Η ομιλία της κ. Βασιλικής Χρυσανθοπούλου Λέκτορα Κοινωνικής Λαογραφίας, Τμήματος Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, για το βιβλίο του Κυρ. Χονδρού
«Εγώ είμ απ την Ανατολή, είμαι κι από τα Μύρα,
Σαν τις Καλαμακιώτισσες, στα μάτια μου δεν είδα.
Τσαχπίνες εις το ντύσιμο, πολύ γλυκειές στη γλώσσα,
Αξίξει το κορμάκιν τας, χίλιες χιλιάδες γρόσια».
Τους στίχους αυτούς τους πρωτάκουσα στο μακρινό Περθ της Δυτικής Αυστραλίας, από μιαν ηλικιωμένη Καστελλοριζιά, την Σταυρούλα Βδελλή, που το πατρικό της επώνυμο ήταν «Σπάρταλη», το 1985. Η ίδια είχε πάει, μικρό παιδάκι, στο Καστελλόριζο, με την οικογένειά της, μετά τους διωγμούς που υπέστησαν οι Έλληνες του Καλαμακίου το 1914. Βρήκαν καταφύγιο στην πατρίδα από την οποία κατάγονταν, κι έζησαν εκεί, πριν αναζητήσουν την τύχη τους στη μακρινή ξενιτιά των Αντιπόδων, όπως τόσοι άλλοι Δωδεκανήσιοι και λοιποί Έλληνες.
Οι στίχοι αυτοί με έκαναν να συνειδητοποιήσω για πρώτη φορά ότι πολλοί από τους Καστελλοριζιούς της Αυστραλίας, τους οποίους μελετούσα, ήσαν επίσης Μικρασιάτες, και έκλειναν στην καρδιά και στη μνήμη τους πολύτιμες μνήμες, άυλα τεκμήρια της ζωής, της ιστορίας και του πολιτισμού των ιδίων ή των προγόνων τους στις πόλεις και στα χωριά της Μικράς Ασίας.
Τη σύνδεση ανάμεσα στα Δωδεκάνησα και στη Μικρά Ασία διαχρονικά, αλλά ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα και εξής, επιχειρεί στο αξιόλογο και βραβευόμενο απόψε βιβλίο του, ο Κυριάκος Χονδρός. Μέσα από μια πλούσια ύλη 300 σελίδων, παραθέτοντας πληροφορίες για τις οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανταλλαγές ανάμεσα στα Δωδεκάνησα και στη Μικρά Ασία, επιδιώκει να ανασυγκροτήσει, με σφαιρικό τρόπο, την εικόνα μιας εποχής και μιας κοινωνίας, της τελευταίας περιόδου της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατά την οποία οι ανταλλαγές ανάμεσα στους δύο αυτούς χώρους ήταν πολλές και έντονες, και ιδιαίτερα δημιουργικές.
Έργο δύσκολο και πολύπλοκο, αφού κάθε νησί των Δωδεκανήσων είχε τη δική του σχέση με τη Μικρά Ασία, και τη δική του τοπική παράδοση αυτής της σχέσης, την οποία, όμως, ο Κυριάκος Χονδρός με επιμέλεια αναζήτησε και κατέγραψε, στο μέτρο του δυνατού. Η συγκέντρωση, η επεξεργασία και ο συγκερασμός αυτού του υλικού αποτελεί τιτάνια προσπάθεια.
Από πολύ νωρίς άρχισε να απασχολεί τον συγγραφέα το θέμα του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, σαν «ένα σαράκι που [τον] κατέτρωγε, όχι μόνο για την κατάληξη της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά και για τις σχέσεις των δύο λαών, Ελλήνων και Τούρκων», όπως δηλώνει ο ίδιος (Πρόλογος, σ. 19).
