος: In memory of my father –  Πατρικές αναμνήσεις

Νικόλαος Μορόπουλος: In memory of my father – Πατρικές αναμνήσεις

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1313 ΦΟΡΕΣ

Του Νικόλαου Μορόπουλου*

Ο πατέρας μου απέθανε την 22α Απριλίου 1977. Χαράματα ήρθε η μητέρα μου στο διαμέρισμά μου, που ήτανε ακριβώς επάνω από τη γονική εστία και μου είπε ότι ο μπαμπάς δεν ήτανε καλά. Κατέβηκα αμέσως και μόλις τον πρόλαβα να ψιθυρίζει «πεθαίνω…».

Έχουν περάσει 43 χρόνια. Πάνω από μισή ζωή. Στο βάθος της μνήμης παραμένουν και ξεπροβάλλουν στιγμές ξεχωριστές.

Την παραμονή της εορτής του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που εόρταζε ο Πανορμίτης στη Σύμη, μόλις βράδιαζε, όλη οι οικογένεια, που τότε ζούσαμε στη Ρόδο, ανεβαίναμε τη σκάλα του ΕΓ/ΟΓ (επιβατηγό – οχηματαγωγό) «Αικατερίνη», της ακτοπλοΐας Καβουνίδη, για το σύντομο ταξίδι στον Πανορμίτη.

Οικογενειακή φωτογραφία στον Πανορμίτη, στη Σύμη. Στο βάθος φαίνεται το χαρακτηριστικό καμπαναριό. Από αριστερά επάνω ο πατέρας μου, η μητέρα μου, μια κυρία που δεν θυμάμαι ποια είναι και κάτω η αφεντιά μου και η αδελφή μου
Οικογενειακή φωτογραφία στον Πανορμίτη, στη Σύμη. Στο βάθος φαίνεται το χαρακτηριστικό καμπαναριό. Από αριστερά επάνω ο πατέρας μου, η μητέρα μου, μια κυρία που δεν θυμάμαι ποια είναι και κάτω η αφεντιά μου και η αδελφή μου


Είχα τη δική μου άσπρη βαλίτσα από χοιρόδερμα την οποία ετοίμαζα τουλάχιστον 10 μέρες πριν και κουβαλούσα εγώ, δεν άφηνα κανέναν να την αγγίξει. Μόλις μπαίναμε στη ρεσεψιόν του πλοίου, ο μπαμπάς πλησίαζε τον αρχικαμαρώτο και τον αγκάλιαζε, ήτανε φίλοι από τα πολλά ταξίδια που έκανε με τα καράβια, επειδή δεν έμπαινε ποτέ σε αεροπλάνο.

Ο αρχικαμαρώτος με πλατύ χαμόγελο έπαιρνε κάτι κλειδιά και μας οδηγούσε σε μια τεράστια καμπίνα με ξύλινες επενδύσεις, που ήτανε ολόφωτη.

Το πρόγραμμα ήτανε πολύ απλό, αλλά υπέροχο. Το ίδιο βράδυ φτάναμε στον Πανορμίτη της Σύμης, διανυκτερεύαμε εκεί, μέσα στο πλοίο, την άλλη μέρα προσκυνούσαμε στην εκκλησία της μονής και μετά το πανηγυρικό γεύμα επιστρέφαμε με το πλοίο στη Ρόδο.

Στη μνήμη το ταξίδι ήτανε σα να κρατούσε μια βδομάδα.

