Η κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στη Ρόδο παρακίνηση παραγωγικής αναδιάρθρωσης της τοπικής οικονομίας

Η κατάργηση των μειωμένων συντελεστών  ΦΠΑ στη Ρόδο παρακίνηση παραγωγικής  αναδιάρθρωσης της τοπικής οικονομίας

Η κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στη Ρόδο παρακίνηση παραγωγικής αναδιάρθρωσης της τοπικής οικονομίας

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 271 ΦΟΡΕΣ

(Καθοριστικός ο ρόλος των Κοινοβουλευτικών μας εκπροσώπων και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης)

Από 1-10-2015, το καθεστώς των μειωμένων συντελεστών φόρου προστιθέμενης αξίας, (ΦΠΑ), κατά 30%, το οποίο ίσχυε στη Δωδεκάνησο από 1-1-1987, ωστόσο «κουτσουρεμένα» μόνο για τα εμπορεύματα και από τις αρχές του 1990 επεκτάθηκε σε όλα τα είδη και τις υπηρεσίες, καταργήθηκε για τη Ρόδο, γεγονός που αυτόματα πολλά είδη να επιβαρύνονται κατά 23% και ο τουρισμός, ο πυλώνας της δωδεκανησιακής οικονομίας από 5% που ήταν προηγούμενα, να εκτοξευθεί στο 13%, ήτοι 160%. Απεναντίας οι γείτονές μας Τούρκοι για προσέλκυση περισσότερο τουρισμό μηδένισαν, σχεδόν, κάθε είδους επιβάρυνση.

Εξάλλου, και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Δανία, Γερμανία, Ισπανία, Κύπρος, Πορτογαλία, Φινλανδία και Μεγάλη Βρετανία εφαρμόζουν εδώ και 10ετίες, μόνιμα πλέον, καθεστώτα ΦΠΑ, βάσει γεωγραφικών κριτηρίων.
Έτσι, η Ελλάδα δεν ήταν η μοναδική χώρα που διαφοροποίησε χαμηλότερους συντελεστές στα νησιά του Αιγαίου, με βάση στοιχεία εντοπιότητας.

Η Γερμανία, μάλιστα, μέχρι σήμερα δεν επιβάλλει καθόλου ΦΠΑ στο νησί Ελιγολάνδη. Επίσης, με μηδενικό συντελεστή ΦΠΑ είναι και η Μπίσινγκαν στα γερμανοελβετικά σύνορα. «Εναφικές προσαρμογές» όπως λέγονται ισχύουν, επίσης, σε περιοχές της Κύπρου (Δεκέλεια και Ακρωτήρι).

Να σημειωθεί, ότι τώρα πλέον, ως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους τέσσερις υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στην Ευρώπη.

***
Η σύντομη αυτή εργασία μας που ακολουθεί αποτελεί κατασταλαγμένη μελετημένη άποψη, στην οποία διατυπώνουμε, σε συνέχεια προηγούμενων και αφορά την εφαρμόσιμη τακτική, εφόσον την υποδείξουμε εκεί που πρέπει, στην κυβέρνηση, που επιβάλλεται να ακολουθηθεί τοπικά για την πλήρη ορθολογική αξιοποίηση-αποκλειομένης κάθε μορφής πώλησης- βραχυπρόθεσμα και μακρυπρόθεσμα, της εναπομείνασας δημόσιας δωδεκανησιακής ακίνητης περιουσίας, που στη Ρόδο δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη.

1. Δωδεκανησιακή η ακίνητη δημόσια περιουσία
Στη Δωδεκάνησο, κατά κύριο λόγο στα δύο μεγαλύτερα νησιά του συμπλέγματος, Ρόδο και Κω-παρά τις πωλήσεις που μεσολάβησαν από την Απελευθέρωση μέχρι πρόσφατα, υπάρχει ακόμη μια αξιόλογη ακίνητη περιουσία. Η περιουσία αυτή, τα δημόσια κτήματα στη Δωδεκάνησο, είναι αυτά που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο από την Ιταλική κατοχή, ύστερα από τη συνθήκη ειρήνης των Παρισίων το 1946.

Το βασικό, ωστόσο, στοιχείο στην όλη υπόθεση είναι ο αντίπαλος τρόπος, που περιήλθε η ακίνητη αυτή περιουσία στην ιταλική κατοχή που καταδυνάστευσε το λαό της Δωδεκανήσου για 33 ολόκληρα χρόνια (1912-1945), εκτός τα προηγούμενα του τουρκικού ζυγού (1523-1912).