Διαπιστώνοντας μια σοβαρή έλλειψη της ιστορίας του Μικρασιατικού Ελληνισμού στα απέναντι από τα Δωδεκάνησα παράλια ακόμη και σε έγκυρα ιστορικά δημοσιεύματα, ο Κυριάκος Χονδρός επιδόθηκε στο «να καταγράψει μία μία τις πόλεις και τα χωριά της Μικράς Ασίας, εκεί όπου κατοίκησαν Δωδεκανήσιοι, είτε σε μόνιμη εγκατάσταση ή εποχιακή μετανάστευση και να προβάλει αρκετές άγνωστες πλευρές της μορφής και της λειτουργίας των Μικρασιατικών αυτών κοινωνιών», όπως ο ίδιος αναφέρει (σ. 21).
Για την επίτευξη του στόχου του χρησιμοποίησε μια πολυετή και πολυτοπική προσέγγιση που περιλαμβάνει χρήση αρχειακών πηγών, βιβλιογραφίας, επιτοπίων ερευνών και καταγραφών προφορικών μαρτυριών στα Δωδεκάνησα και στις απέναντι Μικρασιατικές πόλεις, καθώς και φωτογράφησης.
Συμβουλεύθηκε κρατικά και τοπικά αρχεία, όπως τα Γ.Α.Κ., το Ιστορικό Αρχείο Δωδεκανήσου (στη Ρόδο), το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Οθωμανικές πηγές, Αρχεία της Μητρόπολης Ρόδου, των Δήμων Ρόδου, Καλύμνου και Ιαλυσού, ιδιωτικές αλληλογραφίες και έγγραφα, και συνέστησε για τον σκοπό αυτόν, το Ιστορικό και Λαογραφικό Αρχείο Μεγίστης, από το 1977, που περιλαμβάνει πλούσιο πρωτογενές υλικό αυτοβιογραφικών συνεντεύξεων και δικαιοπρακτικών εγγράφων ατόμων που ήλθαν ως πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.
Το βιβλίο είναι διαρθρωμένο σε 12 κεφάλαια, τα τρία γενικά-εισαγωγικά, αναφερόμενα στο Βυζάντιο, στην Κωνσταντινούπολη και στη Μικρά Ασία γενικά και πλαισιωτικά, ως προς την ιστορική και πολιτική τους σχέση με τα Δωδεκάνησα. Τα κεφάλαια 4 έως και 11 αναπτύσσουν την δωδεκανησιακή παρουσία και δραστηριότητα στον χώρο της Μ. Ασίας από βορρά προς νότο, ως εξής: Κοινότητες και εγκαταστάσεις Δωδεκανησίων στην Κωνσταντινούπολη, και σε πόλεις και χωριά της Μυσίας, Ιωνίας, Λυδίας, Καρίας, Λυκίας, Παμφυλίας, Κιλικίας και Πισιδίας, διαδοχικά.
Σε κάθε κεφάλαιο αναφέρονται πληροφορίες για τη δράση των Δωδεκανησίων σε διάφορες πόλεις και χωριά της περιοχής, καθώς και για τις αντίστοιχες επιρροές στις δωδεκανησιακές κοιτίδες καταγωγής των κατοίκων τους, έως και την εποχή της Μικρασιατικής Καταστροφής και εγκατάστασης προσφύγων στα νησιά.
Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο για την Καρία, παίρνουμε αξιόλογες πληροφορίες για την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ Κω, Καλύμνου και Αλικαρνασσού, Καρπάθου και Τράλλεων/Αϊδινίου, Σύμης και περιοχής Πέρα/Ροδιακής Περαίας, ενώ το κεφάλαιο για τη Λυκία αναπτύσσει με πλούσιο υλικό τη σχέση των Καστελλοριζιών με τις πόλεις και τα χωριά της απέναντι Μικρασιατικής ακτής, από τον Αντίφελλο ως τον Φοίνικα και τα Κέκοβα.
Στόχος του συγγραφέα είναι να παράσχει το υλικό για μια σφαιρική κατανόηση της Μικρασιατικής παρουσίας στα Δωδεκάνησα και της δωδεκανησιακής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Αυτό το επιδιώκει κυρίως μέσα από την παράθεση αρχειακού (εν πολλοίς αδημοσίευτου) και πρωτογενούς προφορικού υλικού, το οποίο μας παρέχει συστηματικά, αλλά χωρίς αφορισμούς και αξιολογήσεις, αφήνοντάς το να «μιλήσει μόνο του».