Ένα βράδυ στον Μπαμπούλα. Ο πατέρας μου κάθεται αριστερά. Δεξιά είναι μια από τις τραγουδίστριες, με έναν κουμπάρο του μπαμπά. Η μητέρα μου κάθεται δεξιά, ίσα που διακρίνεται
Ένα βράδυ στον Μπαμπούλα. Ο πατέρας μου κάθεται αριστερά. Δεξιά είναι μια από τις τραγουδίστριες, με έναν κουμπάρο του μπαμπά. Η μητέρα μου κάθεται δεξιά, ίσα που διακρίνεται


Μια άλλη ανάμνηση ευδαιμονίας ήτανε οι οικογενειακές διακοπές στο νησί της Κω. Πηγαίναμε το καλοκαίρι και μέναμε ένα μήνα στο ξενοδοχείο «Ξενία». Καθώς πλησίαζε η ημέρα της αναχώρησης, πήγαινα στην παραλία του ξενοδοχείου των «Ρόδων» και χάζευα τα πλοία που φεύγανε, και φανταζόμουνα ότι ήμουνα κι εγώ ένας επιβάτης.

Για μένα ήτανε ο Παράδεισος, αφού το δωμάτιο ήτανε πάνω στη θάλασσα, και είχα το ποδήλατό μου να πηγαίνω όπου θέλω. Κάναμε και πολύ παρέα με τα παιδιά της οικογένειας του πολιτικού μηχανικού και φίλου του πατέρα μου Γιάννη Μπαλαλή.

Εκείνη την εποχή (τέλη της δεκαετίας του 1960) δεν υπήρχε ο μαζικός τουρισμός που χαρακτηρίζει την Κω σήμερα, και ήτανε απλώς υπέροχα! Ξαναπήγα στο νησί το 1988 και δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε.

Το Ξενοδοχείο «Ξενία» στην πόλη της Κω
Το Ξενοδοχείο «Ξενία» στην πόλη της Κω


Ένα καλοκαίρι ο μπαμπάς είχε οικονομικά προβλήματα κι έτσι δεν πήγαμε στην Κω. Δεν μας το είπε όμως εξ αρχής, το άφησε να πηγαίνει από εβδομάδα σε εβδομάδα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτόν τον αργό θάνατο του ονείρου των διακοπών.

Κάθε Καθαρά Δευτέρα, η οικογένεια πήγαινε μια μεγάλη εκδρομή. Η μητέρα οδηγούσε την Alfa Romeo Giulia 1963, ο μπαμπάς συνοδηγός, η Τώνια κι εγώ στο πίσω κάθισμα.

Συνήθως πηγαίναμε στο ημιορεινό χωριό Έμπωνας Ρόδου και μετά κατηφορίζαμε στη θάλασσα, στα παράλια της Αρχαίας Καμείρου, όπου στη λεγόμενη Σκάλα δένουν τα πλοιάρια που πηγαίνουν στη νήσο Χάλκη.

Η Ταβέρνα του Μπαμπούλα στη Ρόδο, φωτογραφία: Γιώργου Ζαχαριάδη
Η Ταβέρνα του Μπαμπούλα στη Ρόδο, φωτογραφία: Γιώργου Ζαχαριάδη


Εκεί στη Σκάλα δίπλα στην προκυμαία ήτανε ένα δύο καφενεία, που φέρνανε μουσικούς και γινότανε ένα γλέντι τρικούβερτο με τους κατοίκους των κοντινών χωριών.

Η αδελφή μου χόρευε πολύ όμορφα τους τοπικούς χορούς και του έδινε να καταλάβει. Δεν άφηνε χορό για χορό. Κι ο πατέρας μου σκόρπιζε τα χιλιάρικα στα πόδια της κόρης του και στα μέτωπα των μουσικών της ορχήστρας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη σκηνή. Ήτανε η εικόνα της ευδαιμονίας, της δικαίωσης, της εκπλήρωσης των προσδοκιών.

Όσοι αντέχανε μετά το γλέντι, ή και για διάλειμμα, παίρνανε το καραβάκι και πηγαίνανε απέναντι στη Χάλκη.