Τόσο επί τουρκοκρατίας, όσο και Ιταλοκρατίας, επί 638 ολόκληρα χρόνια, χρησιμοποιήθηκαν όλα τα ύπουλα και παράνομα μέσα για ν’ αποξενωθεί ο δωδεκανησιακός λαός των προγονικών του ακίνητων περιουσιών, ώστε το 1946, το 40% περίπου, της ακίνητης περιουσίας της Ρόδου ν’ ανήκει στο ιταλικό Δημόσιο.

Έτσι, αδίστακτα μπορούμε να ισχυριστούμε, ότι τόσο από νομική άποψη, όσο και από πραγματικά ιστορικά δεδομένα, η ακίνητη αυτή περιουσία ανήκε αποκλειστικά στους παππούδες και μακρινότερους ακόμη προγόνους των Δωδεκανησίων. Και όπως, πολύ ορθά, υποστηρίχθηκε στη Βουλή των Ελλήνων: «...οποιοσδήποτε νομίζει ότι η περιουσία αυτή, η οποία είναι προϊόν της κατατυρανήσεως του δωδεκανησιακού λαού από το φασιστικό καθεστώς είναι περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου δεν ζει στην Ελλάδα ή, τουλάχιστον, περιφρονεί την ιστορική πραγματικότητα». (1)

Πέραν των άλλων ενεργειών του φασιστικού καθεστώτος, η φιλοσοφία υποβάθμισης των Ροδίων και Κώων γεωργών γίνεται καθαρά αντιληπτό από δύο ενυπόγραφες τοποθετήσεις στον ιταλικό τύπο της Ρώμης αρχές του 1936, που έκαμαν, χωριστά ο καθένας, δύο υπεύθυνα ιταλικά κυβερνητικά όργανα: ο Διοικητής Δωδεκανήσου Μάριο Λάγκο και ο Ιταλός υφυπουργός Γεωργίας Μαρεσκάλι.

Στα εν λόγω άρθρα τόνιζαν, εκτός των άλλων, ότι υπήρχαν δώδεκα περιφέρειες στη Δωδεκάνησο, οι οποίες είναι κατάλληλες για την εγκατάσταση ιταλών γεωργών.
2. Χρονική διαδρομή του θέματος (μεταπελευθερωτικά).

Με την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου, η παραπάνω ακίνητη περιουσία περιήλθε, όπως προαναφέρεται, στο Ελληνικό Δημόσιο και η διαχείρισή της πέρασε από τις παρακάτω φάσεις:

α) με το Νόμο 2100//1952 συστήθηκε ο Οργανισμός Διαχείρισης ακινήτου περιουσίας του δημοσίου εν Δωδεκανήσω (ΟΔΑΠΔΔ). Στην παράγραφο 3 του Ν. 2100/1952 αναφέρεται: “...Μετά τετραμήνου από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου μεταβιβάζεται εις τον συνιστώμενον ως άνω Οργανισμόν, δυνάμει του Νόμου τούτου και άνευ ετέρας τινός διατυπώσεως, η κυριότιης απάσης της ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου, ως και των μετοχών των εν Δωδεκανήσω Ιταλικών Εταιρειών και του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού εν Δωδεκανήσω...”.

Ο Οργανισμός διοικείτο από εννεαμελούς Διοικητικού Συμβουλίου, που αποτελείτο εξ: α) ενός Εφέτου ή άλλου Δικαστικού επι βαθμώ τουλάχιστον Πρωτοδίκου, ενός ΟΙκονομικού υπαλλήλου -τμηματάρχου, του προϊσταμένου της Γεωργικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, ενός τεχνικού υπαλλήλου, επί βαθμώ τουλάχιστον μηχανικού α’ τάξεως και πέντε ιδιωτών Δωδεκανησίων, μονίμως κατοικούντων εν Δωδεκάνησω. Εκ τούτων 3 τακτικά μέλη μετ’ ισαρίθμων αναπληρωματικών υποδεικνύονταν ανά εν υπό του Δημοτικού Συμβουλίου Ρόδου, του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου και του Εργατικού Κέντρου Ρόδου.