Η επιλογή αυτή του συγγραφέα είναι πολύ σημαντική, διότι καθιστά το υλικό του πιο εύχρηστο για το επιστημονικό, αλλά και για το γενικό αναγνωστικό κοινό του βιβλίου του. Έτσι, για παράδειγμα, στο 12ο κεφάλαιο του βιβλίου του, που φέρει τον τίτλο «Ο τραγικός Επίλογος», αλλά και στον Επίλογο και στο Επίμετρο, που κλείνουν το βιβλίο, ο Κυριάκος Χονδρός μας εισάγει στο πολύπλοκο θέμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και της εγκατάστασης των προσφύγων στα Δωδεκάνησα μέσα από την παράθεση αρχειακών εγγράφων ιστορικής και κοινωνιολογικής αξίας,
όπως, για παράδειγμα, καταλόγων προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στα νησιά Κάλυμνο, Καστελλόριζο, Ρόδο, Σύμη, Κω κτλ., που είχαν δημιουργηθεί από τις ιταλικές διοικήσεις των νησιών∙ αιτήσεις προσφύγων να τους χορηγηθεί άδεια μόνιμης εγκατάστασης στα νησιά λόγω καταγωγής τους από αυτά∙ και αιτήσεις Δωδεκανησίων με καταγραφές της ακίνητης περιουσίας τους και αιτήματα για αποζημίωση στις ιταλικές και ελληνικές κυβερνήσεις. Μας δίνει το χρονικό της Μικρασιατικής προσφυγιάς στα Δωδεκάνησα, ιδιαίτερα στη Ρόδο, μέσα από την παράθεση δημοσιευμάτων τοπικών εφημερίδων που περιγράφουν την άφιξη και τις συνθήκες εγκατάστασης των προσφύγων, πληροφοριών για εράνους, δωρητές, για την ίδρυση Σωματείων για τη διεκδίκηση των περιουσιών τους στη Μικρά Ασία κτλ.
Θα σταθώ σε ένα στοιχείο, καίριο κατά τη γνώμη μου, που αφορά στη σημασία του βιβλίου του Κυριάκου Χονδρού για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, και για τη Λαογραφία και την Ανθρωπολογία ειδικότερα: Δίνει μεγάλο βάρος και έμφαση στις προφορικές μαρτυρίες, που ο συγγραφέας συγκέντρωσε σε μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι ίδιοι οι Μικρασιάτες Δωδεκανήσιοι ή οι απόγονοί τους μιλούν για τις πατρίδες καταγωγής τους και αποκαλύπτουν σημαντικά στοιχεία του πολιτισμού που έφεραν μαζί τους, που μόνον η βιωμένη μνήμη μπορεί να τεκμηριώσει.
Έτσι, για παράδειγμα, ο Απόστολος Μουσελίνης, λαουτιέρης από την Αλικαρνασσό (Μποντρούμ), σε συνέντευξη που έδωσε στην Κω, μιλάει για το ύφος της μουσικής και των τραγουδιών της πατρίδας του ως «πιο ήπιο, πιο παραδοσιακό, που είχε το Μικρασιατικό χρώμα, εκείνο που μοιάζει με το αιγαιοπελαγίτικο» και δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη μουσική παράδοση της Σμύρνης (σ. 115). Αλλού, ο Βασίλης Ασβέστης, Καστελλοριζιός, κάνει μια νοερή περιδιάβαση στους τόπους της Μικράς Ασίας όπου ήταν εγκατεστημένοι Καστελλοριζιοί, αναφέροντας τοπωνύμια, πληροφορίες, ιστορίες και θρύλους γι αυτά (σ. 139-141).
