«Πνοές» - Μια νέα ποιητική συλλογή από τη Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 587 ΦΟΡΕΣ
Οι δύο προηγούμενες φέρουν τους τίτλους «Κυψελίδες», 2002 και «Ροές», 2005 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Από τις εκδόσεις Ζήτη έχει εκδώσει το 2007 την ανθολογία «Μεγάλη Εβδομάδα - Η ποίηση στην οδό των δακρύων». Πρέπει να αναφέρω επίσης πως το βιβλίο του λαϊκού ποιητή από τη Λίνδο Μανόλη Λάμπη «Ο ποιητάρης της Λίνδου» έχει κυκλοφορήσει με επιμέλεια και σχόλια δικά της.
Η Δώρα ευτύχησε να έχει ως καθηγητές της στο Τμήμα Μεσαιωνικών και Ελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο τους αριστείς των ελληνικών γραμμάτων Κακριδή, Πολίτη, Σαββίδη, Ανδριώτη, Βακαλόπουλο, Μαρωνίτη κ.ά.
Εργασίες της που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αναφέρονται στον Όμηρο, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Λόρδο Μπάιρον, τον Φώτη Κόντογλου, το Κρητικό Θέατρο, τη μητέρα στη Νεοελληνική Λογοτεχνία, τη γλώσσα, το χρονικό της άλωσης, το ΄21 μέσ’ από την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου και του Διονυσίου Σολωμού, τον Παντελή Ευθυμίου, τον Σουλεϊμάν Αλάγιαλη κ.λπ. Είναι μέλος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου, ενώ έχει διατελέσει μέλος του Δ.Σ. του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών.
Η ποίηση για τη Δώρα είναι η ίδια η ζωή της και την υπηρετεί με δέος και σεβασμό όπως και τη φιλολογική επιστήμη την οποία διακόνησε επί πολλά χρόνια στα σχολεία της Ρόδου. Είναι η καταφυγή της σε ώρες που εκείνη κρίνει πως πρέπει να προσφύγει, όπως ο μεγάλος Αλεξανδρινός Κωνσταντίνος Καβάφης μας περιγράφει στη «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.»:
«…Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα·
νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν φαντασίᾳ καί Λόγω…
…Τά φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
ποῦ κάμνουνε -γιά λίγο- νά μή νοιώθεται ἡ πληγή…»
Οι «Πνοές» είναι αφιερωμένες από την ποιήτρια στο σύντροφό της, τον οδοντίατρο και φίλο καλό επίσης Θωμά Σωτρίλλη, τον οποίο και αποκαλεί Οδυσσέα της ζωής της. Η συλλογή περιέχει 47 ποιήματα, από τα οποία τα 27 είναι ολιγόστιχα, οι δε σελίδες της είναι 80, σχήματος 20,5 Χ 14,5.
Το εξώφυλλο κοσμεί έργο της συμπατριώτισσας μας και πολύ καλής ζωγράφου Ειρήνης Βαζούκου.
Η Δώρα, ένας άνθρωπος που γνωρίζει καλά και να καταφεύγει στην ποίηση, αλλά και να την υπηρετεί πιστά, έχει απόλυτη επίγνωση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο σήμερα όλοι μας ζούμε και δρούμε.
Εν επιγνώσει της πως «η εποχή μας είναι αντιποιητική και η ποίηση από τα μη προσφιλή αναγνώσματα, πολλές φορές δε παρεξηγημένη», δίνει σαφέστατη απάντηση σε όσους αιτιώνται ότι «η ποίηση σήμερα δεν πουλάει»: «και τι είναι η ζωή; Μόνο ό,τι πουλάει;» Πιστεύει απόλυτα μάλιστα πως «η ποίηση μας οδηγεί σε μονοπάτια ευγένειας και ανθρωπιάς, προσφέρει κάθαρση και εξαγνισμό» και πως «γι αυτό είπαν πως είναι η οικολογία της ψυχής».
