Το Έθνος οφείλει να θεωρεί αληθές ότι είναι εθνικό
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 160 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Βασίλειος Ν. Καλλικούνης
Η «μικρά πλήν τιμία Ελλάς» στις αρχές του 2010 κατατάσσετο σε ότι αφορά το κατά κεφαλήν εισόδημα ελαφρώς ανωτέρω του επίπεδου της Ιταλίας και κατά τι ολιγώτερο της Γαλλίας. To γεγονός ότι πανίσχυρες δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες όπως της Ιταλίας και της Γαλλίας την προαναφερόμενη χρονική περίοδο, με εξαιρετική κρατική διοικητική διάρθρωση και βαριά βιομηχανική παραγωγή, κατορθώνουν να «προσφέρουν» στους πολίτες τους, μέσο όρο εισοδήματος περίπου ίδιο με αυτόν του ανυπάρκτου ελληνικού κρατιδίου των Αθηνών, παραμένει δυσεξήγητο δεδομένου ότι η Ελλάς είναι μία χώρα που δεν παράγει επί της ουσίας σχεδόν τίποτα, και παρ’όλα αυτά, απολαμβάνει κατά κεφαλήν εισόδημα υψηλότερο ανεπτυγμένων χωρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εισαγωγές της Ελλάδας, ανήρχοντο κατά την περίοδο εκείνη (Αρχάς του 2010), σε 60 δις ευρώ ετησίως, έναντι εξαγωγών που μόλις μετά βίας πλησίαζαν τα 16 δις ευρώ. Είναι προφανές δηλαδή, ότι κατά μέσο όρο καταναλώναμε τρείς και πλέον φορές παραπάνω από ότι παρήγαμε.
Το έλλειμμα που διαμορφώνει αυτή η αντίφαση μεταξύ παραγωγής-κατανάλωσης καλύπτετο κατά βάση από το ναυτιλιακό συνάλλαγμα, τις εισροές από την τουριστική «βιομηχανία», τους κοινοτικούς πόρους και στο μεγαλύτερο μέρος από τον δανεισμό. Πρόκειται για μια ουσιαστικά παρασιτική οικονομία, με όλες οι οικονομικές, αναπτυξιακές και κοινωνικές της δομές να διακατέχονται από τα ίδια παρασιτικά χαρακτηριστικά. Δημόσιοι λειτουργοί, από τα ανώτερα κυβερνητικά επίπεδα μέχρι αυτό του κλητήρα, παρασιτούν εις βάρος του κρατικού «κορβανά», πολιτικοί παρασιτούν σε βάρος των ψηφοφόρων τους, επιχειρήσεις υπό την μορφή ολιγοπωλίων και καρτέλ παρασιτούν εις βάρος των καταναλωτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με τις οποίες συναλλάσσονται, τράπεζες παρασιτούν εις βάρος των μικρών ή μεσαίων πελατών τους, ανώτατοι πανεπιστημιακοί εις αγαστή σύμπνοια με εκατοντάδες συμβούλους παρασιτούν εις βάρος των κοινοτικών κονδυλίων, αγρότες παρασιτούν εις βάρος επιχορηγήσεων αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών, μεσάζοντες παρασιτούν εις βάρος των αγροτών, πανεπιστημιακοί ιστορικοί παρασιτούν εις βάρος της ιστορίας, δημοσιογράφοι παρασιτούν εις βάρος της αλήθειας, δάσκαλοι παρασιτούν εις βάρος των μαθητών τους, εργαζόμενοι παρασιτούν εις βάρος των εργοδοτών τους, γιατροί εις βάρος των ασθενών τους, και καλλιτέχνες παρασιτούν εις βάρος της τέχνης και επ’ωφελεία της αποχαύνωσης.