Με τη συστηματική αναδρομή του στο παρελθόν μέσα από την άφθονη χρήση γραπτών και προφορικών πηγών, ο Κυριάκος Χονδρός συγκρότησε ένα βιβλίο που είναι καθ εαυτό ένας «τόπος μνήμης», lieux de memoire, όπως η έννοια αυτή ορίζεται από τον Pierre Nora. «Οι μνημονικοί τόποι γεννώνται και παίρνουν ζωή από την αίσθηση ότι δεν υπάρχει πλέον αυθόρμητη μνήμη, ότι πρέπει να δημιουργηθούν αρχεία, να τηρηθούν συμβολαιογραφικές πράξεις, να διατηρηθούν οι επέτειοι, να διοργανωθούν εορτασμοί η διάλυση της μνήμης εξαγοράζεται από μια γενικευμένη επιθυμία καταγραφής»
Η ανάγκη να ανασυγκροτηθεί η «Μικρά Ασία των Δωδεκανησίων», προς όφελος των απογόνων τους, που θέλουν να γνωρίζουν την πατριδική τους ιστορία, αλλά και όλων όσοι ασχολούνται επιστημονικά και ερασιτεχνικά με την ιστορία των δύο πλευρών του Αιγαίου, ώθησε τον Κυριάκο Χονδρό στη συγγραφή του βιβλίου το οποίο τιμάται απόψε.
Και κάτι τελευταίο. Διαπιστώνουμε, από το διάβασμα του βιβλίου, ότι πολλοί από τους Μικρασιάτες που εγκαταστάθηκαν στα Δωδεκάνησα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ανήκαν ήδη στη Δωδεκανησιακή διασπορά που αναδιπλώθηκε και επέστρεψε στις κοιτίδες της μετά από τα τραγικά αποτελέσματα της ελληνοτουρκικής πολεμικής και πολιτικής αντιπαράθεσης.
Διαβάζοντας για τη δημιουργία, την ανάπτυξη και την εξαφάνιση των ελληνικών κοιτίδων στη Μ. Ασία, αναστοχαζόμαστε με πόνο, αλλά και με αισιοδοξία τη μοίρα της Ελλάδας, αλλά και της ελληνικής διασποράς που στη σημερινή δύσκολη περίοδο που περνάει η χώρα μας, υποδέχεται νέο αίμα από την πατρίδα στα πέρατα της οικουμένης όπου βρίσκεται. Θα κλείσω με ένα μικρό απόσπασμα από το Επίμετρο του βιβλίου που συνοψίζει τη θέση αυτήν:
«Η Ελλάδα δεν είναι η χώρα των συγκεκριμένων τετραγωνικών μέτρων. Είναι ένας τεράστιος Ελληνισμός που κρατά από το Βορρά στο Νότο και από την Ανατολή στη Δύση. Και που η ιστορία του, η ιστορία μας, δεν έχει ακόμα καταγραφεί. Η εγκατάσταση των προσφύγων 1922-23, ίσως να ήταν ένα δυσβάσταχτο φορτίο για την τότε υπανάπτυκτη ελληνική οικονομία.
Σίγουρα όμως αποτέλεσε, μια σπουδαία συνολική προσφορά, ένα κίνητρο και μια αποφασιστική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του τόπου. Παρ όλα τα δραματικά ιστορικά γεγονότα [την προσφυγιά, την καταστροφή, τον όλεθρο], διαπιστώνεται, πως αυτά δεν έχουν διδάξει Αν όμως τα λάθη του παρελθόντος, αποτελέσουν διδάγματα για να αποτραπούν νέα, τότε το παρόν και το μέλλον των λαών θα είναι με λιγότερα προβλήματα, λιγότερη δυστυχία, λιγότερη εχθρότητα» (σ. 286).
Δεν είναι τυχαίο που οι σκέψεις αυτές έρχονται να μας συναντήσουν πολύ επίκαιρα σήμερα, και μάλιστα από έναν γόνο του ακριτικού Καστελλορίζου, ενός νησιού που έχει βιώσει έντονα τις εξάρσεις και τις υφέσεις της μοίρας και της ιστορίας.