Τα καλοκαίρια των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου – τότε δεν υπήρχε Λύκειο, πήγαινα σε εξατάξιο Γυμνάσιο – βοηθούσα τον πατέρα μου στο γραφείο του, ως σχεδιαστής. Κατόψεις και τομές με πλήρεις διαστάσεις και οπλισμούς. Από καιρό εις καιρόν, με έπαιρνε και στο εργοτάξιο να μαθαίνω, με είχε από τότε προορισμένο να γίνω πολιτικός μηχανικός.


Το Σάββατο το μεσημέρι πλήρωνε το συνεργείο, μίσθωνε ταξί (το εργοτάξιο ήτανε εκτός πόλεως) και πηγαίναμε όλοι μαζί στην Ταβέρνα του Μπαμπούλα στη συνοικία Κόβα της πόλης της Ρόδου. Φτάναμε εκεί νωρίς το απόγευμα, 4 ή 5, και τρώγαμε τα πιο φρέσκα ψάρια που θα μπορούσε κανείς να ζητήσει.

Με το που έπεφτε ο ήλιος και με το κεφάλι βαρύ από τον κάματο της ημέρας και το υπέροχο γεύμα, αρχίζανε τα όργανα. Ο Μπαμπούλας ήτανε ταβέρνα την ημέρα και μπουζουκομάγαζο το βράδυ. Ο δε πατέρας μου ήτανε από τους μεγάλους χορηγούς του Ιδρύματος.

Ο Μπαμπούλας ήτανε αυθαίρετο κτίσμα και κάποια στιγμή έπεσε ο πέλεκυς του νόμου και το κατεδάφισε. Το πλήγμα για τον πατέρα τεράστιο, τίποτε δεν μπόρεσε να γεμίσει το κενό που άφησε η παράγκα του Μπαμπούλα που πάνω σε ξύλινους πασσάλους χάριζε απολαύσεις στους θαμώνες της.

Λίγα χρόνια μετά η Ρόδος απέκτησε το πλωτό της εστιατόριο, το «Κοντίκι». Ήτανε αγκυροβολημένο στο Μανδράκι, δίπλα στους μύλους. Η μοναδική αίσθηση του περιβάλλοντος και υψηλή ποιότητα, είχανε κάνει το Κοντίκι ένα από τα αγαπημένα εστιατόρια του πατέρα. Αξέχαστο θα μου μείνει το Εσκαλοπ Χόφμαν. Όπως και η βραδιά που στο διπλανό τραπέζι δειπνούσε ο Αμερικανός ηθοποιός Charlton Heston.

Καθώς τα γράφω όλα αυτά, είναι σα να συνέβησαν εχθές. Σαν να είναι ο μπαμπάς στο διπλανό δωμάτιο και να απολαμβάνει τη μεσημεριανή του ξεκούραση. Και η μαμά λέει στην Τώνια κι εμένα να κάνουμε ησυχία γιατί ο μπαμπάς ξεκουράζεται.

* Το άρθρο του κ. Μορόπουλου δημοσιεύτηκε στο panathinaeos.com.

Διαβάστε ακόμη

Ηλίας Καραβόλιας: Η απόλυτη προσομοίωση

Αργύρης Αργυριάδης: «Δώσε και σε εμένα μπάρμπα»

Κοσμάς Σφυρίου: Ο «κατήφορος» της Δημοκρατίας μας χειροτερεύει!

Γιάννης Παρασκευάς: Βιβλιοθήκη Ρόδιων συγγραφέων και λογοτεχνών

Δημήτρης Προκοπίου: Διαχειριστής νέων τουριστικών προορισμών

Πρωτοπρεσβύτερος Π. Κυριάκος Αναστ. Μανέττας: 38 χρόνια από την κοίμηση του Αξέχαστου Μητροπολίτη Ρόδου, κυρού Σπυρίδωνα Συνοδινού

Ηλίας Καραβόλιας: Το βάθος του αρχείου σε μια χώρα «κέλυφος»

Τρύφωνας Δάρας: Η δημοσιότητα των πλειστηριασμών ως εγγύηση δικαιοσύνης