Σ' αυτό το μοντέλο παρασιτικής «ανάπτυξης» όπως διαμορφώθηκε στα μεταπολιτευτικά χρόνια, η βιομηχανική παραγωγή αποδιαρθρώθηκε, η αγροτική παραγωγή δεν απέφυγε το «τέλμα» της μονοκαλλιέργειας, η κτηνοτροφία διαλύθηκε από τα καρτέλ, το τραπεζικό σύστημα «φιλοδώρησε» στο υποζύγιο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των καταναλωτών δυσβάστακτα επιτόκια και «αχρείαστα» και μη «υποστηρίξιμα» δάνεια, που καθιστούσαν το κόστος χρήματος και το δανειακό φορτίο, ανασταλτικό παράγοντα στο κυνήγι της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, τα τραίνα των νέων τεχνολογιών και της καινοτομίας «περνούσαν» συνεχώς και οι μοναδικοί επιβάτες ήταν οι ίδιοι και η ναυτιλία ανέπνεε γιατί βρισκόταν εκτός της ελληνικής επικράτειας , αλλά και γιατί η Κίνα ήθελε να εξαγάγει την τεράστια παραγωγή της.
Στο κοινωνικό πεδίο, είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι το συνδικαλιστικό κίνημα, το οικολογικό κίνημα, το συνεταιριστικό κίνημα, το φοιτητικό αλλά και το γυναικείο κίνημα, όπως και κάθε μορφή κινήματος ακολούθησε την δική του παρασιτική διαδρομή. Ακόμη και η τοπική αυτοδιοίκηση, πρωταρχικός πυρήνας τοπικής ανάπτυξης εγκλωβίστηκε σε παρασιτικές ατραπούς και αυτοαναιρέθηκε ακόμη και στη συνείδηση των πολιτών. Η γιγάντωση του Αθηναϊκού κρατιδίου και η ερημοποίηση της υπαιθρίου χώρας αποτελεί συνέπεια της ελλειμματικής περιφερειακής ανάπτυξης. Είναι εντυπωσιακή η διαπίστωση ότι από τους πάλαι ποτέ πυλώνες της δημοκρατίας όπως το κοινοβούλιο, εξαντλήθηκε σε υπάκουο εκτελεστικό όργανο ανεξέλεγκτων πρωθυπουργίσκων, επίσης η δημοκρατική αποκέντρωση δεν υπήρξε ούτε δημοκρατική ούτε αποκέντρωση, το συνδικαλιστικό κίνημα μετεξελίχθηκε σε προθάλαμο πολιτικής ανέλιξης των στελεχών του, το συνεταιριστικό κίνημα εξαϋλώθηκε κυριολεκτικά μέσα από οσμές σκανδάλων, «ετσιθελικών» απαιτήσεων ανέμελης ευζωίας και το ίδιο το σοσιαλιστικό κίνημα μέσα από τον ανελέητο σημιτικό εκσυγχρονισμό έμοιαζε να χάνει ακόμη και τη στοιχειώδη βάση ηθικής νομιμοποίησης του «πετώντας στα σκουπίδια» την κοινωνιοκεντρική του προτεραιότητα.
Όμως το εντυπωσιακότερο όλων είναι η απόλυτη σχεδόν αποστασιοποίηση των κυρίαρχων παρασιτικών ελίτ από το καθολικό λαϊκό πρόταγμα της εθνικής ανεξαρτησίας, με την αποδόμηση του έθνους να συνοδεύεται από έναν υπαρξιακό και αξιακό πρωτοφανή μηδενισμό για την ελληνική πραγματικότητα. Δεκάδες κονδυλοφόροι, πανεπιστημιακοί, μη κυβερνητικές οργανώσεις, δημοσιογράφοι και εκδοτικά συγκροτήματα εργολάβων, όλοι καλοπληρωμένα μέλη μιας «προοδευτικής» ελίτ, αποδόθηκαν σε έναν λυσσαλέο αγώνα να απαξιώσουν κάθε νόημα εθνικής ταυτότητας, κάθε νόημα ελληνικής συλλογικής συνύπαρξης και πράξης, ταυτίζοντας τον εθνισμό με τον εθνικισμό, γελοιοποιώντας και αφορίζοντας ως φασιστικό κάθε στοιχείο παράδοσης και πίστης του λαού μας , κάθε συνεκτικό στοιχείο της κοινωνίας μας, αφού δεν ήταν «μοδέρνο» και εκσυγχρονιστικό. Η ίδια η Ιστορία είδε με έκπληξη την μεγάλη αφήγηση των πατεράδων μας, να ξαναγράφεται στρογγυλεμένη και υποτακτική προς τους θύτες των παππούδων μας. Το επιστημονικά καινοφανές ότι το ελληνικό έθνος είναι δημιούργημα του ελληνικού κράτους και όχι το αντίθετο, ήρθε στο προσκήνιο με απαιτήσεις αλάθητης αυθεντίας, με τον Φαλμεράιερ να «καταλαμβάνεται» από άκρατο ενθουσιασμό.