Η ποίηση της Δώρας είναι μεστή περιεχομένου, διαθέτει τον αφαιρετικό λόγο, στον οποίο λέξη καμιά δεν πλεονάζει, ο λόγος της ρέων σαν το ανεμπόδιστο νερό στο ρυάκι του βουνού κι η λεξιλογική της φαρέτρα ευρηματική και πλούσια. Η θεματολογία της είναι, θα έλεγα εκείνη της ελληνιστικής εποχής, όπου η τέχνη των προηγούμενων αιώνων είχε παραδώσει τη σκυτάλη στην καθημερινότητα και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ως σύγχρονη Ήριννα ανασύρει τις αναμνήσεις των παιδικών της χρόνων και με τη δική της ηλακάτη κλώθει τις ιστορίες της δικής της ζωής, καθώς και αγαπημένων της προσώπων, και καθισμένη στον αργαλειό της υψηλής τέχνης της ποιήσεως υφαίνει κεντίδια και στολίδια ζηλευτά, χρήσιμα στην καθημερινότητα και τα προβλήματά της.
«…Κι η μάνα η εννιάπαιδη
τέντωνε πάντα τα φτερά
να φτάσουν και για κείνο
αλλά το ποδαράκι του
ήτανε έξω στη νυχτιά
και κρύωνε και κρύωνε
και γκούχου-γκούχου έκανε…»
Η αγάπη, η νοσταλγία, συναισθήματα σαν την πίκρα, τη θλίψη, οι δοκιμασίες, το αμόνι του χρόνου, η ελπίδα ως βάλσαμο της ζωής, η υπομονή, το νόστιμον ήμαρ, το απέραντο γαλάζιο τ’ ουρανού και της θάλασσας, το πράσινο το θαλερό, το δροσερό αγέρι που ζωντανεύει τις ανάσες, η πνοή της φύσης και το θρόισμα των φύλλων, τα αρώματα, τα χρώματα, η μουσική, ακόμη κι η σιωπή η ισορροπίστρια που σε γιομίζει δημιουργία κι άλλα κι άλλα πολλά είναι ο πλούτος της Δώρας, είναι η μαγιά της, είναι τα εργαλεία της ποιήσεώς της.
Την αγάπη δεν τη χορταίνεις
ούτε την αποθηκεύεις
τη βλέπεις μόνο στη διαύγεια
των ματιών
στο γρήγορο ταξίδι του αίματος.
Η αγάπη αδυνατίζει στη σιωπή
και χάνεται στη θλίψη.~
Στις δυσκολίες της δεν τα βάζει κάτω. Αρκούντως τής είναι γνώριμη η φωνή του Αλεξανδρινού: «Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες/κάποτε μες τα όνειρά μας ομιλούνε…» Κι εκείνη, τι άλλο να κάμει, από το να υμνήσει τη ζωοδότρα μάνα:
«…Όμως, μητέρα,
πάλι με ανάστησες
εκείνο τα βράδυ
που με διεκδικούσε
ο θάνατος…~»
Αλλά κι η πατρίδα δεν την αφήνει αδιάφορη. Κάθε άλλο. Της τρυπά τα σπλάχνα και πονά και θλίβεται, αλλά και δεν χαρίζει κάστανα σε κανένα:
«Ασθμαίνουσα και
σε τροχιά κατάρρευσης
η πατρίδα μου.
Δυσυπόληπτες
οι αξίες της ζωής
θρηνούν την πτώση.
Πολλοί σωτήρες
την τιμή δεν έσωσαν
αυτοί σώθηκαν.~»
Κι ακόμα:
«Πώς φτάσαμε ως εδώ
να σκέφτεσαι το αύριο
κι αύριο να μην έχει;
Να κρέμεσαι ακόμα,
μάνα μου, τι ντροπή
απ’ της γιαγιάς τη διανομή;
Να βλέπεις τα πτυχία σου
τον κόπο, τον αγώνα,
να πνίγεσαι στο άδικο
να φεύγεις μετανάστης…
Φεύγει μαζί σου κι ο ανθός
φεύγει μαζί κι ο τόπος.~»
Η Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη είναι μια παρουσία στα ελληνικά γράμματα που μας έχει γίνει απαραίτητη. Πρώτα, γιατί μας διδάσκει, ύστερα γιατί την μαθαίνουμε και μας μαθαίνει και τέλος γιατί έχει υποχρέωση να εισφέρει πολλά ακόμη στο Πνευματικό Ταμείο της Ρόδου και των ελληνικών γραμμάτων.
Οι «Πνοές» της να είναι καλοτάξιδες στα μελτέμια του Αιγαίου και της πατρίδας και να της χαρίζουν, τι άλλο, πνοές ανεμπόδιστες και δροσερές!
Ρόδος, 9.5.2015
Κώστας Ε. Σκανδαλίδης

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News