Ο Οργανισμός ήταν Ν.Π.Δ.Δ. και επί 20 χρόνια και πάνω διαχειρίστηκε τη δημόσια δωδεκανησιακή ακίνητη περιουσία.
β) Με το Νόμο 195/1973 καταργήθηκε ο ΟΔΑΠΔΔ και τη θέση του πήρε η Εφορία Δημοσίων Κτημάτων.
γ) Με το Νόμο 973/1979 η ακίνητη περιουσία περιήλθε από πλευράς διοίκησης, διαχείρισης, αξιοποίησης κ.λπ. στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου και συνεχίζει μέχρι σήμερα με τη μορφή αυτή.

3. Σφάλματα και παραλείψεις.
Για λόγους ηθικής τάξης και πέρα από κάθε αμφισβήτηση πρέπει να παραδεχτούμε, ότι η δημιουργία του ΟΔΑΠΔΔ, με το Νόμο 2100/1952, η πατρότητα του οποίου οφείλεται, σε μεγάλο μέρος, στον αείμνηστο Πολιτικό Γιάννη Ζίγδη, υπήρξε μία καλή αρχή, μια προοδοποίηση προς την σωστή κατεύθυνση, ώστε η τεράστια ακίνητη περιουσία, που ήταν, πράγματι, τεράστια το 1952, να αξιοποιηθεί παραγωγικά. Και το επαναλαμβάνω, παραγωγικά. Όχι, με την εκποίηση -πώληση των κτημάτων ή παρόμοιων εγκαταστάσεων, αλλά με την μελετημένη, όχι επιπόλαιες κινήσεις, ορθολογισμένη αξιοποίηση.

Εδώ αλληγορικά θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε το κοινώς λεγόμενο: «Η κότα που γεννάει χρυσά αυγά, δεν πρέπει να σφαχτεί».

Και αποτελεί ματαιοπονία να προσπαθούμε να μεταθέσουμε τις ευθύνες στην εκάστοτε κυβέρνηση. Μας δόθηκε, επιστράφηκε ορθότερα, ύστερα από την Ενσωμάτωση μια τεράστια ακίνητη περιουσία -καθόσον αυτή που εναπόμεινε σήμερα υπολογίζεται στο 30% περίπου της αρχικής- με νομοθετική ευχέρεια αξιοποίησή της, κι εμείς δεν προσπαθήσαμε να την αξιοποιήσουμε κατάλληλα.

Η αδιαφορία που δείξαμε επί 20ετία, 1952-1973, ώστε έγκαιρα και μελετημένα να βάλουμε μια αξιοποιητική σειρά βαραίνει, επαναλαμβάνω, όλους μας. Ο Σόλωνας, ο Μεγάλος Νομοθέτης των Αθηνών έλεγε: “Ευθύνας ετέρους αξιών διδόναι και αυτός ύπεχε” (είναι απαράδεκτο να αξιώνουμε από άλλους ευθύνες και να αποφεύγουμε τις δικές μας).

4. Τί πρέπει να γίνει τώρα.
Ο χρόνος, βέβαια, δεν γυρίζει πίσω. Όσα προηγήθηκαν για το θέμα αυτό, με επιτυχία ή όχι, το αποτέλεσμα είναι γνωστό, είναι αρνητικό. Σύμφωνα, όμως, με τη Δημοσθένεια ρήση: “προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται”.

Έτσι, το πελώριο πρόβλημα της ορθολογικής αξιοποίησης της εναπομείνασας δωδεκανησιακής δημόσιας ακίνητης περιουσίας συγκαταλέγεται, αναλογικά, μέσα στις βασικές προϋποθέσεις ανάκαμψης της Δωδεκανησιακής Οικονομίας. Ιδιαίτερα στην παρούσα φάση, δεδομένης της γενικευμένης οικονομικής κρίσης που διερχόμεθα. Και πρέπει να αξιοποιηθεί πλήρως. Για να επιτευχθεί αποτελεσματικά η προσπάθεια πρέπει να δράσουμε ταυτόχρονα, άμεσα και συντονισμένα.

α) Σήμερα, μετά την κατάργηση του Νόμου 2100/1952 η δημόσια δωδεκανησιακή ακίνητη περιουσία ανήκει και τη διαχειρίζεται το Δημόσιο. Και κακώς, νομίζουν πολλοί με ακραίες θεωρητικές εκτιμήσεις που προβάλλουν το αίτημα, να επανέλθουμε στην αρχική κατάσταση, δηλαδή σ’ ένα νέο Νόμο 2100/1952.