Ταυτόχρονα με την αποδόμηση, τον ελληνικό εθνομηδενισμό και την οξύτατη καταγγελία κάθε προσπάθειας αντίστασης απέναντι στον παγκοσμιοποιητικό χυλό, η παρασιτική ελίτ των διανοουμένων δεν άφησε «πικραμένο για πικραμένο» εντός της ελληνικής επικράτειας και εκτός αυτής προς τον οποίο να μην προστρέξει, υποστηρίζοντας με πάθος τα εθνοτικά, μειωνοτικά, ατομικά, σεξουαλικά και πάσης φύσεως και μορφής, δικαιώματα του. Η επίκληση των δικαιωμάτων ακόμη και μιας ελάχιστης και ασήμαντης μειοψηφίας, απαιτείται να έχει καθολική ισχύ καταδίκης σε σιωπή όλων των υπολοίπων, ακόμη και εάν το αντίτιμο είναι η υπαρξιακή καταδίκη του συνόλου του ελληνικού έθνους.
Απαιτείται παραδείγματος χάριν η άρση των συνεπειών του μακεδονικού αγώνα, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εγωκεντρικές απαιτήσεις μιας σέχτας δήθεν «ανόητων» αλλά εις διατεταγμένη υπηρεσία, που διεκδικούν να αυτοπροσδιορίζονται ως «μακεδονική μειονότης» και ας είναι εμφανέστατο ότι μείζονες και ευρύτερες καταστροφικές για την Ελλάδα γεωστρατηγικές σκοπιμότητες, είναι οι αληθείς υποκινητές των «δικαιωματικών τους διεκδικήσεων». Απαιτείται επίσης από την ίδια παρασιτική Ελληνική ελίτ, η φιλική αποδοχή των απροκάλυπτων διεκδικήσεων της νεοθωμανικής Τουρκίας, όπως απαιτείται και η «οικοδόμηση με αυτήν εμπιστοσύνης». Κατά την χρονική περίοδο κατά την οποίαν η Ελλάς ευρίσκεται υπό καθεστώς «casus beli», εάν θελήσει να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα, τα οποία όμως επιμελώς δεν ασκεί και εκ των «επισπευδόντων οπαδών» της «θρησκευτικής λατρείας και προστασίας» των δικαιωμάτων ουδείς διαμαρτύρεται, απαιτώντας τον σεβασμό τους.
Απαιτείται ειρηνική αποδοχή της νομιμοποίησης της κατοχής της μισής Κύπρου και παραχώρηση κυριαρχικού δικαιώματος στην υπόλοιπη μισή με τα διάφορα σχέδια Ανάν και επίσης απαιτείται συμβιβαστική ανοχή της στρατηγικής αξιοποίησης της μειονότητας στη δυτική Θράκη προκειμένου να «κοσσοβοποιηθεί» με πρώτη ευκαιρία. Απαιτείται εν τέλει εθνική συναίνεση στην άρση των συνεπειών της επανάστασης του 1821, με «καθετηριακή» αναρρόφηση του αίματος γενεών και γενεών. Όμως, για το ελληνικό πατριωτικό μέτωπο και όπως όχι τυχαία και για τα πατριωτικά απελευθερωτικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής, τα προαπαιτούμενα της οικονομικής ανάπτυξης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της εθνικής ανεξαρτησίας ήταν και είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένα. Τίποτα από τα τρία αυτά προτάγματα δεν μπορεί να πάρει σάρκα και οστά αν δεν υλοποιηθούν και τα άλλα δύο..
Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι σήμερα στη χώρα, τόσο σε επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, όσο σε επίπεδο κοινωνικής δικαιοσύνης και σε επίπεδο εθνικής ανεξαρτησίας, ο παρασιτισμός έχει διαρρήξει ολοκληρωτικά τους συνεκτικούς ιστούς της ελληνικής κοινωνίας και για αυτό είμαστε σε βαθιά και πολυεπίπεδη κρίση. Κρίση που αγγίζει το ψυχαναλυτικό πεδίο της υπαρξιακής παραίτησης και ενός εσωτερικού υπαρξιακού μηδενισμού που «αποσυνθέτει» τον έλληνα άνθρωπο και τον οδηγεί στα ψυχοφάρμακα, στις ψυχοτρόπες ουσίες, στην αποβλάκωση της τηλεόρασης ή στην εργασιοθεραπεία και τον ηδονιστικό σεξισμό, στην τυφλή αντικοινωνικότητα και την κυνική αδιαφορία, καταλήγοντας εν κατακλείδι στην ψυχική αποστασιοποίηση από τα συμβαίνοντα γύρω του και την ολόπλευρη αλλοτρίωση και την υποταγή του.
Αυτή η συνολική πραγματικότητα, αιτιολογεί γιατί ο σταθερά ανθελληνικός διεθνής οίκος αξιολογήσεων Moodies προβλέπει για την ελληνική οικονομία 10ετή ύφεση, δηλαδή αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης, με την πρόβλεψη αυτή να είναι δυστυχώς εύστοχη.
Εισήλθαμε σε μια βαθιά κρίση με τους μηχανισμούς αντίστασης σε παρασιτική έξαρση. Έτσι, εν όσο οι παρασιτικές ελίτ θα διεκδικούν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο από το «τίποτα» που παράγει η χώρα, οι πόροι από την ναυτιλία θα περιορίζονται καθώς η Κίνα η θα επιδιώξει ή θα της επιβληθεί η ανάπτυξη της εσωτερικής καταναλωτικής της αγοράς, με συνέπεια τον περιορισμό των εξαγωγών της, άρα και των μεταφορών των εμπορευμάτων της. Αντίστοιχα το ισχυρό ευρώ, θα καθιστά τους ελληνικούς τουριστικούς προορισμούς όλο και λιγότερο ανταγωνιστικούς και η γεωργική παραγωγή που έχει ήδη κατέλθει στο 3% από το 17% που ήταν πριν από μερικά χρόνια, θα μας οδηγεί όλο και πιο πολύ στην ανάγκη να δανειστούμε για να εισάγουμε βασικά είδη διατροφής.
Η χρόνια ύφεση θα εκτινάξει την ανεργία σε απίστευτα μεγέθη, δίχως τη δυνατότητα του δημόσιου τομέα να κάνει επενδύσεις ή να απορροφήσει την υπερβάλλουσα προσφορά εργασίας, εξ' αιτίας του υπέρογκου χρέους. Οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν θα έχουν λόγο να υπάρξουν σε μια χώρα, που δεν έχει αγορά, δεν έχει δημόσια διοίκηση, έχει συνδικάτα που μόνον διεκδικούν και γενικά οι πολίτες αρνούνται να υπάρξουν δημιουργικά. Τα παρασιτικά χαρακτηριστικά καθώς η ύφεση θα γιγαντώνεται θα πάρουν άγρια συγκρουσιακή διάσταση, με τεράστιες επιπτώσεις στην αναγκαία στοιχειώδη κοινωνική λειτουργικότητα. Ταυτόχρονα το μεταναστευτικό κύμα, ως ένα «τσουνάμι» σε μια ταραγμένη θάλασσα, θα μοιάζει όλο και πιο δύσκολο να ελεγχθεί και να ενταχθεί σε μια κοινωνία που δεν θα ανέχεται πλέον ούτε τον εαυτό της. Εν τούτοις, κάτω από τη παρασιτική, αντεθνική, αντιαναπτυξιακή και κυριολεκτικά συντηρητική πλημμυρίδα, επιμένω να πιστεύω ότι διέρχονται ακόμη οι ζωογόνοι χυμοί μιας «νέας αντιπαρασιτικής εθνικής δημιουργικότητας». Ότι είναι ιδεολογικά πλειοψηφικό στις παρασιτικές πολιτικές ελίτ, είναι μειοψηφικό στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας.
Είναι χαρακτηριστικό πως όλες οι μεγαλοεφημερίδες με τους «περισπούδαστους κονδυλοφόρους» του παρασιτισμού και του μηδενισμού, όταν θέλουν να πουλήσουν, όταν θέλουν δηλαδή να απευθυνθούν σε ευρύτερα πλειοψηφικά στρώματα της κοινωνίας, διαθέτουν ως δώρα με τις φυλλάδες τους, έργα όπως η Ιστορία του Παπαρηγόπουλου, η Ιστορία του Πόντου, το Άξιον Εστί και ο Ελ Γκρέκο. Κατά συνέπεια είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο, ότι η εκ των έσω λανθάνουσα εθνική και κοινωνική ανάταση θα καταστήσει έντονη την παρουσία της και θα ζητήσει επίμονα στα επόμενα χρόνια τη πολιτική της εκπροσώπηση και την κατάργηση του παρασιτικού οικοδομήματος. Τα προτάγματα της Εθνικής Ανεξαρτησίας, Κοινωνικής Δικαιοσύνης, Δημοκρατικής Αποκέντρωσης και Οικονομικής Ανάπτυξης με έναν Νέο Παραγωγικό Οδικό Χάρτη της χώρας, θα επανέλθουν αναγκαστικά και όλα μαζί σε προτεραιότητα.
Το πολιτικό προσωπικό δεν δείχνει να έχει αντιληφθεί το βάθος της κρίσης, ούτε να έχει αποδεχτεί την διαχρονική αλήθεια της απόλυτης συνάφειας μεταξύ της «Εθνικής Ανεξαρτησίας και της Οικονομικής Ανάπτυξης». Δεν δείχνει να έχει ακόμη ενστερνιστεί την ιστορική αλήθεια, ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι εφικτή με αποικιοκρατικούς όρους ή υπό νεοθωμανική εποπτεία, ή ότι με την αντικατάσταση ενός παρασιτικού πολιτικού προσωπικού από ένα χορτασμένο καθηγητικό κατεστημένο, οι «παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις του έθνους» και στις δυο περιπτώσεις παραμένουν αμέτοχες και στο περιθώριο. Πολύ περισσότερο όταν φοβάται κανείς να αναφέρει μεταξύ των άλλων τη λέξη «έθνος» αν μη τι άλλο ως συνεκτικό ιστό, ή ως υποκείμενο δημιουργικής δράσης και παραγωγής, θα έχει ως συνέπεια την παραχώρηση του πολιτικού αυτού χώρου σε νέες πατριωτικές δυνάμεις, ικανές να αποκαταστήσουν τα οράματα εκείνων που «η ιστορία θεωρεί ότι ξοφλήσανε». Αυτό είναι το στοίχημα των πατριωτικών δυνάμεων και η ιστορική ισχύς του είναι ανάλογη της επανάστασης στο Γουδί. Ο επικεφαλής θα έχει το εκπληκτικό πλεονέκτημα να επιλέξει, για λίγο ακόμη, αν θα είναι ο Ε. Βενιζέλος ή ο Δ. Γούναρης. Και οι δύο ρόλοι είναι διαθέσιμοι στην σκακιέρα της Ιστορίας. Όταν όλα δείχνουν πως σε όλα τα επίπεδα, μας ζητούν να αυτοκτονήσουμε αλλιώς θα μας σκοτώσουν, μοναδική απάντηση οφείλει να είναι η δημιουργική αντίσταση του λαού και του έθνους. Γι' αυτό επιμένει ο ποιητής πως «θέλει και αρετή αλλά και τόλμη η ελευθερία».

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News