Αυτό δεν θα το εγκρίνει καμία κυβέρνηση. Ενώ είναι ευκολότερο να παραμείνει: ναι μεν στο Δημόσιο, όπου υπάρχει και το ειδικευμένο έμπειρο προσωπικό, αλλά αφού σταματήσει η οποιαδήποτε πώληση δημόσιων δωδεκανησιακών κτημάτων, η εναπομείνασα ακίνητη περιουσία, που θα προορίζεται για αγροτική ανάπτυξη, βάσει σχεδίου και να αξιοποιείται για δωδεκανησιακούς και μόνο σκοπούς.

Άλλωστε,πού θα βρεθούν τα κονδύλια νόμιμης λειτουργίας ενός τέτοιου γραφείου, που απαιτείται ανάλογο τεχνικό προσωπικό και τα λοιπά;
β) Ειδικό γραφείο στη Δ/νση Γεωργίας Δωδ/σου.

Συντηρείται η αντίληψη, ότι όλα τα κτήματα μεταβιβάστηκαν στο ΤΑΙΠΕΔ. Ωστόσο, είναι γεγονός, πως στη συζήτηση του Νομοσχεδίου για τις 100 δόσεις στις συναρμόδιες επιτροπές της Βουλής η τότε Υπουργός Οικονομικών κ. Βαλαβάνη, κατόπιν σχετικών αντιδράσεων πολλών βουλευτών, προχώρησε σε βελτιώσεις του άρθρου 24 του Νομοσχεδίου που πρόβλεπε την υπαγωγή του φορέα στο ΤΑΙΠΕΔ (2).

Θα πρέπει, όμως, να δραστηριοποιηθεί η Διεύθυνση Γεωργίας Δωδεκανήσου και από το αρχείο της να αναδειχθεί κάθε δυνατότητα, που μπορεί να επικαιροποιηθεί, ώστε να συμβαδίζει με τα σημερινά δεδομένα. Ενθυμούμαι, επί του προκειμένου, όταν συζητούσα με ειδικούς γεωπόνους της Διεύθυνσης Γεωργίας το θέμα της αγροτικής μας ανάπτυξης μού ανέφεραν, ότι στα Δωδεκάνησα υπάρχουν χιλιάδες στρέμματα αγραναπαυόμενοι αγροί, που αν καλλιεργηθούν με κτηνοτροφικά φυτά, θα μπορέσουν να συντηρήσουν τέτοια κτηνοτροφία, που θα εξασφάλιζε τις ανάγκες της Δωδεκανήσου σε κρέας, γάλα και τυριά.

Παράλληλα να οργανωθεί ειδικό γραφείο στη Διεύθυνση Γεωργίας, εν ανάγκη να αποσπαστεί από την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, ένα εξαμελές ειδικό γεωπονικό προσωπικό, το οποίο θα ασχολείται αποκλειστικά με την ενεργοποίηση του δωδεκανησιακού πρωτογενή τομέα και να υποδεικνύει τα αγροτικά προϊόντα: πού θα παράγονται και σε ποιά θέση και όχι, χωρίς καθοδήγηση ο κάθε ενδιαφερόμενος να ασχολείται άτακτα με καλλιέργειες, που τυχόν δεν αποδίδουν.

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Διαβάστε ακόμη

Ηλίας Καραβόλιας: Ο αλγόριθμος της χαμένης ανθρωπιάς στην εργασία

Κοσμάς Σφυρίου: Οι εκθέσεις της Eurostat & της Ευρωπαϊκής Κ. Τράπεζας διαψεύδουν τον πρωθυπουργό

Ηλίας Καραβόλιας: Η απόλυτη προσομοίωση

Αργύρης Αργυριάδης: «Δώσε και σε εμένα μπάρμπα»

Κοσμάς Σφυρίου: Ο «κατήφορος» της Δημοκρατίας μας χειροτερεύει!

Γιάννης Παρασκευάς: Βιβλιοθήκη Ρόδιων συγγραφέων και λογοτεχνών

Δημήτρης Προκοπίου: Διαχειριστής νέων τουριστικών προορισμών

Πρωτοπρεσβύτερος Π. Κυριάκος Αναστ. Μανέττας: 38 χρόνια από την κοίμηση του Αξέχαστου Μητροπολίτη Ρόδου, κυρού Σπυρίδωνα Συνοδινού